"Κι Άσε τον Κόσμο τον Μεγάλο να Γυρίζει",Κόλουμ Μακ Καν

Ενδιαφέρον το μυθιστόρημα με τον ευρηματικό τίτλο "Κι Άσε τον Κόσμο τον Μεγάλο να Γυρίζει" του   Ιρλανδού συγγραφέα Κόλουμ Μακ Καν που έχει στο ενεργητικό του άλλο ένα,επίσης καλό, το "Ζόλι" , μεταφρασμένο κι αυτό από τον Αύγουστο Κορτώ για τις εκδόσεις Καστανιώτη.



Το διάβασα με ευχαρίστηση και προσοχή "παλεύοντας" παράλληλα να ολοκληρώσω επιτέλους την ανάγνωση του Φώκνερ.Η γραφή του Μακ Καν μου έδινε την αιτία για μερικά καλά διαλείμματα από τις καταθλιπτικές προσωπικότητες του Φώκνερ στο βιβλίο του "Η Βουή και Η Μανία".Βέβαια καμία σύγκριση,ο Φώκνερ, περισσότερο απ΄όλους όσους μπορώ να σκεφτώ,είναι ο πιο σαλεμένος (;) και μαζί ευφυής συγγραφέας που έχω διαβάσει και είναι ,έστω απειροελάχιστα, από πλευράς τεχνικής γραψίματος ελκυστικότερος ακόμα και από τον Ντοστογιέφσκι του οποίου η αξεπέραστη δυναμική έγκειται όχι τόσο στην γλωσσική μαστοριά αλλά στα θέματά του και στο πόσο καταθλιπτικά και μαύρα αποτυπώνει τις ετοιμόρροπες ή στέρεες προσωπικότητες των ηρώων του που βιώνουν μια σαθρή εποχή σε μια σάπια χώρα.Ο Φώκνερ είναι τεχνικά δεινότερος θα τολμήσω να πω,ίσως,και από τον Ναμπόκωφ,που τον θεωρώ μεγάλο μάστορα πλοκής και που έχει επίσης και μια πολύ ξεχωριστή και δύσκολη θεματολογία.Λέμε τώρα,υποκειμενικές εκτιμήσεις και προσλήψεις είναι αυτές,βέβαιο παραμένει μόνο το ότι η ανάγνωση είναι μια ύπουλα προσωπική υπόθεση και ευτυχώς.

Κάπου εδώ(ξανα)βάζω διαλεκτικά το ζήτημα της μετάφρασης.Μεγάλη δουλεία.Είναι το Α και το Ω για να κατακτήσεις ή όχι,τι λέω,να αγαπήσεις ή να σιχαθείς έναν συγγραφέα.Η ξένη λογοτεχνία παραμένει προσωπικό μου αναγνωστικό πάθος και νομίζω ότι,ειδικά για την αγγλόφωνη πτυχή της, έχει διαμορφωθεί ήδη από χρόνια μια ενδιαφέρουσα τάση συγγραφής,μυθιστορημάτων περισσότερο, που είναι δυνατόν να διαβάζονται-δηλαδή να το αφορούν-από ένα ευρύ και ετερογενές κοινό αλλά να πατάνε και να τιμούν,να έχουν αφομοιώσει όλη την ομορφιά των κλασσικών τους,να έχουν λόγο ύπαρξης,να είναι εντέλει "γεννήματα" λογοτεχνίας, δημιουργίας και έμπνευσης που απευθύνονται σε πραγματικά πολλούς.Ο Faber πχ για παράδειγμα είναι έξοχος,όντας bestsellerάς ολκής,ναι,αλλά πώς, γιατί;Γιατί είναι πρωτίστως μεθοδικός,έχει μια πορεία πίσω του που αφετηρία της είναι η βικτωριανή λογοτεχνία,υπάρχουν επιρροές,εγκιβωτισμοί, μια τεράστια τέλος πάντων δουλειά ,έρευνα και γνώση, που τον έφτασαν στην φάση του συγγραφέα bestseller,που έρχεται όμως ως η δικαίωσή του ,στο κάτω-κάτω ζει απ΄ αυτό, είναι η "δουλειά" του..

Ο Κόλουμ Μακ Καν τολμώ να πω ότι δίνει ήδη από το προηγούμενο βιβλίο του κάποια τέτοια , ανάλογα δείγματα:δυνατή τεχνική,κοφτερή αλλά όχι δαιμονική γλώσσα, φιλοπεριθωριακή και γι αυτό εξόχως ανθρωποκεντρική θεματολογία, κινηματογραφική ματιά με συνεχή εικονοποίηση και ανάπτυξη(αν κι όχι όλων) των χαρακτήρων σε ένα στοιχειώδες βάθος μελλοντικού χρόνου.
Δεν είναι Φέημπερ αλλά δεν πειράζει.Εννοώ πως του βρήκα αδυναμίες,ειδικά στο τέλος εκεί που επιχειρεί αυτήν την ανάπτυξη των χαρακτήρων σε μελλοντικό χρόνο,δηλαδή όταν φανερώνει πια έντονη σεναριακή πρόθεση και κλείνει βιαστικά τις συνδεόμενες μεταξύ τους σαν σε ταινία ιστορίες, όπως στα φιλμ,όπου με κειμενάκια- που πέφτουν μαζί σχεδόν με τα γράμματα - εξιστορούνται γρήγορα γρήγορα οι τύχες κάποιων που δρούσαν πρωταγωνιστικά στην πρώτιστη,κύρια ιστορία.
Μου φάνηκε τσαπατσουλιά ή και πονηριά,δεν είναι ανάγκη να γίνονται όλα πια τα μυθιστορήματα, που πάνε καλά εισπρακτικά, και ταινίες.

Χαρακτήρες όπως η Λάρα και ο Κίραν Κόριγκαν δεν χωράνε σε κειμενάκια τέλους ταινιών,εκτός αν σκοπεύει να επανέλθει με άλλο βιβλίο και να κεντήσει ξεχωριστά την ιστορία αυτών των δυο που είναι οι στυλοβάτες του πονήματός του αν και όχι οι μοναδικοί του πρωταγωνιστές.
Θέλοντας να γράψει για την 9η Σεπτεμβρίου και την κατάρρευση των πύργων ο Μακ Καν στήνει έναν κόσμο στον οποίο πραγματικότητα,αλληγορία, φαινομενικό και αληθινό γίνονται ένα με τους τσαλαπατημένους του ήρωες που όμως δεν είναι ολότελα κουρέλια,έχουν ακόμα ελπίδα,διαθέτουν μια προσμονή για το αύριο που σε εντυπωσιάζει.
Στην ατμόσφαιρα του βιβλίου μπήκα αργά εξαιτίας της άνισης μετάφρασης γι αυτό και όλη η αρχική μουρμούρα.Το να είσαι συγγραφέας ο ίδιος δεν σε κάνει οπωσδήποτε και άψογο μεταφραστή αν και είμαι απόλυτη στην ευγνωμοσύνη μου για την συμβολή όλων των μεταφραστών,αυτοί έχουν φέρει την ξένη λογοτεχνία κοντά μας.Σήμερα όμως πάρα πολλοί αναγνώστες μιλάμε και γράφουμε άνετα αρκετές γλώσσες και ανατρέχοντας στα πρωτότυπα -εύκολα,μέσω διαδικτύου πχ- μπορούμε να διαμορφώσουμε συγκριτική γνώμη,φίλοι μεταφραστές και αγαπητοί συγγραφείς που μεταφράζετε, χρειάζεται προσοχή.

Τέλος πάντων η ιστορία ξεκινάει το καλοκαίρι του 1974 στην Νέα Υόρκη με την περιγραφή σε έξι μόλις σελίδες του αληθινού τολμήματος του Γάλλου σχοινοβάτη Φιλίπ Πετί να ισορροπήσει και να περπατήσει την απόσταση ανάμεσα στους μόλις τότε χτισμένους πύργους πάνω σε τεντωμένο σύρμα κρατώντας ένα κοντάρι.Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε:



7 Αυγούστου 1974. Στον απόηχο του πολέμου του Βιετνάμ και δύο μέρες πριν απ' την παραίτηση Νίξον, ο Γάλλος σχοινοβάτης Φιλίπ Πετί διασχίζει πάνω σ' ένα σύρμα το αβυσσώδες κενό ανάμεσα στους νεόδμητους Δίδυμους Πύργους.
Στη σκιά αυτού του παράτολμου κατορθώματος,ετερόκλητα πεπρωμένα συγκρούονται -χαροκαμένες μητέρες νεκρών του Βιετνάμ,πόρνες, μαστροποί, τεχνοκράτες και κοσμοκαλόγεροι μπαινοβγαίνουν ερήμην τους ο ένας στη ζωή του άλλου, αναζητώντας γαλήνη κι εξιλέωση σε αυτή την απάνθρωπη ακροβασία της ζωής.

Η ιστοριούλα αυτή των έξι σελίδων κρατάει πάνω της όλο το βιβλίο.Με αλληγορικό κλειδί αυτήν μπαίνει ο αναγνώστης και στις ιστορίες που υφαίνονται πάνω της,ιστορίες των ανθρώπων με αυτές τις συγκρουόμενες μεταξύ τους ιδιότητες του Κόριγκαν,της Κλερ,της Γκλόρια,της Λάρα, της Τίλυ,της Τζάζλιν,της Τζάζλιν-ναι,δυο είναι- και μιλάμε για ιστορίες απώλειας, θανάτου και θλίψης τις οποίες ο Μακ Καν μας δίνει χωρίς μελοδραματισμούς αλλά και διόλου κυνικά.
Γενικά το γράψιμό του έχει ζεστασιά και ουμανισμό,είναι αλληγορικό αλλά εύκολα καταλαβαίνεις τι θέλει να πει,"εκτοξεύει" δε τις αλήθειες του με τόσο αρμονικό τρόπο που περνάνε στον αναγνώστη ως διαχρονικά επίκαιρες,καθώς ενώ αυτός βρίσκεται στο τέλος του ζοφερού 2010 και διαβάζει πικρές ιστορίες του 1974 τα 36 ολόκληρα χρόνια που παρεμβάλλονται μοιάζουν μόλις χτες.

Θέλοντας να κλείσω και προτρέποντάς σας να διαβάσετε τον Ιρλανδό αυτό συγγραφέα παρά τις μικρές του αδυναμίες, σας παραθέτω ένα απόσπασμα από μια του συνέντευξη,θα καταλάβετε γιατί.  


Πότε πρωτοσκεφτήκατε ότι θέλετε να γίνετε συγγραφέας;
Aπό μικρή ηλικία. Ο πατέρας μου ήταν δημοσιογράφος στο Δουβλίνο. Στην ηλικία των εννιά ξεκίνησα να γράφω ιστορίες. Δεν πήρα συνειδητή απόφαση, μέχρι τα είκοσι τρία - είκοσι τέσσερα που εγκαταστάθηκα στην Αμερική. Έπρεπε να δραπετεύσω από την ασφάλεια και την άνεση του σπιτιού μου. Γράφω εδώ και είκοσι χρόνια τώρα. Αισθάνομαι τόσο τυχερός που μπορώ να το κάνω.  
Ποιο ήταν το έναυσμα της ιστορίας για το «Kι άσε τον κόσμο τον μεγάλο να γυρίζει»;  H ιδέα προήλθε από μια βαθιά ανάγκη να γράψω για την 9/11 χωρίς άμεση όμως αναφορά. Ή τουλάχιστον δίχως να εμπλέκεται με τους καθαυτούς μηχανισμούς της. Ήθελα να γράψω σε ένα πιο ποιητικό, πιο ερμηνευτικό επίπεδο. Λίγο μετά την κατάρρευση των Πύργων θυμήθηκα το περπάτημα του Φιλίπ Πετί. To είχα διαβάσει στον Πολ Όστερ. Ήθελα να γράψω γι’ αυτό αμέσως, αλλά δούλευα ένα άλλο βιβλίο. Έβαλα την ιδέα στο συρτάρι αλλά διαρκώς επέστρεφε. Σαν παλιά πληγή. Η ερώτηση που θέλω να θέσω είναι: πώς αναρρώνουμε; Θέλω να δω αν ένα έθνος, ακριβώς όπως ένα ανθρώπινο ον, μπορεί να συνέλθει. Αυτό που επιζητούσα μέσα σε όλον αυτόν το θόρυβο ήταν μια στιγμή χάριτος και αλήθειας. Ένα άλλο στοιχείο ήταν ότι ο πατριός μου Roger Hawke ήταν στο WTC εκείνη τη μέρα, στον 59ο όροφο. Ήρθε στο διαμέρισμα που ζούσα με τη γυναίκα μου καλυμμένος με σκόνη και θυμάμαι την κόρη μου Isabella να μυρίζει τα ρούχα του και να λέει «ο παππούς καίγεται», κι εγώ της είπα «όχι, όχι, αγαπούλα μου, είναι μόνο ο καπνός από τα κτίρια που πότισε τα ρούχα του». Εκείνη όμως μου είπε με τη γλώσσα ενός μωρού, «όχι, όχι, καίγεται από μέσα» και κατάλαβα αμέσως ότι αναφερόταν σε ένα έθνος. Είχε δίκιο, καιγόμαστε από μέσα προς τα έξω. Έτσι ήθελα να γράψω για την 9/11 και ταξίδεψα πίσω στο 1974...

Πόσο δύσκολο ήταν να τοποθετήσετε το χρόνο και το χώρο του βιβλίου στο 1974; Τι έρευνα χρειάστηκε;
Συνολικά μου πήρε τρεισήμισι χρόνια. Ένας χρόνος ήταν για την έρευνα. Για ένα συγκεκριμένο κομμάτι του βιβλίου τριγύρισα πολύ στο Μπρονξ και βγήκα έξω με τους αστυνομικούς. Ακολουθούσα μέχρι και το τμήμα ανθρωποκτονιών. Ήθελα να δω προσεκτικά τη σύσταση της πόλης, μολονότι έχει αλλάξει πολύ από το 1974. Ακόμη, όπως πάντα, πέρασα πολύ καιρό σε βιβλιοθήκες, αναγνωστήρια, παρακολουθώντας ταινίες, ψάχνοντας φωτογραφίες. Το άλλο που ήθελα να καταλάβω καλά ήταν η γλώσσα του 1974, οπότε διάβασα πολλές προφορικές εξιστορήσεις. Όμως μου αρέσει να κάνω έρευνα. Μου ανοίγει τον ορίζοντα.

Σχόλια

  1. Ανώνυμος18/11/10 14:43

    Καλημέρα,κάτι με χαλάει και μένα στις μεταφράσεις του Κορτώ.
    Είχαν οι γονείς μου ένα βιβλίο του Σάλιντζερ,το "Ψηλά σηκώστε τη σκεπή μαστόροι" παλιό,δεκαετίας ΄80,εκδόσεις Γράμματα σε μετάφραση
    του Σεραφείμ Βελέντζα.Η αλήθεια είναι ότι το είχα συνηθίσει έτσι και δεν κάθισα να το ψειρίσω,με ικανοποίησε ως μετάφραση,απόδοση,πέστε το όπως νομίζετε.Ο αυθεντικός τίτλος είναι "Raise High the Roof Beam, Carpenters and Seymour: An Introduction".
    Ο Κορτώ μεταφράζει για τον Καστανιώτη που έβγαλε τώρα πάλι το βιβλίο:"Ψηλά σηκώστε στέγη ξυλουργοί. Σίμορ, συστατικά στοιχεία"....Πολύ κακόηχο,τι να πω,άχαρο.Μέσα στο ίδιο το βιβλίο πια κάνει ανάλογα μεταφραστικά τσαλιμάκια.Δεν καταλαβαίνω γιατί.Πρέπει όμως να σας πω ότι μου αρέσει το γράψιμο των δικών του βιβλίων.Το "Αυτοκτονώντας ασύστολα" μου έχει μείνει για τα καλά στην μνήμη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Aνώνυμε/η,
    μάλλον κατά λάθος γράφεις "ψηλά"."Ψηλή" λέει,
    "ψηλή σηκώστε στέγη ξυλουργοί" κτλ.Το έχω το βιβλίο που λες κι έχω και το τωρινό του Καστανιώτη.Με βάζεις σε πειρασμό να τα αντιπαραβάλω,
    πράγμα διασκεδαστικό ως λογοτεχνικό παιχνίδι ανάπαυλας από τα ίδια και τα ίδια.Βρήκα τι επιπλέον θα κάνω το ΣΚ.....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμε/η,μια παρουσίαση του "Αυτοκτονώντας Ασύστολα" θα ήταν ευπρόσδεκτη,το έχω κι εγώ διαβάσει με ενδιαφέρον,θα ήθελα όμως μιαν άλλη εξωλεσχική-μπλιαχ,δεν μου άρεσε η λέξη που σκάρωσα- άποψη.Τι λες;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος23/11/10 22:19

    Δεν λέω!Ούτε να φτύσω καλή μου δεν προλαβαίνω,άσε που δεν τα καταφέρνω σε αυτά.Διαβάστε πάντως,ρίξτε μια ματιά στον κ.Αύγουστο Κορτώ ή κατά κόσμον Πέτρο Χατζόπουλο.Έχει ενδιαφέρον ο τύπος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ανώνυμος2/12/10 10:03

    Μόλις τελείωσα κι εγώ το βιβλίο και θα συμφωνήσω με τα σχόλιά σας. Η μετάφραση του Κορτώ μου φάνηκε ανισομερής κυρίως, πότε πολύ colloquial, πότε πολύ κυριλέ, η επιλογή των λέξεων μερικές φορές αδικαιολόγητα επιτηδευμένη. Ειδικά αυτό το "η πόλη κάτωθέ του" μου κατσε :)

    Συν του ότι το βιβλίο είχε πολλά τυπογραφικά λάθη (μερικά εκ των οποίων έβγαζαν μάτι)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος9/12/10 21:16

    Colloquial δηλαδή λαϊκή.Πολύ colloquial;Άσε,τριλάικ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ανώνυμος10/12/10 16:31

    Άσχετο αλλά κάπου παραπάνω ο Μακ Καν αναφέρει το όνομα του Όστερ.Αν συνεχίσετε με αμερικάνικη λογοτεχνία στην λέσχη, προτείνω να διαβάσετε την τριλογία του Paul Auster,"Γιάλινη Πόλη","Φαντάσματα" και "Κλειδωμένο Δωμάτιο".
    Τελειώσατε επιτέλους με τον Φόκνερ;Καλά,πώς σας πρόκυψε,ρε παιδιά,με Φόκνερ ξεκινήσατε την αμερικάνικη;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ανώνυμος29/12/10 14:53

    Και σε μένα αρέσει ο Μακ Καν,εκφράζει πολύ καλά το ύφος της τρέχουσας αγγλόφωνης λογοτεχνίας,οι ήρωές του σε αυτό το μυθιστόρημα ήταν τόσο σημερινοί,τόσο πειστικοί.Έχω διαβάσει και το "Ζόλι",σας τον συστήνω.Επίσης θέλω να πω πόσο πραγματικά με στεναχωρεί που αν αναζητήσω μια πιο σύγχρονη λογοτεχνία πρέπει βασικά να στραφώ στην ξένη.Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είναι τελικά τόσο προβλέψιμη...Σαν να μην έχει πια θέματα.Λέτε η κρίση να φέρει έμπνευση;

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου