" Ιδιώνυμο " , Κατερίνα Γώγου






Κατερίνα,εσύ το διάλεξες να φύγεις νωρίς,μα ό,τι άφησες πίσω σου,ίδιο έχει μείνει...

Οι άνθρωποι σε μιαν αέναη κίνηση,διαγράφοντας κυκλικές τροχιές που άλλες συναντιούνται, άλλες όχι,υπογράφουν κάθε μέρα τα ίδια λάθη,τα ίδια πάθη,τις ίδιες μικρές και μεγάλες ιστορίες με το αίμα και τον ιδρώτα τους.Μου έχει λείψει η ντόμπρα σκέψη σου.Αν ήσουνα εδώ,μαζί μας,θα ύψωνες πάλι την φωνή σου και θα ξέπλενες την βρώμα των γραφιάδων,που κάνανε πίσω στα δύσκολα.

Δεν ξέρω πολλά από ποίηση.Αλλά με έκανες με τις αλήθειες των στίχων σου-κάποια στιγμή που ορμήξανε καταπάνω μου ,μετά τα τραγούδια και την αγοραία συχνά μελοποίησή της, και που πια την θεωρούσα μονάχα στολίδι σε ράφια των βιβλιοθηκών-να την ξαναγαπήσω.

Σου αφιερώνω το παρακάτω κείμενο,γραμμένο με την απλοϊκότητα ενός ανώνυμου ανθρώπου που ακόμα κι αν αντέχει να ζει κάθε μέρα σ΄έναν κόσμο, που οι ταγοί του δεν τιμούν το δίκιο και γι αυτό δεν λέει να στεριώσει η ανθρωπιά, κρατάει την ελπίδα βαθιά μέσα στην καρδιά του.


Όλα σήμερα ξεκινήσανε νευρικά,κοντεύει δωδεκάμιση κι η μέρα δεν λέει να μπει σ΄έναν ρυθμό,δεν θα πάει καλά,φαίνεται.Είναι γκρίζα ,με ψιλόβροχο και φασαρία στον δρόμο,καβγάδες, κορναρίσματα, παιδιά που τελειώσανε το διαγώνισμα της μέρας και μπαίνουνε στα μαγαζιά σαν ακρίδες,χαζεύουν και πιάνουνε τα πάντα μα δεν αγοράζουνε τίποτα. Αναδουλειά στην αναδουλειά οι καταστηματάρχες, νευριάζουνε με κάτι τέτοια, στο φουλ η ένταση,ξινισμένα μούτρα,χολή στον αέρα και ξίδι.
Στην γωνία καταφθάσανε δελτάδες,διάδες,ειδικοί φρουροί,αυτοί οι ένστολοι νεαροί με τις μηχανές,που πέφτουνε το ίδιο παθιασμένα κι εύκολα πάνω σε αλαλιασμένους διαδηλωτές στο κέντρο κι άλλο τόσο πρόθυμα στις γειτονιές ζυμώνονται με τους πολίτες, χωρίς να ξέρουν καλά καλά αν είναι παγίδα ή όχι εκεί που τους καλούνε.
Στριμώξανε έναν κλεφτάκο,φαινόταν δικός μας,δικός μας σίγουρα,όχι κάνα πακιστάνι....

Πήδηξε από μια τέντα μέρα μεσημέρι,την έσπασε,όρμηξε μέσα στο διαμέρισμα ενός γέρου, που έτρωγε καθισμένος στο σαλόνι του βλέποντας τηλεόραση.Χριστό δεν πήρε είδηση ο γέρος.Άκουσε τον γδούπο της τέντας ο γιος του από τον κάτω όροφο κι έτρεξε να δει μην τα κακάρωσε ο δικός του.Τον γράπωσε τον άλλο να κρατάει ακόμα στα χέρια ένα τεράστιο κόφτη,έβαλε τις φωνές,τον κατέβασε στον δρόμο, μαζεύτηκε κόσμος.
Το κλεφτρόνι ζάρωσε,κλαψούριζε.

Μερικοί τα χάσανε.Γνωστός τους!Της περιοχής.Δούλευε,λέει,παλιά στον ηλεκτρολόγο.Στον χασάπη παλιότερα.Μερικοί αποφανθήκανε "πρεζόνι κατάντησε,κοίτα τα πόδια του",κάνα δυο άλλοι "μπα,απλώς ένας ακόμα τεντυμπόης,κοίτα κάτι μούσια που έχει" ˙ οι ένστολοι, λιγομίλητοι,τυπικοί,κοιτάγανε συνέχεια γύρω, είχανε τον νου τους.
Προχτές πυροβολήσανε κάτι δικούς τους,στην ψύχρα.Κι αυτοί,καταλαβαίνεις, φοβούνται τώρα και τον ίσκιο τους.
Ο καφετζής,ως πρόσφατα καταπράσινος πασόκος,τώρα τακίμιασε με κάτι θολούρες ακροδεξιούς που του απόμειναν σαν πελάτες,είδε στολές κι έσπευσε να πει τις φανφάρες του,απόκοντα κι ένας γείτονας,μεθύστακας,βαράει την γυναίκα του κι ακούγονται κάθε τρεις και λίγο, ήρθε κι αυτή,δεν παρέλειψε, με την ποδιά της κουζίνας φορεμένη ακόμα, σεγοντάριζαν κι οι δυο τον καφετζή.
"Δώστου ρε παλικάρι και κανα μπερντάκι,εμείς δεν είδαμε τίποτα,μόνος του θα πούμε χτύπησε, κρέμασμα ρε,κοπάνα τον".

Κι ο αστυφύλακας,εικοσιπεντάρης,όχι παραπάνω,να στραβώνει"ε,όχι και ξύλο,κύριε,κάθε μέρα έχουμε να κάνουμε με κάτι τέτοιους,αλλά όχι και να τον πλακώσουμε˙δεν θα γίνουμε Ιράν εδώ πέρα,έχουμε και νόμους".

Νόμους, Κατερίνα ,ακούς;Δεν θα γίνουμε, λέει, Ιράν.Μέτρο σύγκρισης το κράτος με τις εκτελέσεις γυναικών με φερετζέδες που τόλμησαν και σήκωσαν τα μάτια....Και είναι κιόλας Μάιος του 2011.Κι η Ελλάδα βυθίζεται στην κρίση παρέα με τους νόμους της, αυτούς που θέλει ο ένστολος να τους τηρήσει κι ο πολίτης τους ακυρώνει με τα κούφια του τα λόγια, σ΄εκείνα στα σκοτάδια της,τα παλιά. Οι πιτσιρικάδες που δεν ζήσανε την καταραμένη δεκαετία του ΄60, θα πάρουνε μια καλή γεύση,τι σημαίνει ραγιάς και παρακράτος.Στο ίδιο πακέτο.
Αθάνατο παρακράτος.Εκεί που υποτίθεται λουφάζει,εκεί το ξαναμολάνε στην δράση.Το τρέφουνε με φρέσκο πράμα κάθε φορά. Φρέσκο κυνήγι.Τότε ήταν οι αριστεροί,και τώρα δηλαδή αυτοί τους κάθονται στο στομάχι,απλά πριν φτάσουν να τους τα χρεώσουν όλα παίρνουν στο κατόπι τους μελαψούς.Κάτι πακιστάνια,κάτι ινδούς,αφγανούς,σκληρόπετση ράτσα οι τελευταίοι,δεν πιάνονται φίλοι,κάτι μπαγκλαντεσιανούς,τέτοιες φυλές.Γι αυτό τον περιτριγυρίσανε τον κλεφτάκο,να μάθουνε εθνικότητα,όχι αν έσπασε κάνα ποδάρι ο βλάκας .
Οι Αλβανοί,βλέπεις,τους τελειώσανε.Ούτε τα κανάλια πια δεν τους ανεβοκατεβάζουν κλέφτες. ώρα κι αυτοί ενσωματωθήκανε.Σκατά ενσωμάτωση δηλαδή,ίσα για ξεκάρφωμα. Αλλά πάντως γίνανε μαγαζάτορες,περιπτερούχοι,πήρανε σπίτια,είναι καταθέτες,μετά μανίας ακόμα αγοράζουνε ηλεκτρικά κι  από πέρσι,εδώ να δεις πλάκες, έρχονται στα βόρεια και σαν τουρίστες....

Φαντάζεσαι διάλογο;"Εμβέρ,που μας είχες συστηθεί Ηλίας,τι γίνεσαι,πώς είσαι...χρόνια και ζαμάνια,α,άνοιξες φούρνο στο κωριό σου, έμαθα,ναι,βρε,σε πειράζω που τόσα χρόνια και τι δεν μας έχτισες εδώ,όλη την περιοχή σοβάτισες ανασφάλιστος,μια χαρά,με ωραία ψίχουλα σε πληρώναμε,μετά ξύπνησες κι η γυναίκα σου το ίδιο,που μας καθάριζε και την ψάχναμε όταν έφευγε,λιγούρια είσασταν και φοβόμασταν τότε να μην μας κλέψετε τα πράματα.Κι αυτή είναι η κορούλα σου ε,πωπω,πως μεγάλωσε,παίρνω αμέσως την παραγγελία σας,δεσποινίς μου,φραπέ,φρέντο καπουτσίνο,κάτι άλλο θα πάρετε,έρχεται αμέσως,και νεράκι μαζί,βεβαίως,αμέσως.Ναι, βρε ,σας πειράζω, αστειεύομαι με το θάρρος, που τόσα χρόνια εδώ σας είχαμε και η προφορά σας μας έλειψε,το κωριό και το κωριό, βρε, χωριό το λένε,γελάσαμε,πόσες μέρες θα μείνετε,α, η παραλία μας πήρε γαλάζια σημαία πάλι,θα φχαριστηθείτε πολύ".

Να΄σουν όμως από μια μεριά, Κατερίνα στο περιστατικό,να ακούσεις τα αληθινά λόγια νοικοκυραίων, που κάνουν εύκολα και συχνά τον σταυρό τους, πάνω από το ζαρωμένο κλεφτρόνι...

"Άμα οι δάσκαλοι τα κάνανε τέτοια κολόπαιδα και τεμπελχανάδες κλέφτες τα δικά μας γιατί λες πήρανε εύκολη σειρά οι μελαμψοί,αυτές οι σουπιές,τάχαμου οι μαζεμένοι;Αυτούς κι αν είναι να φοβάσαι,που ξεθαρρέψανε κι απλώνονται σαν επιδημία κακιάς γρίπης στην πόλη, τεμπέληδες,μαυρόπετσοι,αυτοί φταίνε και για την κρίση."

"Κι αυτά τα ανθρωπιστικά του σαλονιού,ποιος ρατσισμός,ρε,ακόμα είσαστε στον ρατσισμό και κουραφέξαλα.Διείσδυση του μουσουλμανισμού,σχέδιο των Εβραίων,την ατυχία μας που είμαστε ο καλύτερος λαός του κόσμου και μας φθονούνε".

"Οι Ρωσίδες όμως ρε είναι άλλο ανέκδοτο,είναι χρήσιμες,καταλαβαίνεις ,κι οι Μολδαβές, άντε και τα κρέατα από Γεωργία,κρέας καλό ξανθό,κάτασπρο,πρόθυμο,οι Βουλγάρες τα ίδια". 

"Σώπα καλέ,είναι δεύτερο πράμα αυτές,χοντρές,λαϊκούρες,καλές για τους γέρους,την μπουκώνει με σούπα η βουργάρα την δική μας τη γριά, την βουτάει την κάνει δέκα λαβές, την ξεσκατώνει,άμα μπορεί η παλιόγρια ας ξανακάνει τσιριμόνιες, ώσπου να την σακατέψει η βουργάρα να ησυχάσουμε, να πάρουμε το σπίτι και κείνα στην τράπεζα ˙που κρύβει η ψοφόγρια το βιβλιάριο και θα ψοφήσει και θα προλάβει η βουλγάρα να το βρει ή θα τα φάει η τράπεζα,τα ενενήντα κοντεύει ο βρυκόλακας,σιγά,μην την κοίταζα,άμα αυτός λυπάται τα λεφτά που δίνει της βουλγάρας, ας την γηροκομούσε,γιος της είναι,εμένα και μάνα μου να΄ ταν δεν θα΄τρωγα εγώ τα σκατά της."

"Τι μένει,ρε,τι μένει;Οι μουσουλμάνοι,πώς κουβαληθήκανε εδώ,πού τα βρήκανε ρε τόσα δολάρια το κεφάλι, θα μας μαγαρίσουν κι άλλο τα πιστεύω της φυλής.Κι άμα οι πατριώτες αναλαμβάνουν δράση,μετά τους λένε φασίστες,ακούς;Κι ο βλάκας ο κόσμος ξεθυμαίνει επιχαίροντας την σύλληψη του γυναικά του Στρος,δεν λέω,Εβραιόσπορε Στρος,καλά να πάθεις,πλούσιε μαλάκα,ωραία στην φέραν οι φίλοι σου οι Αμερικάνοι!"

"Και από την άλλη η φτώχεια και η απόλυση και τα τετράωρα,άμα γουστάρεις,και δε πα΄ να΄σαι άρρωστος και να μην σου φτάνουν ˙άμα πάλι δώσουνε το Ελληνικό στους Άραβες θα βρούμε κι εμείς δουλειές κι αυτοί και δεν πειράζει,ας είναι τότε και μουσουλμάνοι. Λεφτά να μας δώσει κάποιος να σωθούμε,να γεμίσουμε ξανά τα ψυγεία μας,αυτό τα σβήνει όλα,δεν βαριέσαι."
"Γιατί ρε,δεν έχεις πάρει χαμπάρι πόσοι δικοί μας την κάνουνε για Τουρκία κι ανοίγουνε ξανά τα παρεδώσε;Οι μορφωμένοι βλέπεις,άλλο ανέκδοτο,αυτοί πάλι προτιμάνε Γερμανίες, Αγγλίες,άμα έχουν φυλαγμένα τα στέλνουν έξω τα παιδιά τους".
"Τα παιδιά στα εδώ πανεπιστήμια ,μπουρδέλα κανονικά,δεν έχουν μέλλον,σιγά μην κάτσουν,ας κάτσει ο Λεωνίδας άγαλμα στις Θερμοπύλες,χεστήκαμε αλλά μην το φωνάζεις γιατί εμείς είμασταν πάντα πατριώτες και τώρα παίζει πολύ το πατριωτικό,εμείς την δουλειά μας να κάνουμε,να πάμε με τα νερά,να την βγάλουμε καθαρή,μπόρα είναι θα περάσει και να τρυπώσουμε στο μεταξύ κάπου. "


Ακούς Κατερίνα;Να τρυπώσουμε κάπου.

Σχόλια

  1. Ανώνυμος24/5/11 15:55

    Αν το Β.Γ.είναι δικό σου συγχαρητήρια,ειλικρινά.
    Αν όχι δώστα εκείνου που το έγραψε,έτσι τραχύ,
    αστόλιστο,όπως σκέφτεται κάποιος που απλά σκέφτεται,τίποτα παραπάνω σαν κείμενο,δεν χρειάζονται μεγάλα λόγια.Μάρω Α.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου