"Πρίγκηπες και Δολοφόνοι",Μιχάλης Γεννάρης



Μπέκας,Γιανναράς,Μακριδάκης,Οικονόμου,Σωτάκης, Δημητρακάκη,Μπουραζοπούλου,Γκανάσου, Χρυσόπουλος κι αρκετοί ακόμα -που έχω διαβάσει τα ως τώρα βιβλία τους και δεν με απογοήτευσαν και αφού κάτι πάει να γεννηθεί,θα διαβάσω,λέω,ακόμα περισσότερους,διότι οσμίζομαι πράγματα-ήταν για μένα πολύ αισιόδοξες και ελπιδοφόρες, προσωπικές, λογοτεχνικές ανακαλύψεις.Αυτά τα νέα παιδιά,τριαντακάτι,γενικά,με έχουν κάνει να διαβάζω αρκετή ελληνική λογοτεχνία και να μην χασμουριέμαι,να μην κλείνω βιβλία για τα οποία έχω από τις πρώτες σελίδες κλάψει τα λεφτάκια μου,που λιγοστεύουν κιόλας, τα άτιμα, μέρα με την μέρα.Στην παρέα αυτών των ταλαντούχων ήρθε να προστεθεί κι ο Μιχάλης Γεννάρης. Το βιβλίο του "Πρίγκηπες και Δολοφόνοι" από τις εκδόσεις Ίνδικτος ήταν υ π έ ρ ο χ ο. Και εντελώς απρόσμενο.
Πού έμαθε να γράφει έτσι αυτός ο νεαρός και να πραγματεύεται συγκλονιστικά, πέρα για πέρα ζωντανά θέματα;Με τέτοια γραφή;Πώς διάλεξε την Πελαγία;Πώς μπορεί να έχει γνωρίσει σε βάθος, να την έχει ψυχογραφήσει,να την ξέρει ένας νεαρός των ημερών μας μια φιγούρα σαν την Πελαγία; Έχει διαβάσει άραγε όλη την ελληνική λογοτεχνία,την μια γενιά μετά την άλλη κι έχει τόσο καλά μπολιαστεί από αθάνατους,εξαίσιους πεζογράφους χωρίς όμως αυτός να τους μιμείται; Διότι έσπασα το χαζό μου το κεφάλι και δεν καθρεφτίζει ξετσίπωτα κάποιον,δεν μπόρεσα καν να καταλάβω τις λογοτεχνικές του επιρροές,αν έχει, που σίγουρα έχει, είναι τόσο καλά δουλεμένες,εναρμονισμένες στην δική του γραφή,που διάβαζα,διάβαζα κι όλα μού ήταν οικεία αλλά και.... καινούργια.
Την Πελαγία δηλαδή την "ξέρω" κι εγώ,δεν θυμάμαι πώς κι από πού κι από ποιά δεκαετία έρχεται, την συναντάω και τώρα συνέχεια στις διαδρομές μου ανάμεσα στην αληθινή μου ζωή και στην λογοτεχνική μου απόδραση,δεν έχω βέβαια πολλά πολλά μαζί της,έτσι λαϊκή και τσαούσα και αληθινή που είναι ,αυτή θα με κάνει σκόνη,καταλαβαίνετε, έρχεται καταπάνω στις ηλίθιες, διανοουμενίστικες πατερίτσες μου να τους δώσει την τρικλοποδιά,που πάνε γυρεύοντας να φάνε... Αλλά πάντως την ξέρω,μην μου παριστάνετε τους αθώους,την ξέρετε κι εσείς ...
Και ενθουσιάστηκα που ο Γεννάρης της έδωσε στοιχεία και από την νεανική πνοή του και την φρέσκια,διειδυτική ματιά του και κυρίως ενθουσιάστηκα που δεν την προσάρμοσε παρά μόνο στα δικά του, χαρισματικά κι αναλλοτρίωτα θέλω να πιστεύω, μέτρα και σταθμά.
Αντιλαμβάνεται κι άλλα με ιδιαίτερο τρόπο ο Μιχάλης Γεννάρης. Αναφέρομαι πρωτίστως στην γλώσσα,τολμά πολυτονικό,(ξανα)σώζει πανέμορφες λέξεις από αραχνιασμένες σελίδες παλιών βιβλίων,λέξεις που δεν τις ακούμε και τόσο πολύ και με αυτές χωρίς να τις λιβανίζει,έχοντας μέτρο δηλαδή, φτιάχνει απόλυτα πειστικά έναν ολόκληρο κόσμο και σε υποδέχεται σ΄αυτόν με αρχοντιά αλλά όχι έπαρση.Ρισκάρει στην εποχή της κυριαρχίας των φτηνών ελληνικών εκείνος να γράψει με σιγουριά σε ελληνικά που ηχούν ακόμα σαν μουσική όταν τα διαβάζεις μεγαλόφωνα αλλά κυρίως όταν τα ψιθυρίζεις σιωπηλά στην μοναχική σου ανάγνωση.
Πόσοι μπορούν να αφήσουν χώρο στη σκέψη του αναγνώστη να αλωνίσει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου τους;Μπορείς να αποζητήσεις μια μυρωδιά και να την μυρίσεις,να ανακαλέσεις στην μνήμη σου μια μελωδία και να την ακούσεις,μπορείς να φανταστείς αγγέλους και δαίμονες και να τους δεις στους ατελείωτους διαδρόμους ενός βιβλίου; Μπορείς.
Στους "Πρίγκηπες και Δολοφόνους" του Γεννάρη μπορείς και πολύ καλά μάλιστα. Διότι έχει μια τρέλλα και μιαν ευσπλαγχνία στο ύφος του,συνέχεια,ροή,αρμονία,συμμετρία, έλεγχο και αγάπη. Αφήνει να παρελάσουν δεκάδες ονόματα ταπεινών και γι αυτό άκρως σημαντικών ηρώων και δεν φοβάται μην του κουραστεί, μη και του στραβώσει ο στραβωμένος αναγνώστης που αμύητος ή ξέμαθος πια από μυθιστορήματα με ζουμί, μην πω τίποτ΄άλλο,πρέπει να γυρίζει ξανά και ξανά στις προηγούμενες σελίδες για να συνδέσει τα πρόσωπα και τα πράγματα,πρέπει να συγκεντρωθεί στο κείμενο,να το αγαπήσει σε τέτοιο βαθμό πού να παραδοθεί ασυνθηκολόγητα,αδιαπραγμάτευτα στην ομορφιά του. Ναι,έτσι την αντιλαμβάνεται την γραφή και την ανάγνωση και δεν κάνει εκπτώσεις και καλά κάνει!Πόσα σημερινά ελληνικά μυθιστορήματα πια το πετυχαίνουν αυτό;
Ο Γεννάρης περιγράφει ένα ανθρώπινο μωσαϊκό,με άνεση,με μεστό λόγο,με λέξεις-μπαλαρίνες, που ισορροπούν καταπληκτικά σε παλιές,λατρεμένες πουέντ αλλά που είναι λαμπερή η παρθενική τους έκθεση στο κοινό.Γιατί ναι,σαν χορογραφία μου φάνηκε όλο το γράψιμο του Γεννάρη,έμοιαζε κάπου κάπου εύθραυστη η ισορροπία του αλλά οι... πουέντ που έχει διαλέξει τον στήριξαν τελικά πολύ γερά,πολύ σταθερά και σε κάθε βήμα,όσο τολμηρό κι αν φαινόταν.
Μπράβο Μιχάλη,ειλικρινά σου αξίζουν, πέρα από το βραβείο κι ας είναι του Διαβάζω,πολλά περισσότερα καλά λόγια.Να συνεχίσεις έτσι,σε παρακαλώ!

Σχόλια

  1. Ανώνυμος4/6/11 15:39

    Σε άλλο μπλογκ δεν τα έλεγαν έτσι,τι να κάνω τώρα,ποιόν να ακούσω,να το διαβάσω ή όχι;Φλώρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος4/6/11 15:55

    Καλησπέρα.Να κάνω μια διαπίστωση;Ίσως δεν μπορείς να διακρίνεις αν θυμίζει κάποιον,Μάτεσι ας πούμε,γιατί προτιμάς την ξένη λογοτχνία και φαίνεται αυτό από τον τρόπο αν και συναισθηματικό όπως τον αποκαλείς που μας παρουσιάζεις ένα, οποιοδήποτε,βιβλίο.Δεν είναι κακό αυτό όμως και τί έγινε;Να μην τα πολυλογώ εγώ το διάβασα το βιβλίο και είναι εντυπωσιακό πραγματικά ως προς την γλώσσα και το όλο θέμα αν και ήταν παρθενογένεση ούτε το ενα ούτε το άλλο,αλλά με δυσκόλεψε,γύριζα συνεχώς προς τις πρώτες σελίδες ώσπου να καταλαβαίνω και να τοποθετώ όλα αυτά τα πρόσωπα και τα ονόματά τους σε μια τάξη.Ίσως να έχω αλλοτριωθεί ως αναγνώστης,ίσως να είναι οι συγκυρίες των εποχών που με αποσπούν πάντως δεν είναι βιβλίο ευρείας ανάγνωσης ούτε και γι αυτούς που προτιμούν το ελληνικό μυθιστόρημα και μαθαίνουν τι γίνεται και αγοράζουν αμέσως ό,τι βραβεύεται ή σκαλίζουν στα blogs και βρίσκουν.Με παρέπεμπε πάντως όπως προείπα ,αμυδρά έστω,στον τρόπο τον εξεζητημένο και πυκνό του Μάτεσι,που τον ξέρω ,τον έχω διαβάσει όλον.Γιάννης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος4/6/11 15:57

    Στο παραπάνω μπήκε λειψό,ήθελα να γράψω:δεν ήταν παρθενογένεση

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλημέρα.
    Φλώρα, η άμεση προτροπή μου είναι να το διαβάσεις και από κει και πέρα θα κρίνεις μόνη σου!
    Πήγαινε σε ένα φιλικό,αληθινό βιβλιοπωλείο,στην γειτονιά σου κατά προτίμηση,δεν μπορεί όλο και κάποιο, στο οποίο διαβάζει αυτός που το ΄χει, θα υπάρχει.Πιάσε και ξεφύλλισε το βιβλίο,
    ρώτα,άκου,μίλησε γι αυτό κρατώντας το,νιώσε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καλημέρα Γιάννη(ποιός Γιάννης είσαι;)
    Μάτεσι λες,ε;Αναφερόμουν κυρίως στους πιο παλιούς,γενιά του ΄30,στις κλασσικές δηλαδή επιρροές.Τους κατοπινούς, εγώ τουλάχιστον,δεν επιθυμώ να τους έχω ως σημεία αναφοράς παρά μόνον σε πολύ ειδικές περιπτώσεις,δεν έχει περάσει ο απαραίτητος κατ΄εμέ χρόνος,ώστε να είμαστε ικανοποιητικά αντικειμενικοί σε ό,τι λέμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος6/6/11 12:33

    Πάντως το συγκεκριμένο βιβλίο έχει αρχίσει να συζητιέται έστω περιορισμένα και πριν την βράβευσή του από το περιοδικό Διαβάζω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ένα απερίγραπτο, χειμαρρώδες βιβλίο, ίσως το καλύτερο ελληνικό βιβλίο που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Συμφωνώ μαζί σου κι επαυξάνω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου