"Ζωή Χαρισάμενη",Σπύρος Γιανναράς





Δεν σπεύδω να διαβάσω ό,τι καινούργιο εκδίδεται -κι ας έχει εγγυήσεις πως θα είναι καλό,μπορεί και θαυμάσιο-συγχωρείστε με φίλοι,προτιμώ να πέσει λιγάκι η ματιά του χρόνου πάνω στο κείμενο, να φιλτραριστούν από τον ανώνυμο αναγνώστη το δημοσιοσχετίστικο λιβάνισμα ή η μουρμούρα στα λογής έντυπα και στα blogs και στις κλίνες περισπούδαστης ανατομίας στις οποίες καιρό τώρα διάφοροι ξερόλες ξαπλώνουν την ελληνική λογοτεχνία που νοσούσα  αυτή κι αναζητώντας σε κομπογιαννίτες μια γιατρειά που,φευ, ξεφευ,δεν έρχεται,δεν μπορεί να ορθοποδήσει,η έρημη.
Όμως με τον Σπύρο τον Γιανναρά έκανα άλλη μιαν εξαίρεση και αφού προσπάθησα να (ξανα)αφήσω στην άκρη το ποιου γιος είναι-αμάν βρε φίλοι, είναι ο γιος του πατέρα του,καλά κάνει και να καμαρώνει πρέπει,αλλά εκείνος -εσάς σε τι σας επηρεάζει αυτό ως προς την επιλογή ανάγνωσης των διηγημάτων του; Έλεος.
Ο "Λοξίας" του, που εκδόθηκε από τις πολύ ωραίες εκδόσεις Ίνδικτος πριν δυο τρία χρόνια ,με είχε κερδίσει ,ήταν μια ξεχωριστή συλλογή από πολλές οπτικές ιδωμένη ως τέτοια .
Έτσι με νωπές τις εντυπώσεις από τον "Λοξία" το Σαββατοκύριακο που πέρασε το μοιράστηκα με τους ήρωες του Σπύρου Γιανναρά που κατοικούν σε νέα έξι διηγήματά του στην με τίτλο "Ζωή Χαρισάμενη" συλλογή που εκδόθηκε πριν λίγες μέρες από τις επίσης ποιοτικές εκδόσεις Πόλις.

Άφησα λοιπόν,πριν σας παρουσιάσω το βιβλίο,την εβδομάδα να κυλήσει και σήμερα που πήρα χαρτί και μολύβι,που λέει ο λόγος,διαπιστώνω ότι συνεχίζω να κουβαλάω στοχασμούς για την ατμόσφαιρα του κάθε διηγήματος και πως πολλές φορές ξαναπήγε ο νους μου στα πρόσωπα που συνθέτουν το μωσαϊκό των καταστάσεων,η δε γλωσσική ιδιαιτερότητα του Γιανναρά που στην αρχή την είδα λίγο καχύποπτα έχει μείνει ανέπαφη στην καταγραφή των διηγημάτων στην μνήμη μου και γι αυτό του οφείλω.Διότι πολύ συχνά κάνουμε ένα αλλοτριωμένο διάβασμα,διάβασμα με πασαλείμματα το αποκαλώ και καταπίνουμε εκατοντάδες κείμενα απλά από αναγνωστική ταμαχιά,έτσι για να πούμε ότι το διαβάσαμε κι αυτό του τάδε μα στο δια ταύτα δεν μας έχει μείνει τ ί π ο τ α . Όμως αυτή την φορά η Λογοτεχνία καλά κρατεί.
Πρόκειται για διηγήματα που ανεβάζουν και πάλι τον πήχη της συγγραφικής μαστοριάς, όπως ήδη επισήμανα ως προς την γλώσσα κυρίως, την οποία άνετα πλάθει όπως θέλει ο συγγραφέας και μάλιστα την απελευθερώνει από τα ομιλούμενα όριά της και την ανασυνθέτει σε γραπτό λόγο και καταλήγει σε ένα άκρως προσωπικό,αναγνωρίσιμο και για τον αναγνώστη χαρακτηριστικό,σε ένα πολύ ενδιαφέρον και καθόλου ψυχρό γλωσσικό κράμα, που απο τώρα και στο εξής θα το αποκαλώ "γιανναρικό".
Στολίζει ο Γιανναράς αναμφισβήτητα την γλώσσα που χρησιμοποιεί, εναλλάσσει την καθημερινή διατύπωση με εκείνην την πιο λόγια, την πιο των βιβλίων γλώσσα,αλλά δεν ξεπέφτει ποτέ, σε καμιά περίπτωση με δωράκια-καθρεφτάκια για ακατέργαστους ιθαγενείς της ανάγνωσης. Σε πιέζει να τον παρακολουθήσεις,να εστιάσεις απόλυτα,απευθύνεται σε β΄ενικό συχνά πυκνά σε σένα,σε "βλέπει" συνεχώς,αν δεν μπορείς όμως ή δεν θέλεις με γεια σου με χαρά σου,σου δίνεται και εναλλακτική ανάγνωση:μπορείς να μείνεις στα συνήθη, στα γνωστά, στην επιφάνεια.Γιατί αυτά;Διότι διαθέτει κρυστάλλινη,άψογη επιφάνεια για τα μάτια και σκοτεινό, απύθμενο για την ψυχή βάθος και έτσι διάλεξε εσύ αναγνώστη και κράτα για σένα μια και πολλές από τις πάμπολλες αναγνώσεις,κάνε ανάβαση πατώντας γερά σε πολλά σκαλοπάτια-επίπεδα γραφής (άρα και ανάγνωσης), απόλαυσε τις πολλές ελευθερίες κατανόησης,κρίσης,αποδοχής,σχολιασμού αλλά και κατάβασης επίσης,γιατί όχι, με πολλά σκαλοπάτια-επίπεδα,ταύτισης ή απόρριψης.

Και τα έξι διηγήματα τα θεωρώ φυσιολογικά γεννήματα πολύχρονης αναγνωστικής εντρύφησης και πειθαρχημένης,έτσι μου φάνηκε,συγγραφικής άσκησης.Η αγάπη του Σπύρου Γιανναρά για την μεγάλη,την παγκόσμια λογοτεχνία είναι ολοφάνερη και τον τιμούν οι αναφορές του σε αυτήν χωρίς διόλου να αποτελούν δεκανίκια του,τροχοπέδη ή παγίδα σύγκρισης(αυτή η διακειμενικότητα ,τι φάκα) .Έχει αφομοιώσει,έχει εγκιβωτίσει, έχει διδαχθεί και με άνεση πια αλλά και γενναιοδωρία μεταφέρει,μοιράζεται,επεκτείνει το ταλέντο του και εντέλει δημιουργεί μιαν ολότελα δική του γραφή παραθέτοντας θεματική ποικιλία που σε ιντριγκάρει.Διότι οι ήρωές του δεν είναι ακριβώς φιγούρες, καρικατούρες πχ των δυτικών συνοικών αλλά δεν είναι και ψυχικεκαλιώτες νεόπλουτοι ή πλούσιοι βιπάδες και σαχλοί γλυφαδιώτες,είναι οικείοι καταρχάς σε όλους μας τύποι που κάποια στιγμή, αδιάφορη για μας κομβική για εκείνους,την «ακούνε».
Δράττομαι εδώ της ευκαιρίας να βροντοφωνάξω στο μουχλιασμένο καθηγηταριάτο που κάνει τα λογοτεχνικά χάλια της εν γένει χάλια χώρας μεγαλύτερα το εξής:είναι ωραία γιατί είναι ζωντανή η νεανική καθομιλουμένη,αυτά τα δημιουργικά ελληνικά των εφήβων,φρέσκους και ευφάνταστους και τολμηρούς γλωσσικούς εν αγνοία τους ακροβατισμούς κάνουν,που εσείς δεν θα τολμούσατε ποτέ, χώστε αλλού τα νυστέρια σας κι όχι σ΄αυτήν την ολοζώντανη γλώσσα!

Είναι,επανέρχομαι,οι ήρωες των γιανναρικών διηγημάτων μάλλον συνήθεις τύποι που πάνε,μόλις την ακούσουν,θαρρείς γυρεύοντας και πέφτουν από την μια κατάσταση στην άλλη.Διότι τι διάολο γύρευε ο παπάς που την άκουσε θαυματοποιός και βάλε και την στιγμή που το ήθελε ή που το καμωνόταν ή το αιτούνταν από τον Θεό του -μα επειδή δεν το πίστευε καλά καλά κι ο ίδιος- του προέκυψε,με την μορφή της απρόσκλητης βεβαίως,κυρα- Σταυρούλας;
Η κυρα- Σταυρούλα,η γιαγιά του Γρηγοράκη,ηρωική γραία, που ενώ την είχε ευλογήσει ο παπάς μας την γραία(του συγγραφέα δανείζομαι την λέξη)- τα τυπικά,της ξεπέτας,ξέρετε,χωρίς ζεστασιά -για θάνατο την είδε ολοζώντανη μπροστά του Κυριακή του Πάσχα.
Τι στο καλό;Έγινε κάνα θαύμα;Κι από ποιόν,τον εγωπαθή και συνάμα ευσεβή και σταυροκοπούμενο παπά ή τον κολλημένο με το play station εγγονό Γρηγοράκη,που δεν έχει άλλον κανέναν στην ζωή παρά μονάχα την γιαγιά του.

Αμ΄εκείνος ο Ανδρέας Τιτθόν,τι βαφτιστικό κι επώνυμο του κοτσάρει τώρα,σε καλό του,Ανδρέας Τιτθόν,αμφότερα ελληνικά .Και στα ελληνικά ,στα ελληνικά λέω,Ανδρέας είναι ο γενναίος άνδρας και τιτθός είναι ο μαστός,αλλά και -ομηρική λέξη αυτή- τυτθόν,με υ δηλαδή, σημαίνει παρά τρίχα.
Μεταφράστε,μεταφέρτε,φέρτε,αναλύστε,όπως επιθυμείτε. Ο συγγραφέας πάντως στην σελίδα 93 μέσω του αντι-ήρωα που ωραιότατα σκαρφίζεται και εμφανίζει την ιδανική χρονική στιγμή προκειμένου να φτάσει στην έξοδο,λέει, πως παίζει με αυτήν ακριβώς την ομηρική λέξη αλλά, μεταξύ μας,και η αιτιατική τιτθόν του ποιος ξέρει ποια και πόσα οιδιπόδεια κουβαλάει κυρίου Ανδρέα Τιτθόν του,τού ταιριάζει επίσης μια χαρά κουστουμάκι για την καλά ταϊσμένη τρελάρα του.

Ας μην σταθώ όμως σε κάθε διήγημα ξεχωριστά -εντάξει με πιάσατε,αυτά τα δύο τα ξεχώρισα,μου ταίριαξαν καλύτερα στις διαθέσεις μου των ζοφερών καιρών- διότι θα ξημερωθούμε και βέβαια είναι καλύτερο χίλιες φορές να διαβάσετε και να αποφασίσετε εσείς με την συλλογή ανά χείρας.Σίγουρα πάντως τα έξι διηγήματα του Σπύρου Γιανναρά αποτελούν μια γέννα πολλών στοχασμών πάνω στο ίδιο θέμα:την απώλεια.Και μην τις φοβάστε τις συγγραφικές γέννες,είμαι σίγουρη πως με τέτοιες, αν πληθαίνουν, θα δούμε άσπρη μέρα,στην λογοτεχνία τουλάχιστον.


Υ.Γ. Ψάξτε,παρακαλώ, το καταπληκτικό βιβλιαράκι ενός καταπληκτικού συγγραφέα και διαβάστε το: "Αυτόχειρ",είναι ο τίτλος του,ο Μιχαήλ Μητσάκης είναι ο συγγραφέας,εκδόσεις Πατάκης,το διαβάσαμε πριν λίγο καιρό στην λέσχη,παρέα με την Βουή και την Μανία.(Ε,καλά,αυτό τώρα δεν έπρεπε να το σκεφτείτε.Θα,θα λέω,γράψω και για το βιβλίο του Φώκνερ.Εύκολο το έχετε;Δεν με ρωτάτε καλύτερα αν έχω συνέλθει από την ανάγνωσή του.)

Σχόλια