"Φόνος στο Κιμπούτς" ,Μπάτυα Γκουρ


Για να παρακολουθήσει κάποιος καλύτερα ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με τόπο δράσης ένα εβραϊκό κιμπούτς, της δεκαετίας μάλιστα του 1980-1990,για να μπει δηλαδή σ΄ένα τελείως διαφορετικό κλίμα από το σύνηθες στυλ ενός κλασσικού αστυνομικού βιβλίου, καλό θα ήταν να ρίξει προηγουμένως μια ματιά στις περί κιμπούτς πληροφορίες.Τι ήταν,ιστορικά τι ρόλο έπαιξαν,αν ακόμα υπάρχουν κτλ.
Επειδή ακριβώς αυτό,ο τόπος,το σκηνικό φόντο δηλαδή που διαδραματίζεται η πλοκή, μου κέντρισε το ενδιαφέρον , αποφάσισα να διαβάσω το συγκεκριμένο αστυνομικό, "Φόνος στο Κιμπούτς",της Μπάτυα Γκουρ,που δεν ζει πια,από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση,από τα αγγλικά, του Κωνσταντίνου Παπαδάκη και σκέφτηκα να σας παραθέσω πρώτα ένα άρθρο, περσινό, του Βήματος, για να πάρετε μιαν ιδέα για τί πράγμα μιλάμε και γιατί φόνος ή φόνοι σε ένα εβραϊκό κοινόβιο, ειδικά της δεκαετίας εκείνης, ήταν κάτι πολύ δύσκολο ή ακατανόητο να έχει συμβεί. 

 
Τα κιμπούτς πεθαίνουν στο Ισραήλ
Από το «εμείς» και την κολεκτίβα στο «εγώ» και στην ιδιωτικοποίηση.

Με αβέβαιο μέλλον κλείνουν εφέτος 100 χρόνια τα κιμπούτς, οι ισραηλινές κολεκτίβες που αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά του κράτους του Ισραήλ. Ξεκίνησαν σαν ουτοπικές κοινότητες, οργανωμένες σε σοσιαλιστικά και δημοκρατικά πρότυπα, για να προωθήσουν την ιδεολογία του σιωνισμού. 

Τα μέλη τους, αν και διανοούμενοι, καλλιεργούσαν την άγονη γη για να «την αναστήσουν», ώσπου τους ξεπέρασε η εποχή. Και αναγκάστηκαν να ιδιωτικοποιηθούν. Σήμερα πολλοί τα επικρίνουν επειδή έχουν απομακρυνθεί υπερβολικά από την ιδεολογία των πρώτων κιμπούτς. Για να μπορέσουν να επιζήσουν άλλα 100 χρόνια πρέπει να μεταλλαχθούν σε κάτι τελείως διαφορετικό, που δεν θα μπορεί πλέον να αποκαλείται κιμπούτς. 
«Πήγα σε κιμπούτς σε ηλικία 18 ετών, τη δεκαετία του ΄60, με σκοπό να μάθω την εβραϊκή γλώσσα και να γνωρίσω την κοινοβιακή ζωή» λέει στο «Βήμα» η ιστορικός Ρένα Μόλχο .
«Ολοι απευθύνονταν ο ένας στον άλλον στον ενικό,με το μικρό τους όνομα,όποια ηλικία και αν είχαν,
και αποκαλούνταν “χαβέρ” που σημαίνει “σύντροφος”- εξ ου και η χάβρα”. Κάθε σύντροφος εργαζόταν οκτώ ώρες κάνοντας εκ περιτροπής όλες τις εργασίες.
Σήμερα υπάρχουν ελάχιστα κιμπούτς που ακολουθούν αυτό το πρότυπο». Το κιμπούτς στο οποίο έζησε απείχε τότε 50 μέτρα από τα ιορδανικά σύνορα, ενώ σήμερα πέφτει στο κέντρο της Ιερουσαλήμ. Εχει πουλήσει τις αγροτικές εκτάσεις του για να φτιαχτούν πολυκατοικίες και λειτουργεί πλέον ως ξενώνας. «Σήμερα δεν θα έστελνα το παιδί μου σε κιμπούτς» αναφέρει. 
Από τους 12 στους 120.000 Πισίνες και άλλες ανέσεις στα εύπορα ιδιωτικοποιημένα κιμπούτς.Το πρώτο κιμπούτς, ονόματι Ντεγκάνια, ιδρύθηκε το 1910 από 12 εβραίους (10 άνδρες και δύο γυναίκες) που έφυγαν από τη Ρωσία για να γλιτώσουν το πογκρόμ. Η οθωμανική Παλαιστίνη είχε αφιλόξενο περιβάλλον: η Γαλιλαία ήταν ελώδης, οι λόφοι της Ιουδαίας βραχώδεις και ο Νότος της χώρας καλυπτόταν από την έρημο Νεγκέβ. Οι Εβραίοι αγόραζαν φθηνά την άγονη γη που αποκαλούσαν «πεθαμένη» κι είχαν όνειρό τους να την αναστήσουν αποξηραίνοντας τα έλη και φυτεύοντάς τη. Ο τύφος  και η χολέρα θέριζαν, οι βεδουίνοι έκαναν επιδρομές- το λογικό ήταν να ζουν συλλογικά για να επιζήσουν.
Μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο και την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η έλευση των Βρετανών στην περιοχή ευνόησε τους εβραίους, διότι χαλάρωσαν τους περιορισμούς στην αγορά παλαιστινιακής γης. 
Τα κιμπούτς πολλαπλασιάστηκαν και μεγάλωσαν. Το Εΐν Χαρόντ, που ιδρύθηκε μόλις 10 χρόνια μετά το Ντεγκάνια, ξεκίνησε με 215 μέλη. Τα κιμπούτς έπαιξαν ρόλο στον καθορισμό των συνόρων του κράτους του Ισραήλ, που ιδρύθηκε το 1948, και συνέβαλαν κατά πολύ στις τάξεις των ειδικών μονάδων του στρατού. Στη δεκαετία του ΄80, κατά την οικονομική κρίση του Ισραήλ, κόντεψαν να καταρρεύσουν οικονομικά. Για δύο δεκαετίες παράπαιαν. Η έμφαση μετατοπίστηκε από το συλλογικό στο ατομικό. 

Ωσπου την τελευταία δεκαετία άρχισαν να μετατρέπονται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, να ανοίγουν εργοστάσια και να προσφέρουν υπηρεσίες επί πληρωμή. Σήμερα υπάρχουν 273 κιμπούτς (τα 16 θρησκευτικά) όπου ζουν 120.000 άτομα (το 1,6% του ισραηλινού πληθυσμού) και συμβάλλουν κατά 10% στην ισραηλινή οικονομία. Το 2007 καταγράφηκε πρώτη φορά σε μια εικοσαετία άνοδος στον συνολικό αριθμό των μελών. 




 

 Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΟΥ «ΤΖΑΜΠΑ» ΕΣΒΗΣΕ
Από το 1910 ως τα τέλη του 20ού αιώνα τα μέλη εργάζονταν ανάλογα με τις δυνατότητές τους και ελάμβαναν ανάλογα με τις ανάγκες τους. Είχαν όλοι τον ίδιο μισθό.Το φαγητό, τα σπίτια, τα αυτοκίνητα, τα τσιγάρα, τα προφυλακτικά, τα κλιματιστικά, οι τηλεοράσεις μοιράζονταν δωρεάν. 
Στη δεκαετία του ΄60 τα κιμπούτς ευημερούσαν και τότε απέκτησαν τις περισσότερες πισίνες. Για τα παιδιά προσφέρονταν από πάνες ως μαθήματα πιάνου. Σήμερα υπάρχουν διαφοροποιήσεις στις απολαβές: το 69% κερδίζει κάτω από 1.450 ευρώ και το 11% πάνω από 2.500 ευρώ τον μήνα. Η στέγαση και η Παιδεία παραμένουν συλλογική ευθύνη. Τα συνολικά έσοδα των 273 κιμπούτς φθάνουν τα 6,6 δισ.ευρώ. Και τότε και σήμερα,όσοι εργάζονται εκτός κιμπούτς παραδίδουν στην ομάδα τον μισθό τους.Πληρώνουν για το φαγητό και άλλες υπηρεσίες.

 
ΑΒΙΡΑΜΑ ΓΚΟΛΑΝ: «Δεν ξέραμε τι θα πει εγώ» «Στις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60τα μέλη των κιμπούτς έκαναν αγροτικές δουλειές,αποτελούσαν όμως την αφρόκρεμα της ισραηλινής κοινωνίας» λέει η Αβιράμα Γκολάν , δημοσιογράφος της «Χααρέτζ» και συγγραφέας του μπεστ σέλερ «Τα κοράκια», το οποίο αναφέρεται σε μια γυναίκα μεγαλωμένη σε κιμπούτς. 
Η ίδια περνούσε τα καλοκαίρια στα κιμπούτς που ίδρυσαν οι θείοι της. «Εκείνη την εποχή θεωρούσαν την οικογένεια “μπουρζουά”,γι΄ αυτό χώριζαν τα παιδιά από τους γονείς.Τα ξαδέλφια μου  δεν μπορούσαν καν να προφέρουν τη λέξη “εγώ”- “Τι θες για πρωινό; ” “Θέλουμε αβγά”. Τα πάντα ήταν συλλογικά. Είχαν μια παιδική ηλικία απαλλαγμένη από τις οικογενειακές πιέσεις,ζούσαν όμως σε ένα πολύ αυστηρό και απαιτητικό σύστημα. 
Η μεγάλη αλλαγή επήλθε στο τέλος της δεκαετίας του ΄70,όταν το δεξιό Λικούντ κέρδισε έδαφος έναντι των Εργατικών. Τότε εκφράστηκε όλη η οργή των νεοφερμένων μεταναστών που θεωρούσαν ότι τα μέλη των κιμπούτς τούς αντιμετώπιζαν με σνομπισμό- και είναι αλήθεια:πολλοί εργάζονταν στα κιμπούτς αλλά δεν τους επιτρεπόταν η είσοδος στην τραπεζαρία.

Επωφελήθηκε ο ηγέτης της Δεξιάς Μεναχέμ Μπεγκίν, ο οποίος τους απηύθυνε την περίφημη φράση που έχει μείνει ως σήμερα:“Εσείς υποφέρετε μια ζωή,ενώ οι πλούσιοι των κιμπούτς απολαμβάνουν τις πισίνες τους”». Η Γκολάν θεωρεί ότι η ιδιωτικοποίηση των κιμπούτς ισοδυναμεί με κατάρρευση της ιδεολογίας τους και έχει μια πολύ σκληρή διάσταση: «Ανθρωποι ηλικιωμένοι βρέθηκαν σε πολύ άσχημη θέση όταν έπρεπε να πληρώνουν τα γεύματα στο κιμπούτς όπου έτρωγαν δωρεάν μια ζωή. Τα υπόλοιπα μέλη έλεγαν:“Ας τους ζήσουν τα παιδιά τους, γιατί πρέπει να τους πληρώνουμε εμείς;”. Θεωρεί επίσης ότι τα κιμπούτς «βγάζουν συχνά προς τα έξω τη χειρότερη πλευρά των ανθρώπων:
φθόνο, κουτσομπολιό...
Στις μικρές κοινωνίες μπορούν να γίνουν πολλά καλά, αλλά και πολλά κακά»

 









ΧΑΓΚΑΪ ΑΛΟΝ: ο αμετανόητος της ιδιωτικοποίησης «Ο παππούς μου ίδρυσε ένα από τα πρώτα κιμπούτς τη δεκαετία του ΄30» λέει ο Χαγκάι Αλόν, γέννημα θρέμμα κιμπούτς. Επικεφαλής εταιρείας που παρέχει οικονομικές συμβουλές στα κιμπούτς, ανήκει στην τελευταία γενιά που μεγάλωσε χωριστά από τους γονείς. «Κοιμόμουν μαζί με τα άλλα παιδιά» λέει. «Λάβαμε εξαιρετική κοινωνική και πολιτιστική παιδεία και μάθαμε στην ομαδικότητα».
Σήμερα, πατέρας δύο μικρών παιδιών, στο κιμπούτς που έχει ιδρύσει στη Γαλιλαία συνδυάζει οικογενειακή ζωή και κοινωνική εκπαίδευση για τα ανήλικα. Από το κιμπούτς του παππού του αποχώρησε επειδή επιθυμούσε «προσαρμογή στον 21ο αιώνα.Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν τα κιμπούτς, αλλά πώς θα διατηρήσουμε την αλληλεγγύη.Στις δεκαετίες του ΄40 και του ΄50 ήταν λογικό όλα τα χρήματα να τα διαχειρίζεται το κιμπούτς. Αν πραγματοποιήσουμε αλλαγές χωρίς να πλήξουμε την αλληλεγγύη, τα κιμπούτς έχουν λαμπρό μέλλον.Ο πυρήνας της ιδεολογίας θα παραμείνει, αλλά η οργάνωση θα προσαρμοστεί στις σημερινές ανάγκες.
Μπορούμε να δημιουργήσουμε σύγχρονα κιμπούτς, ελκυστικά για τους νέους, που παρέχουν μεγάλο βαθμό ελευθερίας.Οσοι επιλέγουν να ζήσουν σε κιμπούτς σήμερα είναι εκείνοι που αναζητούν έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής ο οποίος δεν περιστρέφεται μόνο γύρω από τα χρήματα. Το 25%-30% των μελών εργάζονται εκτός κιμπούτς και παραδίδουν τον μισθό τους σε αυτό» .
Τι γίνεται όμως αν θέλουν να πάνε ένα ταξίδι ή να αγοράσουν κάτι για τον εαυτό τους; «Μέρος του προϋπολογισμού διοχετεύεται στις οικογένειες για να αποφασίσουν πώς θα το ξοδέψουν. Το κιμπούτς χειρίζεται την Παιδεία και τον πολιτισμό, αλλά τελευταίως η τάση είναι όλο και περισσότερα χρήματα να κατευθύνονται προς τα μέλη».

 

 
 
 
ΧΟΝΕΪΝΤΑ ΓΚΑΝΙΜ: «Είναι ιμπεριαλισμός» 
 «Για τους Παλαιστινίουςτα κιμπούτς συνδέονται με τα ιστορικά και εθνικά ζητήματα» λέει η δρ Χονέιντα Γκάνιμ , Παλαιστίνια ερευνήτρια του Κέντρου Μαντάρ για Ισραηλινές Μελέτες στη Ραμάλα. 
«Πολλά κιμπούτς ιδρύθηκαν σε παλαιστινιακή γη την οποία κατέσχεσαν παρανόμως. Αυτό αντικατοπτρίζει τις πραγματικές κοινωνικές και ανθρωπιστικές αξίες τους.Εμπεριέχουν μια αντίφαση και δείχνουν το κυνικό πρόσωπο του σιωνισμού:από τη μια πλευρά υμνούν τις ανθρωπιστικές, σοσιαλιστικές και κοινοτικές αξίες,αλλά από την άλληκαταπατούν τα δικαιώματα των Παλαιστινίων. Γι΄ αυτό, για εμάς τους Παλαιστινίους τα κιμπούτς συχνά παραπέμπουν στην καταστροφή μας. Τα κιμπούτς,ως πιονιέροι της σιωνιστικής ιδεολογίας,βοήθησαν στην ίδρυση του κράτους του Ισραήλ.Πριν από το 1938έκαναν την ίδια δουλειά που κάνουν σήμερα οι ισραηλινοί οικισμοί στη Δυτική Οχθη- άλλωστε οι έποικοι λέ νε ότι πραγματοποιούν το όνειρο του σιωνισμού.Το τίμημα και στις δύο περιπτώσεις είναι η εκδίωξη των Παλαιστινίων από τη γη τους. 
Η αλήθεια είναι ότι ανάμεσα στα μέλη των κιμπούτς υπάρχει μεγαλύτερη αποδοχή του δικαιώματος των Παλαιστινίων να αποκτήσουν κράτος αλλά,αν κοιτάξουμε τη συνολικότερη εικόνα,τα κιμπούτς αποτέλεσαν τη βάση της ίδρυσης του κράτους του Ισραήλ στη γη των Παλαιστινίων. 
Ο σοσιαλισμός και η ζωή στην κοινότητα συνθέτουν μια όμορφη εικόνα,όμως πόσους Παλαιστινίους εκδίωξαν;». Στην παρατήρηση ότι πολλά κιμπούτς του πρώτου μισού του 20ού αιώνα αγόρασαν τη γη τους από Παλαιστίνιους, η Γκάνιμ απαντά: «Αυτό είναι ένα από τα χειρότερα δημαγωγικά επιχειρήματα: μόνο το 2% της παλαιστινιακής γης αγοράστηκε, το υπόλοιπο 98% υφαρπάχθηκε» .



 




Σκεφτείτε λοιπόν:συνθήκες κοινοβίου,κανονικά χωριά δηλαδή 300,400 και περισσότερων ανθρώπων,μια κεντρική ιδεολογία πάνω στην οποία έχει στηριχθεί ένας ολόκληρος τρόπος ζωής,δυό ή και τρεις διαφορετικές γενιές που δίνουν η καθεμιά το στίγμα της,ο εξωτερικός κόσμος,προς τα πού  στρέφεται η εποχή και πως σε ένα κάποιο τόσο ιδιαίτερο και κλειστό σύστημα ξαφνικά  αφαιρείται μια ζωή,γιατί  και ποιός θα μπορούσε να το κάνει και πως τον αντιμετωπίζουν οι άλλοι έχοντας καθήκον να προστατέψουν το σύστημά τους από πειρασμούς με δυτικά πρότυπα καθώς ο κόσμος, έξω από το κιμπούτς, αλλοτριώνεται και αυτός από την παγκόσμια (υπο)κουλτούρα του καταναλωτισμού,κορυφώνονται οι πόλεμοι του Ισραήλ με όλους σχεδόν τους γείτονες με αιχμή βεβαίως το παλαιστινιακό ζήτημα ,η ιντιφάντα των Αράβων,που αναπτύσσεται παράλληλα με έντονη αύξηση της μιλιταριστικής νοοτροπίας των Εβραίων και τελικά ,σε ένα κιμπούτς που έχει καταφέρει κάπως να ισορροπήσει οικονομικά,ιδεολογικά,να δείχνει μιαν εικόνα συμμαζέματος προς τα έξω,να έχει ακόμα ιδρυτικά μέλη εν ζωή δυναμικά και ενεργά,να λειτουργεί τέλος πάντων καλά, η Γκουρ πλέκει μια ιστορία στην οποία γίνονται όχι ένας,αλλά δυο φόνοι.

Πρόκειται για σοκ,για κάτι σπάνιο.Στα κιμπούτς οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν, πεθαίνουν από γηρατειά ή αρρώστια ή αυτοκτονούν-κάτι που κι αυτό αξίζει ερμηνευτικής μνείας- αλλά πάντως δεν γίνονται φόνοι,δεν υπάρχει,δεν πρέπει να υπάρχει καμία εγκληματικότητα.



 
 
 
Η Γκουρ εστιάζει στον δεύτερο φόνο,αυτόν της Όσνατ,της δυναμικής και με πλήθος νέων ιδεών για

την συνέχιση του κιμπούτς σαρανταπεντάρας γραμματέως του και αφού φτάσει σε ένα κομβικό σημείο για την αναζήτηση του δολοφόνου,βάζει τον ήρωά της,τον επιθεωρητή Μιχαέλ Οχαγιόν, σε διάφορους μπελάδες και μονοπάτια έρευνας προς διάφορες κατευθύνσεις εντός κι εκτός κιμπούτς ώσπου να καταλάβει ότι και ο θάνατος ενός γέροντα με θέση κλειδί στο κοινόβιο ήταν φόνος και να γίνει όλη η περαιτέρω έρευνα με πολλά ενδιάμεσα πρόσωπα πλέον αρκετά πιο ζουμερή στην πλοκή της.
Λιτά,με προσεκτική γλώσσα στα επίμαχα θέματα που άπτονται της τότε πολιτικής επικαιρότητας,με μιαν ελαφρά αντιπάθεια ή πάντως δυσπιστία ,ίσα να αχνοφαίνεται, στα γραφόμενά της για τα κιμπούτς η Γκουρ έφτιαξε ένα όμορφο αστυνομικό μυθιστόρημα,"εξωτικό", για αναγνώστες που δεν έχουν ξαναπεριπλανηθεί σε παρόμοια τοπία,άκρως εγκυκλοπαιδικό με την έννοια ότι μαθαίνεις πράγματα και αυτό ποτέ και σε καμιά περίπτωση δεν είναι περιττό,σκοτώνεις την ώρα σου ή πιο
κομψά να το θέσω,ξαλεγράρει για λίγες ώρες,για ένα κυριακάτικο απόγευμα ,ο νους σου από την τρέχουσα θλιβερή πραγματικότητα της Ελλάδας του 2011.
 
Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Οι ψυχικές διεισδύσεις που επιχειρεί η Γκουρ στις περιγραφές των χαρακτήρων επίσης είναι αρκετά καλά οργανωμένες ,πειστκές,ταιριαστές στην εποχή που αναφέρεται,εποχή που σου δείχνει ότι σαν να γύριζε σελίδα το Ισραήλ,καλύτερη ή χειρότερη εσένα εδώ και τώρα δεν σε νοιάζει,δεν αφορά,άμεσα, στον τόπο σου,δεν σε νοιάζει.
Η Γκουρ κάνει συχνά γυρίσματα στο παρελθόν πολλών χαρακτήρων,συνδέει τις ιστορίες τους ,από μια περίπτωση προχωράει σε μια δεύτερη και ούτω καθεξής,δεν βαριέσαι καθόλου,δεν έχει
κλισαρισμένα πράγματα και η φιγούρα του αστυνομικού της ,του σοβαρού και εσωστρεφούς Χαγιόν γενικά μου άρεσε, είναι απλός,ανθρώπινος,φυσιολογικά έξυπνος,καλλιεργημένος,μετριοπαθής 
δηλαδή, ούτε αστυνόμος Σαΐνης, όπως σε κάποια άλλα αστυνομικά που καμιά φορά διαβάζω,ούτε Κλουζώ,ούτε αμερικανάρας.
 
Καλό λοιπόν αστυνομικό παζλάκι,με ενδιαφέρον περίγραμμα και ισορροπημένο περιεχόμενο,ιδανικό ως καλοκαιρινό ανάγνωσμα,τυπωμένο με φροντίδα,σε ωραίο ποιοτικό χαρτί ,με λιτό εξώφυλλο και σχόλια διαφωτιστικά στο τέλος.
Σας το συστήνω.
 

Σχόλια