Τρεις σπουδαίες γυναίκες.Μαρία Αντωνάκου.Κυριακή Παπάζογλου.Ελένη Σαραντίτη.



Αυτή η φωτογραφία είναι από την χτεσινή συνάντηση των μελών της λέσχης μας στην οποία θα συζητούσαμε τις εντυπώσεις του καθενός μας από την ανάγνωση του Φώκνερ,του βιβλίου του "Η Βουή και Η Μανία".
Είχαμε μια ευχάριστη έκπληξη όμως κι έτσι ενώ συνήθως μόνο από τις εκδηλώσεις ανεβάζω φωτογραφίες σάς παραθέτω αυτήν την συγκεκριμένη στην οποία βλέπετε δυο γυναίκες να αγκαλιάζονται γλυκά και είναι κρίμα που ο φακός δεν μπορεί να αποτυπώσει και την συγκίνησή τους.


Αριστερά είναι η αγαπημένη συγγραφέας κ.Ελένη Σαραντίτη- η οποία ήταν η ευχάριστη έκπληξη που σας έλεγα- και δεξιά η αγαπημένη μου φίλη, η Λουκία.
Λοιπόν η μητέρα της Λουκίας- που ευτυχώς πρόλαβα να την γνωρίσω- ήταν η μια από τις δυο φωτισμένες νεαρές φιλολόγους που η αγάπη τους για την λογοτεχνία και την εκπαίδευση μπόλιασε στην κατοπινή συγγραφέα το μεράκι της γραφής.
Με αγάπη θυμήθηκε η κυρία Σαραντίτη την εποχή, κάπου γύρω στα 1950-55 στην Νεάπολη της Λακωνίας,όταν η ίδια ήταν μαθήτρια και νεαρά κορίτσια,το πολύ στα 23 τους,η Μαρία Αντωνάκου και η Κυριακή Παπάζογλου, οι πρωτοδιορισμένες φιλόλογοι,που έφτασαν στην πόλη της για να μοιράσουν γενναιόδωρα σ΄εκείνη και στα άλλα παιδιά το μεράκι της λογοτεχνίας,την ικμάδα της νιότης και της γνώσης τους.
Έγραψε λοιπόν στις 11 Σεπτεμβρίου ένα πολύ όμορφο άρθρο στην Βιβλιοθήκη της Σαββατιάτικης Ελευθεροτυπίας η Ελένη η Σαραντίτη για τις δυο φιλολόγους της για να μοιραστεί με την σειρά της την ομορφιά και το φως, που της χάρισαν τότε εκείνες, και με τους τυχερούς αναγνώστες αλλά έκανε και κάτι ακόμα πιο τρυφερό:αναζήτησε και βρήκε την κόρη της Κυριακής Παπάζογλου,την Λουκία,την δική μας Λουκία και κείνη αυθόρμητα και την ευχαριστούμε πολύ,πάρα πολύ, θέλησε να μοιραστεί και με μας κάτι από όλη αυτή την ομορφιά και της μίλησε για την λέσχη.
Και η Ελένη Σαραντίτη μας έκανε την τιμή-κι ας είναι κλισέ η φράση,την εννοώ-να συναντηθεί με την κόρη τής καθηγήτριάς της στην λέσχη ανάγνωσης του Degas.

Σας παραθέτω το άρθρο:

"Στο παράξενο ταξίδι της ελληνικής εκπαίδευσης και του κόσμου" 

Ας είναι το σημείωμά μου αυτό ένας αίνος στον εκπαιδευτικό της επαρχίας, όπως τουλάχιστον τον έζησα εγώ -και αμέτρητοι άλλοι μαθητές- εκεί, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του '50 ή αρχές του 1960. Κι ας είναι μια οφειλόμενη, πλην αργοπορημένη, απόδοση τιμής στις σπουδαίες φιλολόγους Μαρία Αντωνάκου και Κυριακή Παπάζογλου -δυστυχώς απούσα για πάντα η δεύτερη-, οι οποίες, όταν πρωτοϋπηρέτησαν, με σύμβαση, στην απομονωμένη τότε άκρη της Λακωνίας, όπου το χωριό μου, η Νεάπολη, κατέφτασαν με τα χέρια απλωμένα εγκάρδια σε όλους μας και με τα μάτια γεμάτα ιλαρό φως. Εκείνο το φως όμως, το χαριέστατο, ήταν τόσο ισχυρό όταν εκπεμπόταν προς τα θρανία, ώστε θαρρώ πως ακόμη δεν έχει σβήσει από εμπρός μου, παραμένοντας ένα από τα σημαντικά δώρα και εφόδια της ζωής μου. Είχαν έλθει με το τοπικό, πολυβασανισμένο λεωφορείο, ενώ μερικά από τα παιδιά τις περιμέναμε έξω από το πρακτορείο. Φορούσαν ζακέτες και τα εμπριμέ φουστανάκια τους ήταν σχεδόν παιδικά -παιδιά και οι ίδιες, μόλις πατημένα τα 23. Ντραπήκαμε να κάνουμε το πρώτο βήμα, δίστασαν μια ιδέα κι εκείνες, μα δεν άργησαν να δώσουν τα χέρια, να γελάσουν, να συστηθούν, να ρωτήσουν να μάθουν τα ονόματά μας, όρθιες στην πλατεία του σταθμού, με δύο αβαρείς βαλίτσες και τρεις μεγάλες χαρτόκουτες με βιβλία, και με τους θαμώνες των καφενείων να εγκαταλείπουν γεμάτοι περιέργεια την πρέφα ή το τάβλι. 
Πρώτη χρονιά θα λειτουργούσε το Γυμνάσιο και είχε νοικιαστεί για να το στεγάσει το δίπατο, αρκετά ευρύχωρο σπίτι του Β.Β., φωτεινό, με μεγάλα παράθυρα, δυο βήματα από την άμμο και με θέα το άσωστο γαλάζιο του λακωνικού κόλπου. Τον χειμώνα, όταν οι μέρες ήταν αίθριες και κάπως ζεστές, οι δύο νέες καθηγήτριες μας οδηγούσαν στην ακρογιαλιά, κι εκεί, κατάχαμα στην άμμο, με το κύμα να υποτονθορύζει και τους γλάρους να χαμηλώνουν ησυχασμένοι, απολαμβάναμε τις ωραιότερες ώρες διδασκαλίας. Τόσο σαγηνευτικές, που ευχόμουν να μην τελειώσουν. Ορθια η κάθε μια από τις δασκάλες μας, αρνούμενη να καθήσει στην καρέκλα που ένα από τ' αγόρια κουβαλούσε, απευθυνόταν σε όλα τα παιδιά, μα και ξεχωριστά στο καθένα, και ευθύς καταλαβαίναμε γιατί ήταν μεγάλος ποιητής ο Καβάφης και πολύ μεγάλος πεζογράφος ο Παπαδιαμάντης. Και γιατί είναι αληθινή η συγκίνηση που συναντά κανείς στα ποιήματα του Λάμπρου Πορφύρα. Και πώς ο έντονος ερωτισμός στα έργα του Κοσμά Πολίτη, ιδίως στην «Ερόικα», απαλύνεται με τον διάχυτο, αλλά όχι υπερβολικό, λυρισμό. Ή, πάλι, γιατί -όπως μας υπόσχονταν- μεγαλώνοντας θα νιώθαμε σεβασμό ανάμεικτο με λατρεία για τον Σολωμό. Και για τον Κάλβο. 
Και για εκείνη την, άγνωστη στα περισσότερα παιδιά, αγγλίδα συγγραφέα, που και τώρα ακόμη με κάνει και ριγώ, στην Εμιλι Μπροντέ αναφέρομαι, που μολονότι το μυθιστόρημά της «Ανεμοδαρμένα ύψη» είχε γραφτεί πριν από 120 τόσα χρόνια, εξακολουθούσε, λέει, και ήταν το πιο μοντέρνο μεγάλο μυθιστόρημα της Ευρώπης. Και γιατί ο Ξενοφών αποφάσισε να φέρει τους γιους του, Γρύλλο και Διόδωρο, στη Σπάρτη, ώστε να καταταγούν στη «βούα», την αγέλη παίδων, και αργότερα στους Παίδες, να λάβουν σπαρτιατική αγωγή μ' άλλα λόγια. Λάτρεψε, υπερβολικά ίσως, τη Σπάρτη μάς πληροφορούσαν, κι αυτό, συνέχιζαν, είχε να κάνει με τον δάσκαλό του, τον Σωκράτη, και την άδικη θανάτωσή του από την πολιτεία, η οποία δεν σεβάστηκε καθόλου το ισχυρότερο και καθαρότερο πνεύμα της οικουμένης. Εξορίστηκε από τους Αθηναίους ο Ξενοφών, μάλλον ως «Λακωνίζων», αργότερα ανακλήθηκε από την εξορία, αλλά ποτέ δεν επέστρεψε στην πόλη του. 
Ελεγαν. Ελεγαν οι υπέροχες καθηγήτριές μας. Κάθε μια στο -ασφαλώς και ολιγομελές- τμήμα της, βέβαια, και όλα αυτά όχι υπαγορευμένα ή επιβεβλημένα.Λόγια της καρδιάς τους ήταν, βέβαια, και δώρα της αναπτυγμένης διάνοιάς τους, που ελεύθερη απλωνόταν και υψωνόταν με καλπασμούς. Ή πετάγματα.Αν λησμονούσαν ή αν μερικώς και εσκεμμένως αγνοούσαν εκείνες τις ώρες το και τότε ακόμη ασφυκτικό αναλυτικό πρόγραμμα; Βεβαίως. Κάτι συνέβαινε όμως, κάποιες άγνωστες σ' εμάς διεργασίες και τα παιδιά «τους» συγκέντρωναν την υψηλότερη βαθμολογία. Και όχι μόνο στα φιλολογικά μαθήματα.Εμειναν αρκετά κοντά μας οι δύο νέες κυρίες και υπηρετούσαν στο σχολείο μας όχι πια με σύμβαση, διορίστηκαν, ήταν λακωνικής καταγωγής και αυτό φαίνεται βοήθησε στην απόσπασή τους στον τόπο μας, που τον είχαν βαθύτατα αγαπήσει.                      Αλλά κι αυτός την ανταπέδιδε αυτήν την αγάπη. Με την απείραχτη -τότε- ομορφιά του, την ακαταγώνιστη -ακόμη και τώρα- θάλασσα, με τους ήρεμους, φιλήσυχους και προκομμένους κατοίκους, που τις εκτιμούσαν και που συχνά τους πρόσφεραν με συστολή δώρα της θάλασσας ή της γης τους. Και πάντοτε την ώρα που άρχιζε να σουρουπώνει, πότε κι οι δυο μαζί, πότε χώρια, οι δασκάλες μας έπαιρναν τον δρόμο που τραβά στη δημοσιά, που βγάζει ευθεία στη Σπάρτη. Καμιά φορά σταματούσαν έξω από το σπίτι μας και με καλούσαν. Ή ρωτούσαν τη μητέρα μου αν είμαι ελεύθερη από δουλειές και μαθήματα για να τις συντροφεύσω. Μεγάλωνα πια και την ήθελα τη συντροφιά τους όπως κι εκείνες ήθελαν τη δική μου. Από τον πατέρα μου, από τη γιαγιά και τη μητέρα μου, από τις ηλικιωμένες γειτόνισσες, από τις φίλες και εξαδέλφες μου και από τα βιβλία μάθαινα πράγματα, ιστορίες δίχως αρχή και τέλος, χωρίς περιορισμούς, ιστορίες με φλύαρα πουλιά με φωνή ανθρώπου και με άλογα που γνώριζαν τη μαντική, με υπερμεγέθη λουλούδια και με νυχτερινά αρώματα που μεθούν τους ερωτευμένους, ιστορίες με αγίους και κακούργους, με άστρα-κατοικίες αδικημένων παιδιών, ιστορίες που συγκρατούσα, καμιά φορά και τις βελτίωνα. Ή τις άλλαζα λιγάκι. Αναλόγως. Αν μου τελείωναν, έφτιαχνα δικές μου. 
Φαντάζομαι αυτός ήταν ο λόγος που με προσκαλούσαν οι καθηγήτριές μου στους καθημερινούς τους περιπάτους. Που τελικώς δεν ήταν απλοί περίπατοι, καθώς θήτευα στην ελληνική ποίηση κοντά τους. Και στην παγκόσμια λογοτεχνία. Πώς με μάγευαν! Μου ερχόταν ότι ξεχυνόταν έξω η καρδιά μου. Ζεστή από την ευχαρίστηση, γλυκασμένη από τη θέαση του κόσμου, τον οποίο μου τον έφερναν ακοπίαστα εμπρός μου η Κυριακή Παπάζογλου και η Μαρία Αντωνάκου, ευφραινόμενες κι αυτές, γιατί όταν προσφέρεις λαμβάνεις κι εσύ, γνωστότατο αυτό, και γιατί η τέχνη, έτσι και σε μαρκάρει, έχει τη μεγάλη ικανότητα οποιαδήποτε ώρα, οπουδήποτε, να σε τέρπει και συγχρόνως να χαράσσει λεπτές, σχεδόν αδιόρατες χαρακιές στα στήθη σου, σημάδια στοχασμού, απαντοχής, σύμπλευσης και -γιατί όχι;- κάποτε και άρνησης. Κι ας μη σκεφτεί κάποιος πως νέες ήταν, υποχρεώσεις δεν είχαν, επόμενο ήταν να μας δοθούν. Αλλά αυτό το δόσιμο, η προσφορά αυτή του δασκάλου, πλέον γνωρίζω πως συμβαίνει να εκπορεύεται έσωθεν. Ή άνωθεν. 
Και να μη λησμονήσω: Η Μαρία διέθετε και χιούμορ, ένα ήσυχο και μάλλον αιδήμον χιούμορ, απαραίτητο για έναν δάσκαλο, εφόσον τα περισσότερα σχολικά εγχειρίδια το αγνοούν -και ας μην αναφερθώ στα περισσότερα εξωσχολικά (τα δικά μας). Αυτή η αίσθησή της του χιούμορ, αυτό το ελαχιστότατο σπινθήρισμα που τόση ανάγκη το είχαμε στην εφηβεία μας, άλλαζε ευθύς την τάξη, μας έφερνε όλους πιο κοντά, μας δρόσιζε, διευκόλυνε στην ταχύτερη αντίληψη, στην έκφραση. Και στη συνοχή. Για να μην πω και στη συνενοχή. 
Η Κυριακή -Κούλα τη φώναζαν στο χωριό- δεν είχε χιούμορ. Είχε όμως δύο υπέροχα, μεγάλα γκριζοπράσινα μάτια που όταν σε κοιτούσαν, σου ξεκλείδωναν και άφηναν να ελευθερωθεί ό,τι μέσα σου είχε παραμείνει κρυμμένο ή παραπονεμένο. Κι έσπευδε πάντοτε να ρίξει στη ράχη του Παντελή ένα σακάκι, όταν τον έβλεπε κοιμισμένο στην τάξη. Ηξερε πως ο συμμαθητής μας διένυε πεζή αρκετά χιλιόμετρα ώς να 'ρθει στο σχολείο και κουραζόταν. Τα δυο δωμάτια που είχαν νοικιάσει πλάι σε οικογένειες, ξεκλείδωτα πάντα φυσικά, ήταν λιτά, κατακάθαρα, επιπλωμένα μόνο τα απολύτως απαραίτητα, είχαν όμως πολλά βιβλία, το
ποθετημένα τακτικά. 
Από αυτά δανειζόμαστε όλα τα παιδιά - ολοένα και περισσότερα παιδιά. Και το σπουδαιότερο: τα διαβάζαμε. Και το εξίσου σπουδαίο: μιλούσαμε γι' αυτά στην τάξη. Συνέβαινε κάποτε να έχει χτυπήσει το κουδούνι για σχόλασμα κι εμείς να μη θέλουμε να φύγουμε αφήνοντας τον συναρπαστικό κόσμο του βιβλίου και τις γοητευτικές, προικισμένες, αγαπημένες εκείνες παιδαγωγούς. Από την αγωγή στην εκπαίδευση.
 Αν και είναι σε όλους μας γνωστό, ας πούμε ξανά ότι εκπαίδευση είναι η συστηματική και οργανωμένη προσπάθεια για τη μόρφωση της νεότερης γενιάς από μέρους των εκπαιδευτικών λειτουργών, μόρφωση πνευματική και ψυχική, που -εκτός όλων των άλλων- θα της επιτρέψει να λάβει συνείδηση του κόσμου μες στον οποίο ζει και πώς αυτός διαμορφώθηκε. Είναι, ουσιαστικώς, μια σοβαρότατη ενέργεια, με την οποία η υλική, πνευματική, ηθική και πολιτιστική κληρονομιά μιας κοινωνίας μεταβιβάζεται σε κάθε νέα γενιά. Κάποτε συντηρητική κι άλλοτε δημιουργική και εμπνευσμένη, ευτυχώς, ώστε να μπορεί να μεταφέρει ό,τι είναι καλό και πολύτιμο για τον μελλοντικό πολίτη. Λεξιλογικά ο όρος εκπαίδευση πλάστηκε κατά τον 19ο αιώνα, ώστε να αποδοθεί η γαλλική λέξη instruction. Στην αρχαία ελληνική το ρήμα εκπαιδεύω σημαίνει ότι ανατρέφω κάποιον από την παιδική ηλικία ή διδάσκω τινά τι, και εκπαίδευμα είναι το ανατραφέν ή εκπαιδευθέν τέκνο (Η. Liddel- R.Scott, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης). Στην αρχαιότητα δεν απαντάται η λέξη εκπαίδευση, αλλά αντ' αυτής έχουμε τις λέξεις αγωγή, παιδεία, παίδευσις, παιδευτήριον (το εκπαιδευτήριο, το σχολείο). Και είναι, επίσης, γνωστό ότι, όχι μόνο σήμερα, η εκπαίδευση οργανώνεται από το κράτος, το οποίο, βάσει ορισμένου σχεδίου, στοχεύει στο να μεταδοθούν στα παιδιά και στους νέους ορισμένες γνώσεις θεωρητικές αλλά και πρακτικές και τεχνικές ικανότητες- εφόδια για τη ζωή τους ως ενηλίκων. Αυτές οι γνώσεις, και οι ικανότητες αυτές και δεξιότητες, είναι τα «πολιτιστικά αγαθά» τα οποία είναι υποχρεωμένη η Πολιτεία να μεταδώσει στα παιδιά της μέσω του φορέα της, που είναι ο δάσκαλος, και στον χώρο του σχολείου μέσα στον οποίο πραγματοποιείται η εκπαίδευση. Αλλά η οργανωμένη και με βάση ορισμένο σχέδιο εκπαίδευση είναι μια νίκη, μια κατάκτηση του ανθρώπου και οφείλεται στη συνεχή εξέλιξή του. Τα παιδιά των πρωτόγονων λαών διαπαιδαγωγούνταν μέσα στην οικογένεια. Κι έπρεπε και τότε το παιδί να λάβει αγωγή, μια και βρίσκονταν συνεχώς απειλούμενοι από ζώα, πείνα, αγριεμένη φύση, εχθρικές φυλές κ.λπ. Κυριότερα μέσα αγωγής ήταν το παράδειγμα και η μίμηση. Ηταν δε αυτή η αγωγή αυθόρμητη και ζωηρή και σχεδόν ασυνείδητη, πάντως φυσική και πρακτική, ενώ συχνά οι γεροντότεροι δίδασκαν στους νέους τούς νόμους και τις παραδόσεις της φυλής. Ασφαλώς και η εκπαίδευση αυτή περιοριζόταν από τις δοξασίες και το θρησκευτικό τελετουργικό. 
Εκτοτε, βήμα το βήμα, λέξη τη λέξη, με εποχές ανόδου ή εποχές οπισθοδρόμησης, σε καιρούς φωτεινούς και άλλους σκιασμένους, με πολέμους και απώλειες, με επιμονή και αναμονή, με ανακαλύψεις και εφευρέσεις, η ανθρωπότητα έφτασε στο σημείο ωριμότητας ώστε να θεωρήσει ότι η εκπαίδευση δεν πρέπει να μεταδίδει μόνο γνώσεις και δεξιότητες αλλά και να αναπτύξει τον άνθρωπο ως προσωπικότητα και ως μέλος σεβαστό μιας εξίσου σεβαστής κοινωνίας. Είναι γεγονός ότι, πρώτοι ανάμεσα σε όλους τους λαούς, οι Ελληνες καλλιέργησαν την ιδέα ότι η εκπαίδευση πρέπει να κατευθύνεται προς τα κοινωνικά ιδεώδη και την πνευματική ανάπτυξη του πολίτη. Μέχρι τότε, στην Περσία λ.χ., οι ευγενείς και οι άρχοντες, οι γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών, μάθαιναν γραφή και ανάγνωση για θρησκευτικούς, κυρίως, σκοπούς αλλά και για κατακτητικούς. Και στις Ινδίες, επίσης, για θρησκευτικούς και μόνο λόγους, και μόνον οι ανώτερες τάξεις μορφώνονταν, ενώ στη Φοινίκη π.χ., με το αναπτυγμένο εμπόριο και την απαράμιλλη ναυτιλία, διδάσκονταν ό,τι θα τους χρησίμευε στις συναλλαγές κατά τα ταξίδια τους, ιδίως δε το αλφάβητο και την αριθμητική. Να θυμίσουμε ότι οι Φοίνικες, λαός σημιτικής καταγωγής, υπήρξαν ο πιο ναυτικός απ' όλους τους λαούς της Μεσογείου, ο πιο επιχειρηματικός, και συνέβαλαν πολύ στην ανάπτυξη του εμπορίου στις παράκτιες ζώνες της θάλασσας αυτής. Στερούνταν από ερευνητικό και επιστημονικό πνεύμα, αλλά είχαν την ικανότητα να παίρνουν γρήγορα και να εφαρμόζουν προς όφελός τους τις προόδους των άλλων λαών. Η δε τέχνη τους είναι απλή μίμηση των τεχνών άλλων λαών. Δεν υπήρξαν φοίνικες συγγραφείς και δεν υπάρχουν μνημεία της γλώσσας τους. Πάντως υποστηρίζεται ότι οι αρχαίοι Ελληνες πήραν τα γράμματα, ή μερικά από αυτά, από τους Φοίνικες, τα οποία και μεταδόθηκαν ταχύτατα -λόγω των συναλλαγών- στους Ρωμαίους και στους Σλάβους. Ωστόσο, σύγχρονοι ερευνητές αμφισβητούν την επινόηση του αλφάβητου από τους Φοίνικες. Η δύναμή τους άρχισε να φθίνει αφότου έφτασαν ανταγωνιστές στη θάλασσα οι Ελληνες. 
Οσο για την εκπαίδευση στην Αίγυπτο, γνωρίζουμε ότι είχε σκοπό να διδάξει γραφή, ανάγνωση και στοιχειώδεις αριθμητικές και γεωμετρικές γνώσεις τόσες που να αρκούν για την αντιμετώπιση των αναγκών της ζωής, ενώ στους Κινέζους η εκπαίδευση κυρίως συνέτεινε στη διαιώνιση και συντήρηση των αρχών και της ασφάλειας των αξιωματούχων του κράτους, της άρχουσας δηλαδή κοινωνικής τάξης. Αναφορικώς με την εκπαίδευση των Εβραίων είναι γνωστό ότι με αυτήν επιδιωκόταν η θρησκευτική και εθνικιστική διαπαιδαγώγηση του ιουδαϊκού λαού. Και μοναχά στο κράτος του Ισραήλ η εκπαίδευση θεωρούνταν άνωθεν επιβεβλημένο καθήκον των Εβραίων γονέων. Η δε υποχρεωτική εκπαίδευση των νέων τους θεσπίστηκε το 75 π.Χ. και έπειτα από την επίδραση του ελληνικού πολιτισμού. Η διδασκαλία αρχικώς γινόταν στις συναγωγές και αργότερα, με θέσπιση νόμου, σε σχολεία. 
Στον ελληνικό χώρο, από πολύ νωρίς, η αγωγή των νέων αποσκοπούσε στην προετοιμασία του ατόμου να υπηρετήσει την πόλη του αλλά και τον πολίτη. Στη δε αρχαία Σπάρτη η παιδεία ήταν και υποχρεωτική και δωρεάν. Τόσο για τους νέους όσο και για τις νέες οι οποίες ελάμβαναν επαρκή μόρφωση και έκαναν σπουδές μουσικής και ορχηστικής (και ας μην αναφερθούμε στον αθλητισμό), σε αντίθεση με άλλες πόλεις (Αθήνα λ.χ.), όπου οι γυναίκες, και οι νεαρές, περιορίζονταν στα του οίκου τους. Βέβαια η μόρφωση των πολιτών στη Λακεδαίμονα σκοπούσε στη διαμόρφωση αφοσιωμένων στην πόλη υπερασπιστών αλλά και ατόμων που απολάμβαναν μια αληθινή και μοναδική στα τότε χρονικά ισονομία και ανήκουστη στον ελλαδικό χώρο αυτάρκεια. Εξού και η αγωγή στην αρχαία Σπάρτη είχε ανατεθεί εξ ολοκλήρου στα χέρια του κράτους. Στην Αθήνα η εκπαίδευση (ιδιωτική) ανέκαθεν επιδίωξε την ανάπτυξη του πνεύματος σε αρμονία με την ανάπτυξη του σώματος, ώστε ο αυριανός πολίτης να είναι ελκυστικός στην όψη και αναλόγως ωραίος στην ψυχή. Η εκμάθηση της μουσικής θεωρούνταν εκ των ων ουκ άνευ. Τα εκπαιδευτήριά τους άρχισαν να ιδρύονται από τον 4ο π.Χ. αιώνα, όταν ο Πλάτων ίδρυσε (387) την «Ακαδήμεια», όπου δίδαξαν ορυφαίοι δάσκαλοι εκτός του ιδρυτή της (Σπεύσιππος, Ξενοκράτης, κ.ά.). Ακολούθως ο Αριστοτέλης ίδρυσε (335) το «Λύκειον», στο οποίο δίδαξαν ο ίδιος και οι περιπατητικοί φιλόσοφοι. Στη Ρώμη, επί αυτοκρατορίας του Τίτου Φλάβιου Βεσπασιανού (69-79 μ.Χ.), ιδρύθηκε πανεπιστήμιο, στο οποίο αρχικώς διδάσκονταν η ρητορική και η γραμματική. Από τους «ταγμένους» στην επιστήμη, τις τέχνες και τη δικαιοσύνη υπήρξε και ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός (76-138 μ.Χ), φιλέλλην υπερβολής, ο οποίος είχε μυηθεί και στα Ελευσίνια μυστήρια και ο οποίος, εκτός όλων των άλλων, ίδρυσε το πανεπιστήμιο «Αθήναιον». 
 Με τη χριστιανική περίοδο η εκπαίδευση πέρασε στα χέρια των κληρικών. Γνωστή βέβαια η Σχολή των Κατηχητών στο σπουδαιότατο πνευματικό κέντρο, την Αλεξάνδρεια, στην οποία, εκτός των άλλων φημισμένων δασκάλων, δίδαξαν ο Κλήμης και ο Ωριγένης. Στην Αλεξανδρινή αυτή Σχολή Θεολογίας κυριαρχούσα τάση υπήρξε ο συμβιβασμός της ελληνικής σκέψης με τα δόγματα του Χριστιανισμού αλλά και ένας αμυντικός αγώνας έναντι της Εθνικής Φιλοσοφίας. Κατά τον 4ο αιώνα έχουμε τους φωτισμένους ιεράρχες από την Καππαδοκία Μ. Βασίλειο, Γρηγ. Νύσσης και Γρηγ. Ναζιανζηνό. Στα 425, ο Θεοδόσιος ο Β' ίδρυσε το «Πανδιδακτήριον» και ο Ηράκλειος το «Οικουμενικόν Διδασκαλείον» (640-641). Ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος υποστήριξε πολύ την πνευματική ανάπτυξη του κράτους ιδρύοντας, εκτός των άλλων, το 1050 στην Κωνσταντινούπολη το «Διδασκαλείον των Νόμων», και έκτοτε παρατηρήθηκε μιμόνοαπολύτως απαραίτητα, είχαν όμως πολλά βιβλία, τοποθετημένα α μεγάλη και νέα τάση για μόρφωση στις χώρες οι οποίες επηρεάζονταν από τους Αραβες. Τότε μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν ελληνικά έργα ευρέως, και άρχισαν να ιδρύονται σχολές ανώτερης μόρφωσης. Το 1215 είναι η χρονιά που εγκαινιάστηκε το πρώτο πανεπιστήμιο στο Παρίσι. Τα «σχολεία», όπως τα εννοούμε σήμερα, αναπτύχθηκαν μαζί με την πόλη και τον άνθρωπο, καθώς βλέπουμε ότι μετά το πρώτο πανεπιστήμιο και με την αναμενόμενη πρόοδο δεν άργησαν να ιδρυθούν περί τα εκατό ανώτατα ιδρύματα στη Δυτική Ευρώπη. Είχε ήδη γίνει αναγκαία η ανάπτυξη της τάξης των εμπόρων και των μεγαλοκτηματιών κι έτσι δημιουργήθηκαν σχολές που τις συντηρούσαν οι δήμοι και οι κοινότητες, όπως λ.χ. στο Στρασβούγο και στη Γενεύη. Με την Αναγέννηση ανατέλλει λαμπρή εποχή για την εκπαίδευση και έτσι προδευτικά θεσπίστηκε, στα περισσότερα ελεύθερα και ευνομούμενα κράτη, η εκπαιδευτική νομοθεσία, η οποία μεριμνά και ρυθμίζει τη λειτουργία και την οργάνωση των σχολείων ως και την εκπαίδευση των παιδαγωγών. Ασφαλώς και κάθε χώρα έχει, αναλόγως της οικονομικής και πολιτιστικής της στάθμης, τους δικούς της νόμους, τις δικές της επιδιώξεις και ανάλογους στόχους. Τον 17ο αιώνα ο Τσέχος Γιαν Αμος Κομένσκι, γνωστός παγκοσμίως με το εκλατινισμένο όνομα Κομένιους (Comenius, 1592-1670), από τους προδρόμους της νεότερης παιδαγωγικής, ουμανιστής και μέγας πατριώτης, πρωτομίλησε για εθνικό σύστημα σχολείων, όπου «όλα τα πράγματα», και όχι μόνον όσα έχουν σχέση με τη θρησκεία, «θα διδάσκονται σε όλους τους ανθρώπους». Συγγραφέας της «Πανσοφίας», και του έξοχου μέχρι σήμερα έργου «Νεότατη μέθοδος της διδασκαλίας της γλώσσας», διευθυντής του περίφημου σχολείου του Φουλνέκ, θεολόγος και μέγας παιδαγωγός, υπερασπιστής των μητρικών γλωσσών ως οργάνων διδασκαλίας, υποστήριξε ότι «Προϋπόθεση κάθε διδασκαλίας, η οποία πρέπει να είναι σύντομη, σταθερή και ευχάριστη, είναι η εποπτεία. Προτού διδαχτεί μόνο απολύτως απαραίτητα, είχαν όμως πολλά βιβλία, τοποθετημένα κάθε λέξη, πρέπει, απαραιτήτως να έχει κατανοηθεί το αντικείμενο στο οποίο αντιστοιχεί η λέξη. Απαγορεύονται οι σωματικές ποινές. Για κάθε διδασκαλία πρέπει προηγουμένως να προκληθεί το ενδιαφέρον του μαθητή». 
Αλλά είναι πασίδηλο: Οι αρχές που διέπουν όλο το έργο του εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι σήμερα. Πάντως οι ιδέες του άρχισαν να συζητούνται σοβαρά στη Γαλλία, την Πολωνία, τη Ρωσία, την Πρωσία και τελικώς προτάθηκε η γενική υποχρεωτική δωρεάν εκπαίδευση και καθόλου δεν άργησαν, βοηθούσης και της βιομηχανικής ανάπτυξης, που επέτρεψε τη δημιουργία τέτοιων σχολείων με την προσφορά των απαραίτητων οικονομικών μέσων, να ευοδωθούν τα σχέδια για τα τρία στάδια: στοιχειώδης, μέση και ανώτερη εκπαίδευση. Ετσι, περί τα τέλη του 19ου αιώνα η στοιχειώδης εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική και δωρεάν σε όλες -σχεδόν- τις πολιτισμένες χώρες. Υπογραμμίζουμε το «σχεδόν», μια κι έχουμε προσωπικές εμπειρίες για το πόσο υποχρεωτική ήταν στις αχανείς μεγαλουπόλεις και στην εγκαταλειμμένη ύπαιθρο, όπου αρκετά δύστυχα παιδιά εργάζονταν στις αγορές, στα πλουσιόσπιτα ή στα κτήματα από όρθρου βαθέος. Και καλύτερα να μην αναφερθούμε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες δούλευαν. Ας είναι. Ηδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα, ύστερα από πολέμους, επαναστάσεις, ταξίδια και επαφές, μεταναστεύεσεις και αγώνες, η εκπαίδευση έπαψε να είναι προνόμιο των πλούσιων ή διανοούμενων οικογενειών, αν και δεν είναι μακρινός ο καιρός ο οποίος περιγράφεται στο κινηματογραφικό έργο του εξαιρετικού ιταλού σκηνοθέτη Ερμάνο Ολμι «Το δέντρο για τα τσόκαρα», όπου ο συνετός ιερέας ενός χωριού, απομονωμένου και πάμφτωχου, παροτρύνει έναν κολίγο να στείλει στο σχολείο το -ευφυέστατο- παιδί του κι εκείνος, ο πατέρας, τρομοκρατημένος: «Το δικό μου το παιδί στο σχολείο; Και μου λες τι θα πει ο αφέντης; Και ο κόσμος; Τι θα πει ο κόσμος;». Τελικώς ο μικρούλης, ενάντια στον φόβο, στην υποταγή και στις συνήθειες, πήγε στο σχολείο. Με μικρές, προσωπικές νίκες ωσάν αυτή ανυψώνονται κάποτε οι άνθρωποι. Αρκεί να σκεφθούμε ότι μεταξύ του 1950 και του 1960 στην Κίνα διπλασιάστηκαν οι μαθητές που φοιτούσαν στα σχολεία της, ενώ ανάλογη πρόοδος σημειώθηκε και σε άλλες χώρες της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής. 
Σήμερα σε νέες και υπό ανάπτυξη χώρες οι κυβερνήσεις ελπίζουν βάσιμα ότι με την εκπαίδευση θα υπάρξει οικονομική και κοινωνική αλλαγή, δηλαδή βελτίωση των συνθηκών της ζωής, γι' αυτό και καταβάλλουν - το δυνατόν- προσπάθειες για την ίδρυση και τον εξοπλισμό περισσότερων σχολείων, για την κατάκτηση της γνώσης που φέρνει την πρόοδο, προωθεί τις ιδέες και εξυψώνει τον άνθρωπο.





Σχόλια