"Σαν το Λίγο το Νερό",Σωτήρης Δημητρίου









Μέρες τώρα προσπαθώ να συνέλθω από το βιβλίο αυτό του Σωτήρη Δημητρίου, που είναι το πρώτο και πιθανότατα το τελευταίο του που διαβάζω.Δυσκολεύομαι.Διότι διάβασα ένα από τα πιο εμπαθή, τα πιο μισάνθρωπα βιβλία, που μπορούσα να φανταστώ!Και οι τεχνικές,οι λογοτεχνικές αρετές που μπορεί να διαθέτει ένα βιβλίο μίσους είναι σταγόνα στον ωκεανό.Ακόμα κι εγώ που τις προσέχω,που με ενδιαφέρουν αρκετά δεν έδωσα σημασία κάτω από το σφυροκόπημα μίσους, που έτρωγα κατακέφαλα από τις πρώτες κιόλας σελίδες....
Η ιδέα της αφήγησης των σκέψεων κάποιου, που μόλις έχει πεθάνει και ως ψυχή-πεταλούδα τριγυρίζει στον χώρο και στον χρόνο, θα μπορούσε να είναι μια σπουδαία αφετηρία για ένα καλό,
στοχαστικό,φευγάτο διήγημα και βεβαίως να πει και να στηλιτεύσει ό,τι νομίζει-κουτσή ξεκουτσή δημοκρατία, ευτυχώς,δημοκρατία είναι αυτό που έχουμε- με τρόπο πάντως που να μην είναι κατάφωρα προπαγανδιστικός διότι τότε δύσκολα αποφεύγει την γελοιοποίηση.
Δεν είναι όμως παρά αφορμή για ένα άνισο και άτονο,άνευρο,εμπαθές και στημένο-υπό μορφήν βιβλίου με λέξεις της ωραίας και άγνωστης, γι αυτό καλοδεχούμενης στο μάτι του αναγνώστη, ντοπιολαλιάς της Ηπείρου-σκηνικό, για να βάλει στα στόματα των δυο συγγενισσών του,της μάνας του και της αδελφής της,όση περισσότερη χολή και μίσος μπορεί να έχει κατακαθίσει σε μια ψυχή.

Είναι δυνατόν να έχεις πεθάνει,να έχεις δηλαδή διανύσει τον χρόνο σου στον χώρο και στην αποτίμηση το μόνο, που σου έχει μείνει είναι μια λύσσα να εξακοντίζεις δηλητήριο παντού, όπου ως ελευθερωμένη από το σαρκίο σου άυλη ενέργεια περιφέρεσαι;
Διότι ως ψυχή στο πρώτο κομμάτι ή αν προτιμάτε κεφάλαιο του διηγήματος ανακαλεί ο συγγραφέας πολλά και διάφορα που έχει βιώσει,μα κανένα καλό ανάμεσά τους !Παντού περιρρέουσα ξινίλα,μια γεροντοκοριά με τα όλα της,σαν να πέρασε κατά λάθος αυτή η ψυχή από τον μάταιο τούτο κόσμο και τα στραβόειδε όλα,τα αφόρισε όλα,τα βρήκε λειψά,κακά και αγέλαστα,φτηνά και ιδιοτελή.
Και στην τελευταία παράγραφο νομίζεις-επιτέλους-ότι κάτι έχει μείνει από τα παιδικάτα της και μια τρυφεράδα θα θυμηθεί,να γλυκάνει το βαρύ κλίμα αφού γράφει:"Κρατήθηκα πάλι,όπως έκανα μερικές φορές και στην γη,απ΄την μητρική μου γλώσσα.Ήταν ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι και στην αυλή κουβέντιαζαν η μάνα μου,η Κάλλιω και η Σοφιά,η αδερφή τής μάνας μου.Εγώ είχα ξαπλώσει κι από το ανοιχτό παράθυρο έμπαιναν τα λόγια τους. Επιδρούσε ο ήχος απ΄τα λόγια τους στο σώμα μου γλυκομουδιαστά. Κοιμόμουν και μόνον η ακοή μου έμενε ξάγρυπνη.Σαν μισόυπνο όνειρο."

Όμως όχι,αναγνώστη,την έχεις πατήσει.Βάζει ο συγγραφέας ένα παιδί μισοκοιμισμένο, καλοκαιριάτικα να έχει κρατήσει, λαθρακούγοντας μάλιστα, σε γλυκερή αναπόληση από την αυλή του πατρικού του, έναν από τους πιο χολιασμένους διαλόγους, που έχω ποτέ μου διαβάσει σε βιβλίο.
Ο Δημητρίου δουλεύει με άπειρη ομολογουμένως μαεστρία έναν διάλογο στον οποίο παρελαύνουν σάπιοι,άθλιοι,ανθρωποχαλαστές, αυτά τα τέρατα που "βρυκολάκους" τους αποκαλούν οι γυναίκες-υποτίθεται δυο απλές γυναίκες του χωριού -οι αντάρτες του ΕΛΑΣ.
Είναι ο δέκτης του μίσους σ΄αυτό το κεφάλαιο, στο οποίο ο συγγραφέας σκαλίζει καταστάσεις με την πένα του μονομερώς βουτηγμένη στην πιο μαύρη χολή.Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ ήταν τα τέρατα,οι άλλοι ήταν τα κολλεγιόπαιδα.Και το ανάποδο.

Είπαμε ως χώρα να βάλουμε στην άκρη τις ζυγαριές μίσους για τον θλιβερό εμφύλιο που μας διέλυσε,να θυμόμαστε,να διδασκόμαστε ,να μην κουκουλώνουμε,για να μην επαναλάβουμε ποτέ.

Ο Σωτήρης Δημητρίου όμως φορτώνει την λογοτεχνική του ζυγαριά από την μια μόνο μεριά,παίρνει θέση,στρατεύεται και το βρίσκω πολύ θλιβερό 60 και βάλε χρόνια μετά. Βέβαια στον καταιγιστικό διάλογο με τα απείρου κάλλους στολίδια,η περισσή χολή δεν ρέει άφθονη μόνο γι αυτούς τους "καταραμένους", αλλά και πολλούς ακόμα... συγχωριανούς τους συφοριασμένους, χαλασμένους, σκάρτους και αυτούς κατά τον συγγραφέα,που κάνουνε γάμους θλιβερούς,τόσο που κακοπέφτουν σχεδόν όλες οι δολιο νύφες και αποκαλούνται μαυρο Φροσύνη η μια,μαυρο Σοφιά του Ζώτου η άλλη και ...και δώστου μαύρη μαυρίλα.

Είχα την υπομονή να συνεχίσω την ανάγνωση παρόλο το μίσος,είχα πια μια διαστροφή να δω αν η ψυχή θα συναντούσε κάπου την λύτρωσή της,αν θα ελάφραινε.Μάταια.Μέχρι τέλους ανακύκλωση του μίσους,απόρριψη, αποστροφή,κανένας καλός,όλοι και στις κατοπινές υποτίθεται εποχές που περιγράφει είναι μια από τα ίδια,φευ,απλά την πένα-μυδραλιοβόλο στο τρίτο και τέταρτο κεφάλαιο την στρέφει καταπάνω σε άλλα πρόσωπα αλλά πάντα με το ίδιο μίσος.
Και κάπου εκεί ήρθε στο μυαλό μου η ανάγνωση του εξαίσιου βιβλίου του Ηλία Βενέζη "Το Νούμερο 31328" στο οποίο περιγράφει την προσωπική του εμπειρία όταν στα Τάγματα Εργασίας βίωσε με τον πιο απάνθρωπο τρόπο τα πιο ταπεινωτικά σωματικά και ψυχικά μαρτύρια και ήταν ένας από τους ελάχιστους που κατόρθωσαν να επιζήσουν.
Ο Βενέζης μοιράζει απλόχερα τον οίκτο του ανάμεσα σε βασανιζόμενους και βασανιστές, βλέπει την απόλυτη κακία των ανθρώπων,που κάνουν πολέμους, εγκλήματα,γενοκτονίες και όλα αυτά τα αίσχη αλλά λυπάται την ανθρώπινη φύση,δεν μισεί άρα δεν μεταφέρει μίσος ούτε στον σοκαρισμένο αναγνώστη και αυτό είναι ένα από τα πολλά γνωρίσματα, που συνθέτουν το μεγάλο ταλέντο του και τον καθιστούν, μαζί με λίγους ακόμα,έναν από τους κορυφαίους Έλληνες λογοτέχνες.

Αντίθετα,χωρίς φυσικά να γίνεται σύγκριση-εκεί που στέκεται ο Βενέζης ούτε στον ύπνο του δεν θα φτάσει ο Δημητρίου και πολλοί σημερινοί-στην κρεατομηχανή του μίσους της περιφερόμενης ψυχής του αλέθει με την σειρά τους και μετανάστες,νέγρους,γυναίκες,ασεβείς κατά τα κριτήριά του νεαρούς, τρόπους ζωής,συμπεριφορές,αλήθειες,ψέμματα,αιτιάσεις,κοινωνικές καταστάσεις και μορφώματα μαζικής νοοτροπίας,διαπιστώσεις σαν την παρακάτω:

  "Οι γυναίκες που πέρα από την οικιακότητα μπήκαν στην αγορά εργασίας ίσως υπάκουαν στην φωνή του είδους που ήθελε όλες οι δυνάμεις να ριχτούν στην μάχη.Η ψευτοσύγκλιση των φύλων-το κορίτσι αντιμετωπιζόταν πια όπως το αγόρι-ήταν επιφανειακή.Οι γυναίκες ένιωθαν πιο βαθιά την κατώτερη θέση τους και το σεξιστικό βλέμμα της κοινωνίας.Αλλά αυτό παραδόξως...."

Κτλ κτλ κτλ,σταματώ,τι να πω...Την πάτησα,πέταξα τα ωραία μου και λιγοστά ευρώ και παρέσυρα και φίλες-κατάπληκτες από την τόση χολή του βιβλίου κι αυτές-με τις οποίες έχουμε στήσει και μια δεύτερη,ολογομελή λέσχη ανάγνωσης στην Μεσοποταμία,την ωραία,δυναμική συλλογικότητα της γειτονιάς μας.
Είπαμε αφού διαβάζουμε σύγχρονη,ελληνική λογοτεχνία να αγοράσουμε ένα βιβλίο του Δημητρίου, άντε αυτό που εκδόθηκε από τα ταλαίπωρα Ελληνικά Γράμματα.
Πού να φανταστούμε...

Σχόλια

  1. Ανώνυμος10/12/10 12:57

    Φίλες της Μεσοποταμίας μάλλον εσείς κοιτάτε λιγάκι παραπάνω προς τ΄αριστερά.Αν ναι, πιστεύετε ότι διασώζονται από την εμπάθεια οι συγγραφείς της Αριστεράς, που έχουν γράψει τόμους και τόμους πάνω στα όσα, αλήθεια ή ψέμματα, υπέστησαν ήδη πολύ πριν τον εμφύλιο;Τι σημαίνει εντέλει στράτευση;Και πόσο και σε τι διαφέρει από την προπαγάνδα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μεγάλη,τεράστια συζήτηση ανοίγεις!
    Παναγιά μου,χριστουγεννιάτικα...
    Να σου πω μόνον το εξής,φίλε,ή φίλη μου:οι συγγραφείς της αριστεράς -όλοι όσοι έρχονται στο μυαλό μου τουλάχιστον-δεν σκαλίζουν μονόπλευρα τις πληγές,κάνουν και κριτική και αυτοκριτική,παραθέτουν τις ενοχές τους και ομολογούν τα λάθη τους.Και σε τελική τι θέλεις;Να στήσουμε μια (μετ)εμφυλιακή ζυγαριά και να ζυγίσουμε πόσες ζωές χάθηκαν περισσότερες από ποιά πλευρά;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος10/12/10 15:49

    Δηλαδή λέτε ότι ο Σωτήρης Δημητρίου αυτό κάνει;
    Τα οπωροφόρα δέντρα της Αθήνας δεν σας άρεσαν;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τα οπωροφόρα δέντρα της Αθήνας μια χαρά μου αρέσουν."Τα "Οπωροφόρα Δέντρα της Αθήνας" του Δημητρίου δεν τα έχω διαβάσει κι ούτε επιθυμώ.
    Άλλο να ευωδιάζουν αγριοκέρασα οι σιωπές
    κι άλλο να ζέχνει ακόμα αίμα και πύον το κουφάρι του εμφυλίου.
    Δεξιές και αριστερές ύαινες.
    Ορμάτε μόλις πλαταγίσουν τα βρωμερά σας ρουθούνια από την μυρωδιά του θανάτου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου