" Σμιθ ", Βασιλική Ηλιοπούλου






Όμορφο,συγκινητικό,λιτό μυθιστόρημα με ποιητική γλώσσα,με αργούς ρυθμούς, σαν ταινία μεγάλου μήκους, από εκείνες τις ωραίες παλιομοδίτικες,τις μελαγχολικές και μαζί αισθαντικές,στις οποίες οι σκηνές δεν διαδέχονται καταιγιστικά η μια την άλλη στην οθόνη,ευτυχώς,έτσι ώστε εσύ, που έχεις μπει ήδη στην ατμόσφαιρά τους, μπορείς να κοιτάξεις και πιο βαθιά,πίσω από τα πρόσωπα των ηρώων και μέσα στα ταραγμένα εσώψυχά τους,σε ένα δεύτερο και τρίτο επίπεδο στο όλο σκηνικό στο οποίο συμβαίνουν τα δρώμενα.Έτσι μου φάνηκε το "Σμιθ",ένα μυθιστόρημα που εκδόθηκε πέρυσι από τις εκδόσεις Πόλις και πήρε φέτος κάποιο βραβείο, από αυτά που θεωρώ αξιοπρεπή ώστε να προσδώσουν ένα συν στην εμπορική κίνηση του βιβλίου,γενικά δεν τα εμπιστεύομαι- αυτό ίσως όμως είναι από τα πιο έγκυρα- δεν τα συμπαθώ τα βραβεία.
Μέρες μετά αφότου είχα τελειώσει την ανάγνωση συλλογιζόμουν διάφορα.Κι έχω μια πίκρα για τον λαό μου,πίκρα που δεν λέει να λιγοστέψει.Και μου΄δωσε κι άλλη μια γερή δόση η Ηλιοπούλου.Γιατί είμαστε ανθρωπάκια,ραγιαδάκια,μικροκαραγκιοζάκια που όλο βολευόμαστε και καταπίνουμε, καταπίνουμε,ζαρώνουμε,χωνόμαστε στο καβουκάκι του ο καθένας και όλο περιμένουμε 190 χρόνια τώρα με τόσα που περάσαμε και περνάμε ότι οι άλλοι,κάποιοι άλλοι να ματώσουν και πάλι για να σωθεί το δικό μας, το νεολληνικό μας τομάρι.Και το "Σμιθ" σαν να μου περιέγραψε διαχρονικά τον Ελληνάκο με αργούς ρυθμούς,σιγά σιγά,σελίδα σελίδα,ούτε που το έβαλε ο νους μου που θα πάει η ιστορία. 
Το ότι η Βασιλική Ηλιοπούλου είναι σκηνοθέτιδα εξηγεί ως ένα βαθμό το αργό,έτσι νομίζω,και  κινηματογραφικό στήσιμο του βιβλίου της, η κεντρική ιστορία του οποίου τοποθετείται αρκετά πίσω, στη μετεμφυλιακή Αθήνα του 1956.

Οι ήρωες που φαίνεται να σηκώνουν το περισσότερο βάρος των καταστάσεων είναι πρωτίστως ο Θωμάς και βέβαια ο εντεκάχρονος Άρης,πατέρας και γιός αντίστοιχα,ο καθένας με τα φορτία που κουβαλάει ως προσωπικότητα φιλτραρισμένα από την ηλικία του αλλά και με τα βιώματα της οικογενειακής τους καθημερινότητας να διαμορφώνονται διαφορετικά και ανάλογα να τους επηρεάζουν μέσα από την συγκεκριμένη ατμόσφαιρα μιας πολύ δύσκολης εποχής.
Η Ηλιοπούλου καταφέρνει,(περι) γράφοντας χωρίς στόμφο και κρατώντας πολύ καλά και με σεμνότητα τις δικές της συναισθηματικές καβάντζες στα πίσω της ιστορίας,να αποδώσει με σαφήνεια τα όσα, παράλληλα, συμβαίνουν στον πατέρα και στο παιδί, διαφορετικά βέβαια,γιατί καθένας έχει άλλη οπτική-του ενός η ζωή μάλλον έχει πάρει τον δρόμο της,του άλλου είναι ακόμα στην αρχή-αλλά και κοινά ,ακριβώς γιατί πρόκειται για οικογένεια.
Από και στην οποία οικογένεια η μητέρα,η Ευανθία,φαίνεται κάπως απούσα,ή για να μην την αδικήσω ως χαρακτήρα,δείχνει βυθισμένη στα δικά της προβλήματα ,που δεν είναι εξωοικογενειακά βέβαια,το αντίθετο,αλλά πάντως τα επεξεργάζεται με πολύ διαφορετικό τρόπο από τον Θωμά από τον οποίο στο κάτω-κάτω μοιάζουν να προέρχονται.

Ποιός είναι όμως ο Θωμάς;Στο πρόσωπό του ποιος περιγράφεται με τόσο ήρεμη και βαθύτατα ανθρώπινη προσέγγιση από την Ηλιοπούλου;
Λοιπόν ο Θωμάς Αμοράτης είναι ολόκληρη η κατοχική,η εμφυλιακή,η μετεμφυλιακή Ελλάδα.Η Ελλάδα που στοιχειωδώς ενωμένη νίκησε και εξευτέλισε τους κατακτητές -εχθρούς της και πότισε με ποτάμια αίματος τα χώματά της και αφού την διαίρεσαν και την κομμάτιασαν την νίκησαν τελικά και την εξευτέλισαν οι πολύγνωμοι σύμμαχοι- φίλοι της! Κατάσταση που-με περισσή σπουδή από αυτούς,τους ξένους "φίλους" μας και με πολλαπλάσια βλακεία από εμάς τους αδιόρθωτους εγωιστές και μικρόνοες με τους μόνιμα πουλημένους κυβερνώντες -συνεχίζεται εν έτει 2011....
Ο Θωμάς είναι το διαχρονικό ανθρωπάκι που μπόρεσε να ονειρευτεί κάτι,που το συνεπήρε η ορμή και η μαζικότητα κάποιων ρομαντικών που θέλησαν μια καλύτερη ζωή,συντάχθηκε μαζί τους,έκανε κι αυτός ό,τι-σωστό ή λάθος άλλης στιγμής κουβέντα-έπραξαν εκείνοι και μετά μαζεύτηκε ξανά στην τρύπα του,προσπάθησε να βολευτεί μονάχος του,να πάει με τους νικητές,με τα θολά νερά τους και να τα σβήσει όλα όσα είχαν γίνει με μια δουλίτσα,με το σπιτάκι του,στην γειτονίτσα του,με το παιδάκι, την γυναικούλα του,την δειλία του,την επιλογή του,την μεταστροφή του,όπως θέλει ο καθένας ας το πει. Δικαίωμά του στο κάτω κάτω.

Δεν ήταν δα μεγάλος οραματιστής ο Θωμάς,ο τύπος εκείνος ο συγκρουσιακός με τον επαναστατικό από γεννησιμιού του χαρακτήρα,έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν παρά σπάνια τέτοιοι στα τόσο μεγάλα γυρίσματα της ιστορίας.Ένας από το πλήθος ήταν,ένας απλός ανθρωπάκος σε μια γωνιά της γης, γωνιά ευλογημένη και καταραμένη ταυτόχρονα ,που ξεθάρρεψε με τα όνειρα και τα έργα των άλλων αλλά και τα λόγια τους τα μεγάλα, τα παχιά,σήκωσε το σκυλίσιο μουσούδι του για λίγο,πήρε μιαν ανάσα και πολύ γρήγορα,πάει αυτό ήταν,με την αναβροχιά της προδοσίας ήρθε και το χαλάζι της ήττας κι ό,τι έσπειρε , σε τόπο χέρσο από βόμβες "φίλων" κι εχθρών, το πήρε και το σήκωσε αέρας δόλιος και κακός.

Ωχ,πικρό βιβλίο που έγραψες βρε Βασιλική....
Να σας παραθέσω-άντε για να τελειώνω γιατί με έχει ψυχοπλακώσει με την αλήθεια του αυτό το κείμενο- κατά προσφιλή μου πλέον συνήθεια μια συνέντευξη της Βασιλικής Ηλιοπούλου.Έτσι μερικές φορές γνωρίζουμε λίγο περισσότερο έναν δημιουργό,χωρίς να είναι πάντα καλό αυτό,εν πάσει περιπτώσει εδώ ξεκλειδώνει κανείς πολλά από τι και γιατί του βιβλίου της,δόθηκε στον Σταύρο Διοσκουρίδη και δημοσιεύτηκε στο Lifo τις 2 Μαρτίου φέτος, με αφορμή την απονομή του Κρατικού Βραβείου Μυθιστορήματος για το 2010 στο "Σμιθ".

Ήσασταν αυτό που λένε ποδοσφαιρικά το «αουτσάιντερ» για το βραβείο; Δεν σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να πάρω το Κρατικό Βραβείο. Δεν μπήκα και στη διαδικασία αυτή. Άλλωστε, η μικρή λίστα δεν δημοσιεύθηκε παρά μόνο την ίδια μέρα. Εγώ το έμαθα κατευθείαν από την επιτροπή με ένα τηλεφώνημα.
Η δράση του βιβλίου εκτυλίσσεται στην Ελλάδα του 1956. Τι σας τράβηξε σε αυτή την εποχή; Η δεκαετία του '50 συμπίπτει με τη δική μου παιδική ηλικία. Είναι μια πάρα πολύ γοητευτική περίοδος. Συμβαίνουν πολλά και αντιφατικά πράγματα ταυτόχρονα. Είναι μια εποχή που οι άνθρωποι έχουν βγει από έναν πόλεμο κι έναν εμφύλιο και υπάρχουν ακόμα ανοιχτές πληγές. Δεν υπάρχει σπίτι χωρίς ένα θύμα στο άμεσο περιβάλλον του. Ο κόσμος προσπαθεί να ξανακερδίσει τον χαμένο χρόνο και να σκεπάσει αυτές τις πληγές γρήγορα. Όπως μπαζώνουνε τα ρέματα. Υπάρχει μια έντονη επιθυμία να γλεντήσουν όσο μπορούν το τώρα και αυτό φαίνεται και στους στίχους των τραγουδιών: «Έλα απόψε να χορέψουμε μαζί, ποιος το ξέρει αύριο αν θα ζει» κ.λπ. Συνεχώς οι άνθρωποι ψάχνουν αφορμή για να γλεντήσουν, όπου γλεντούν πραγματικά όμως. Αυτό που μπορείς να πεις είναι πως γίνονταν καθημερινές, μικρές μεταμορφώσεις. Όσον αφορά τη μικροαστική τάξη, βρισκόμαστε σε μια ακμή της αμερικανικής πολιτιστικής εισβολής. Τα εισπράττουμε όλα από εκεί με πολύ μεγάλη προθυμία και τα κάνουμε δικά μας.
Όπως; Τα ρούχα μας: είναι χρωματιστά και νάιλον. Οι ρυθμοί, τα τραγούδια. Αυτό, παράλληλα με μια μελαγχολία και μια τάση μερικά πράγματα να παραμείνουν στο σκοτάδι. Υπάρχουν πάρα πολλά μυστικά. Σχεδόν κάθε σπίτι έχει κι ένα μυστικό. Δεν μιλάνε πότε γι' αυτά ή, όταν μιλάνε, το κάνουν με τρόπο υπαινικτικό.

Οικογενειακώς, πού στεκόσασταν εσείς; Ο πατέρας μου ήταν Αριστερός. Μακρονησιώτης με φάκελο. Κάθε τόσο έπρεπε να δίνει το «παρών» στο γραφείο του νωματάρχη. Επειδή, όμως, έπρεπε να ζήσει, είχε κάνει τους αναγκαίους συμβιβασμούς και τις πιο παράξενες και αστείες συμμαχίες. Ήταν μέλος, όπως και οι περισσότεροι Αριστεροί που ήταν έξω, του εξωραϊστικού συλλόγου. Εμάς μας είχε γράψει στους προσκόπους. Απέφευγε τις πολιτικές συζητήσεις μπροστά μας, αλλά μας έλεγε ότι η δύναμή μας είναι η ψήφος μας. Όλοι ήξεραν, αλλά κανείς δεν μιλούσε γι' αυτά. Άλλη μια οικογένεια με τα μυστικά της.

Όλα αυτά τα μυστικά μάς έχουν κάνει περισσότερο εχέμυθους ή ρουφιάνους; Έχω την εντύπωση ότι η ρουφιανιά είναι μια πολύ πιο παλιά ιστορία στην Ελλάδα. Εκείνη την εποχή, όμως, υπήρχε μια συντροφικότη- τα, μια αλληλεγγύη. Κυρίως στους κόλπους της Αριστεράς.

Το «Σμιθ» είναι ένα πολιτικό βιβλίο; Απέφευγα πάντα να το χαρακτηρίσω. Αν σώνει και καλά έπρεπε να του βάλω μια ταμπέλα, θα έλεγα, υπερβάλλοντας ίσως, ότι είναι ερωτικό βιβλίο. Ας γράψει κάποιος, επιτέλους, πως έχει να κάνει και με έρωτα, να πάρει η ευχή.

Πιο εύκολο σάς ήταν να διαμορφώσετε τους αντρικούς ή τους γυναικείους χαρακτήρες του βιβλίου; Τα παιδιά. Μου είναι πολύ πιο εύκολο και νιώθω και πιο κοντά τους. Τα παιδιά με εκπλήσσουν πάντοτε. Όπως και οι τρελοί, είναι πολύ κοντά στο θαύμα.
Γιατί διαλέξατε μόνο το πρώτο μέρος της ονομασίας του περιστρόφου Smith & Wesson; Μου άρεσε ως ήχος...
Μπερδεύεται, όμως, κανείς, πιστεύοντας ότι είναι κάποιο πρόσωπο; Δεν ήθελα να καταλάβει ο αναγνώστης περί τίνος πρόκειται μέχρι τη στιγμή που το παιδί βρίσκει το κουτί με το περίστροφο. Το περίστροφο συμβολίζει τα δύο πρόσωπα της Ελλάδας, πριν και μετά τον Εμφύλιο; Ο καθένας διαβάζει το βιβλίο που θέλει.
 Εσείς, όμως, γιατί το τοποθετήσατε στην πλοκή; Καταρχάς, με γοητεύουν οι αντιθέσεις. Μου άρεσε που ένα επικίνδυνο αντικείμενο γίνεται παιχνίδι. Ήταν κάτι που συνέβαινε τότε. Πολλά σπίτια είχαν όπλα. Δεν τα παρέδωσαν όλοι στη Βάρκιζα. Όπως, επίσης, θυμάμαι, είχαμε πάρα πολλά ατυχήματα από χειροβομβίδες που έβρισκαν τα παιδιά, παίζοντας. Μου άρεσε αυτή η αντίθεση: το παιχνίδι, το παιδί, τα παιδικά χέρια, το όπλο. Επίσης, το όπλο το έγραψα κυρίως σε σχέση με τον Θωμά, με τον πατέρα. Δεν ήθελε ούτε να το πετάξει αλλά ούτε και να το βλέπει. Δεν το κρύβει μόνο από τους άλλους, το κρύβει και από τον εαυτό του. Δεν είναι τυχαίο ούτε το μέρος που το κρύβει...

Μαζί με τα βιβλία του. Ναι, με ό,τι χαρακτηρίζει το παρελθόν του και τις επιλογές του. Γι' αυτά που θα πρέπει να δώσει λόγο και να δείξει τη μεταμέλειά του.

Η επόμενη γενιά, που είναι η δική σας, έχει ν' απολογηθεί για κάτι; Είμαστε από τις πιο ευνοημένες γενιές. Με την έννοια πως ζήσαμε καταπληκτικά πράγματα, όσον αφορά την τέχνη και τον πολιτισμό. Χαρακτηριστικό εκείνης της εποχής είναι η απέχθεια για τη δικτατορία. Όμως δεν είμαι, όπως και κανείς δεν με έχρισε, εκπρόσωπο καμιάς γενιάς. Κάποιοι άνθρωποι συμβιβάστηκαν και κάποιοι όχι. Δεν είναι ενιαία η γενιά. Δεν μπορεί κανείς να αποδώσει συλλογική ευθύνη.

Σχόλια

  1. Γειά σε όλους από μια Θεσσαλονίκη βγαλμένη λες από πόλεμο,πόλεμο σκουπιδομαζέματος με απερίγραπτα παρατράγουδα, που μας έχουν όλους εμάς εδώ πάνω κάνει να σιχτιρίζουμε οι πάντες τους πάντες,να φταίμε όλοι και να γίνεται χαμός.Και μέσα στον κακό αυτό χαμό με έβαλες να διαβάσω το συγκεκριμένο βιβλίο...Γεύση ήττας μέσα από τις σελίδες ενός αξιόλογου μεν μυθιστορήματος το οποίο βεβαίως και έχει να μας πει πολλά πράγματα αλλά τρώω στη μάπα μια καθημερινότητα σε μια πόλη τίγκα στο σκουπίδι και πάνω απ΄όλα αυτά κοπανιόμαστε εν μέσω της κρισάρας!Έλεος...Δεν μας λυπάσαι καθόλου;Πού είναι εκείνα τα ωραία ξένα που κατα καιρούς θυμάσαι;Η φίλη μου το είχε διαβάσει πέρυσι,δεν το πήρε τόσο κατάκαρδα.Πέρυσι θα μου πεις μας φαίνονταν αλλιώς τα πράγματα.Δεν ξέρω,καλό βιβλίο είναι σίγουρα αλλά πολύ ηττοπαθές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μάριε,υπομονή.Έμαθα ότι άρχισε το μάζεμα,ότι ξεσπάθωσε ο Μπουτάρης κι ότι έχετε δρόμο μεν ακόμα αλλά μην πτοήστε!Άλλα σκουπίδια πανελλήνια αυτά, τηλεοπτικού και πολιτικού είδους, πώς θα μαζευτούνε...
    Λοιπόν χτες συναντηθήκαμε στα πλαίσια της λέσχης ανάγνωσης και επιλέξαμε ως επόμενη ανάγνωση το βιβλίο του Αλγερινού Boualem Sansal "O Γερμανός Μουτζαχεντίν ή Το Ημερολόγιο των Αδελφών Σίλλερ" από τις εκδόσεις Πόλις, το οποίο μερικοί είχαν ήδη διαβάσει και έκριναν ως ενδιαφέρον.Εγώ επίσης κοντεύω να το τελειώσω και νομίζω ότι θα κάνω αύριο-μεθαύριο θετικού περιεχομένου ανάρτηση.Αν θες διάβασε το μπλογκ και προχώρα στο βιβλίο.Πάντως δεν θα σε ψυχοπλακώσει κι ας είναι δυνατό.Το γιατί θα στο εξηγήσω στην ανάρτηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος4/4/11 13:32

    Ηττοπαθές με αργούς ρυθμούς;;!! Αν δεν έβλεπε τον τίτλο, θα νόμιζε κανείς ότι αναφέρεσαι σε κάποιο άλλο βιβλίο! Πήρα το "Σμιθ" επειδή θεωρώ το κρατικό βραβείο εξαιρετικά σημαντικό και το διάβασα μέσα σε μια νύχτα. Με συνεπήρε. Βρήκα τους ρυθμούς του γρήγορους έως και καταιγιστικούς και το πικρό και υπόγειο χιούμορ του σπάνιο για ελληνικό βιβίο. Καθόλου λοιπόν δεν μεγάλωσε η ανάγνωση του βιβλίου αυτού την απαισιοδοξία μου, ίσως και γιατί πιστέυω ότι η γνώση είναι ένα καλό εφόδιο για να αντιμετωπίζεις την πραγματικότητα.
    Επίκουρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Επίκουρε,καθένας μας ως αναγνώστης έχει πολλά να τον χωρίζουν ή να τον ενώνουν με έναν άλλο στην ανάγνωση του ίδιου ακριβώς κειμένου.Φαντάζομαι συμφωνείς.Η κοινή μας αφετηρία είναι προφανώς η αγάπη για την ανάγνωση και έτσι η διαφορετική πρόσληψη του περιεχομένου ενός κατ΄αρχάς ενδιαφέροντος βιβλίου δεν είναι απαραίτητο να είναι η ίδια! Ούτε το ότι εσύ το βρίσκεις καταιγιστικό,εγώ αργό κτλ είναι το μείζον.Επίσης είναι υποκειμενική κι έχει να κάνει με την συγκρότηση του καθενός μας και σε σχέση και με ένα σωρό άλλα πράγματα.Όσο για το πώς βλέπουμε τα βραβεία,το ποιό,πότε,από ποιούς και γιατί βραβεύεται ένα μυθιστόρημα,τι να σου πω, συνεχίζω να τα θεωρώ, γενικότερα,ως ένα μη ασφαλές κριτήριο,εσύ τα εμπιστεύεσαι- τουλάχιστον το κρατικό αυτό-ε,κάπου στην μέση θα βρίσκεται η αλήθεια.
    Στο δια ταύτα τώρα,τι να κάνουμε,τον σιχάθηκα αυτόν τον Θωμά Αμοράτη,μια ζωή γεμάτος ο τόπος αμοράτηδες...Μου φάνηκε τόσο γελοίος,τόσο φοβισμένος,τόσο σημερινός,ήταν σαν τον ξέρω,να είναι ο γείτονάς μου,να είναι εγώ,εμείς,οι παθητικοί πολίτες που κάνουμε διάφορα για "ξεκάρφωμα",καταλαβαίνουμε αλλά το βουλώνουμε,κάναμε μια έξοδο από το μαντρί αλλά μετά ξανά μέσα τα κεφάλια και μοιράζουμε απλόχερα την συναίνεσή μας...Όμως συμφωνώ στο ότι η γνώση τελικά είναι το κέρδος μας,ναι,το πιστεύω αυτό.
    Πού να έβλεπες πάντως μερικές φορές τι γίνεται στο Degas στα πλαίσια της λέσχης μας όταν συναντιόμαστε για να κουβεντιάσουμε τα βιβλία που έχουμε επιλέξει...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ανώνυμος4/4/11 17:41

    Η Βιβή,της οποίας την ηλικία δεν γνωρίζω κι έχει την σημασία του αυτό,θεωρώ ότι το βιβλίο το βλέπει κυρίως με πολιτική ματιά και επηρεάζεται από την σημερινή πολιτικο-οικονομική κατάσταση φιλτράροντας την άποψή της μέσα από βιώματα που δεν νομίζω να συμπίπτουν με εκείνα της συγγραφέως.΄Ετσι ναι μεν αρχικά το επαινεί αλλά στην κλιμάκωση της ανάγνωσης,
    αποστρεφόμενη έντονα τον συγκεκριμένο χαρακτήρα,
    τον Αμοράτη, στέκεται σ΄αυτόν τόσο ώστε εντέλει μοιάζει σαν να αλλάζει διάθεση συνολικά απέναντι στο βιβλίο, νομίζω για τον ρόλο του ως μέσο διαμόρφωσης προτύπων.Δεν με ενόχλησε αυτό,το καταλαβαίνω καθώς πάντα είναι περισσότερο συναισθηματική η κρίση της για τα βιβλία,εξάλλου το αυθόρμητο και προσωπικό του εγχειρήματος είναι ο λόγος που παρακολουθώ το μπλόγκ της λέσχης. Εγώ είμαι 34 ετών,με δυο μεταπτυχιακά,μια δουλειά επισφαλή και μέτρια αμειβόμενη,φίλους (απολυμένους ή ακόμα εργαζόμενους) που αγαπάνε την λογοτεχνία,σαφώς δεν την θεωρούν αποκλειστικότητα της αριστεράς,είναι παιδιά του internet και πάντως όχι του αμοράτη ή του μπουρόπουλου και το "Σμιθ" ως βιβλίο με άφησε αδιάφορο,δεν του βρήκα τίποτα το συνταρακτικό που να με συγκινεί,να με αφορά,να μου δίνει υλικό, ώστε να κάθομαι να το σχολιάζω με τους φίλους μου.
    Το θεώρησα ως ένα ακόμα-καλό ή κακό είναι δευτερεύον-βιβλίο που πραγματεύεται τα της Αριστεράς και τις μικρές ή μεγάλες προσωπικές στιγμές των ανθρώπων που σε διάφορες χρονικές περιόδους την ακολούθησαν και την ακολουθούν.
    Όμως ο πατέρας μου (σημειώστε ότι αυτός μου πρότεινε το βιβλίο) που ήταν 14 χρόνων το 1956 το έκρινε όπως κι ο Επίκουρος:καταιγιστικό.
    Ο πατέρας μου ήταν και ο ίδιος παιδί αριστερού,μάλιστα ο παππούς μου, δεν είχε καμία σχέση με το είδος του Αμοράτη,έκανε γύρα όλα τα ξερονήσια αρνούμενος να υπογράψει και όλα τα γνωστά.Η οικογένεια του πατέρα μου στιγματίστηκε και καταταλαιπωρήθηκε από αυτό.Δεν μας έγραψε βέβαια στους προσκόπους ο δικός μου πατέρας,ούτε του προέκυψε κανένας Κόλλιας να μην ξέρει τι να τον κάνει.Εξάλλου ο πατέρας μου ,συνομήλικος του παιδιού του Αμοράτη
    έζησε ως νέος την χούντα ,το Πολυτεχνείο,
    την μεταπολίτευση,όλα τα κατοπινά και σας τα λέω αυτά για να βάλω στην συζήτησή σας την διαφορετική ματιά,τις ηλικίες των ανθρώπων,τις συγκυρίες,το σήμερα,το χτες ως ιστορικά πλαίσια και για να τελειώσω εδώ και να πω απλά ότι ένα βιβλίο μόνον όταν καταφέρει να ξεπεράσει το φράγμα των γενεών και την τροχοπέδη των εστιάσεων στις πληγές ενός λαού γίνεται υπόθεση των πολλών και τους αφορά όλους.Με εκτίμηση.Μηνάς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Καταλαβαίνω φίλε Μηνά.Συνεχίζω βέβαια να θεωρώ ότι αλλιώς φτάνουν στον καθένα μας τα παλιά, δικά του ή της χώρας γενικότερα,πάθη.Εγώ γεννήθηκα στην δεκαετία του ΄60,θυμάμαι τα πάντα,ειδικά το Πολυτεχνείο,σαν τώρα.Για παράδειγμα, αν και μαθήτρια στην α΄γυμνασίου, θυμάμαι πολύ καλά ποιά παιδιά της γ΄λυκείου έγραφαν 114 στους πίνακες του σχολείου κι η λύκαινα-όπως λέγαμε την λυκειάρχη,μια πολύ σκληρή γυναίκα,δεν θυμάμαι να έσκασε ποτέ στα χείλη της υποψία χαμόγελου-έκανε σαν τρελή να ανακαλύψει τους ενόχους και μοίραζε αποβολές αβέρτα κι εμείς τελικά κάναμε μια αποχή,με πρωτεργάτες αυτά τα μεγαλύτερα παιδιά και με την ανοχή των γονιών μας κτλ κτλ και πού θέλω να καταλήξω.Ότι απλά αυτοί οι μαθητές κι οι μαθήτριες που τότε παίρνανε ένα ρίσκο χοντρό και φάνταζαν στα μάτια μας ως τι να σου πω,ατρόμητοι,μεγάλοι,σπουδαίοι,ε,οι πιο πολλοί έγιναν στην κατοπινή τους πορεία πολύ συντηρητικοί,πολύ συμβιβασμένοι άνθρωποι.
    Σαν γονείς αργότερα οι ίδιοι αυτοί που με ενθουσιασμό γράφανε τα περί ελευθερίας συνθήματα και μερικοί πήγαν εκείνη την βδομάδα και στο Πολυτεχνείο-τους ξανασυνάντησα ως γονιός κι εγώ πλέον σε συλλόγους σχολείων,πολιτιστικές φάσεις κυρίως και τέτοια-είχαν μετατραπεί σε ό,τι πιο χοντροκομμένο και αντιδραστικό μπορείς να υποθέσεις.Γιατί άραγε;Πολλές φορές αναρωτιέμαι πού πήγαν τα όνειρά τους,τι στο καλό μεσολάβησε.Δεν θα με προβλημάτιζε λοιπόν η πικρή συνθηκολόγηση του Αμοράτη;Νομίζω όμως ότι η Ηλιοπούλου το χειρίστηκε ωραία όλο αυτό-χωρίς να σε φορτώσει με τα προηγηθέντα ιστορικά γεγονότα, τα βαμμένα με το ίδιο,αδελφικό αίμα-σε αφήνει να αποφασίσεις εσύ,να τσαντιστείς με τον Αμοράτη ή να τον νιώσεις.Οπότε καθίσταται για μια ακόμα φορά υποκειμενική η ανάγνωση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ανώνυμος8/4/11 14:17

    Καλημέρα.Με συγκίνησε το βιβλίο.Μην είστε αυστηροί με τον Αμοράτη,ένας προδομένος άνθρωπος είναι,εγώ δεν τον θεώρησα δειλό.Ειδικά εκεί στο βουνό με το Σμιθ στο χέρι,μου είχε κοπεί η ανάσα,τον είχα ικανό για όλα.Αν το χρησιμοποιούσε δηλαδή τι θα κέρδιζε;Στο κάτω κάτω είχε σπείρει πια κι ένα παιδί,χρέος προς αυτό είχε πάνω απ΄όλα.Χαρά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ανώνυμος8/4/11 15:57

    Γιατί,η Ευανθία,που απ΄ότι κατάλαβα δεν σας κίνησε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον,δεν ήταν μια εξαίσια φιγούρα;Την βρήκα συγκλονιστική.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Ανώνυμος11/4/11 16:02

    Φίλοι,εκείνο που πέτυχε το πολύ καλό αυτό βιβλίο ήταν το να μας βάλει να το συζητάμε.Προφανέστατα δεν είναι ένα μυθιστόρημα που το διαβάζεις και αν τύχει το συζητάς,είναι από αυτά που οπωσδήποτε θέλεις να τα σχολιάσεις και με άλλους.Είναι πολύ σπουδαίο λοιπόν ένα βιβλίο να καταφέρνει κάτι τέτοιο στις μέρες μας.Να σας θυμίσω ότι ο Αμοράτης δεν τον πετάει με τις κλωτσιές τον άνθρωπο από το παρελθόν,ούτε τον καταγγέλλει.Παίρνουν κοινή απόφαση με την Ευανθία να διακινδυνεύσουν τα πάντα,την ίδια τους την ζωή.Και εκεί εγώ βρίσκω συγκλονιστική την Ευανθία,που δέχεται αυτόν τον απρόσμενο κίνδυνο.Την ανατροπή της κατάστασης ,τον φόβο του Αμοράτη και τελικά το "διώξιμο" του Κόλλια από το σπίτι, αφού έχει γίνει αντιληπτός κι έχει προκύψει η αναποδιά με το όπλο,το κυνηγητό του δράκου στο ρέμα κι όλο αυτό το εφιαλτικό ενοχικό σκηνικό στο οποίο δρα αλλοπρόσαλλα αλλά όχι καταγγελτικά ο Αμοράτης τα περιγράφει συγκλονιστικά η Βασιλική Ηλιοπούλου.Να συμφωνήσω ότι η ηλικία του καθενός μας και τα βιώματά του,τι θυμάται,τι ξέρει και πώς το ξέρει,όλα αυτά επηρεάζουν διαφορετικά την υποκειμενικότητά μας απέναντι στο έργο αλλά δεν το προσδιορίζουν.Θεωρώ πως είχαμε την τύχη να διαβάσουμε ένα από τα πιο καλά βιβλία της πρόσφατης 5ετίας.Μάρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Ανώνυμος11/4/11 16:26

    Το παράτησα στην μέση,βαριόμουνα αφόρητα και τίποτα δεν μου φάνηκε μη ειπωμένο,γραμμένο,
    ξαναζεσταμένο.Οι φιγούρες εντελώς προβλέψιμες,ας πάρουμε μια,τη Φραντζέσκα ας πούμε,κλασσική ψυχοκόρη από τις κατά κόρον φιλοξενούμενες στην ελληνική ηθογραφία,βαρετή όσο δεν παλεύεται.Με αυτά που λέτε όμως-υπονοείτε απόπειρα αυτοκτονίας του Αμοράτη;-θα επιχειρήσω στην διάρκεια του Πάσχα να το ξαναπιάσω.Και εύχομαι να έχει όντως τινάξει τα μυαλά του ο δειλός!Σπύρος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Βλέπω ουκ ολίγοι παθιάστηκαν με το βιβλίο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου