" Το Τούνελ " ,Ερνέστο Σάμπατο


Αν δεν το ήξερα ότι διαβάζω ισπανόφωνη λογοτεχνία,ότι έχω να κάνω με έναν εμπνευσμένο λατινοαμερικάνο συγγραφέα,αν παράβλεπα τα σπανιόλικα ονόματα των ηρώων ή αν δεν έλεγε ο ίδιος ότι τα δρώμενα συμβαίνουν στο Μπουένος Άιρες θα πίστευα,σε όλη την διάρκεια της ανάγνωσης, ότι το βιβλίο έχει γραφτεί από Ευρωπαίο συγγραφέα βαθιά επηρεασμένο από την κλασσική και περισσότερο,ίσως, την ρωσική λογοτεχνία και διαδρα ματίζεται κάπου στην βόρεια Ευρώπη.

Θέμα του το- πέρα από κάθε εποχή,σχολή,ιστορική συγκυρία κτλ κτλ το ίδιο εκείνο θέμα,που ενέπνευσε τους αρχαίους Έλληνες κλασσικούς και κατοπινά όλες τις τέχνες και δη την λογοτεχνία-τι άλλο;το πάθος,το ασίγαστο πάθος των ανθρώπων που κάνει πολύ ακαθόριστα τα σύνορα ανάμεσα στην μέση λογική και την τρέλλα συνεπικουρούμενη από την ζήλεια και το μίσος.
Ο Σάμπατο είναι εξαιρετικός στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση,ψυχογραφικός όσο δεν πάει άλλο,σταθερός και αποφασισμένος σαν χειρουργός στην διείσδυση του νυστεριού του, ακάματα παρατηρητικός και λεπτολόγος ως την ύστατη δυνατή προσέγγιση του αντικειμένου του, που την επιχειρεί ως την τελευταία παράγραφο του μυθιστορήματος με αμείωτη υπομονή κι επιμονή.

Διαβάστε παρακάτω λίγο από το κείμενο,από το πρώτο κεφάλαιο, για να δείτε από τις πρώτες κιόλας σειρές πόσο δεινός αφηγητής είναι.

«Θα είναι αρκετό να πω πως είμαι ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ, ο ζωγράφος που σκότωσε τη Μαρία Ιριμπάρνεο.Υποθέτω πως η δίκη βρίσκεται στη μνήμη όλων και πως δε χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις για το άτομό μου.Κι είναι αλήθεια πως ούτε ο διάβολος ξέρει τι είναι αυτό που πρέπει να θυμάται ο κόσμος και γιατί.Στην πραγματικότητα,πάντα σκεφτόμουν πως δεν υπάρχει μνήμη συλλογική, γεγονός που ίσως είναι μια μορφή άμυνας του ανθρώπινου είδους.
Η ρήση «κάθε πέρσι και καλύτερα», δε σημαίνει πως παλιά συνέβαιναν λιγότερο κακά πράγματα, αλλά πως -ευτυχώς- οι άνθρωποι τα πέταξαν στη λήθη. Επομένως, παρόμοια ρήση δεν έχει αξία καθολική. Εγώ, για παράδειγμα, έχω την ιδιότητα να θυμάμαι τέλεια τις κακές πράξεις κι έτσι θα μπορούσα σχεδόν να πω «κάθε πέρσι και χειρότερα, αν δε συνέβαινε το παρόν να μου φαίνεται τόσο φριχτό όσο και το παρελθόν». Θυμάμαι τόσες συμφορές, τόσα πρόσωπα κακά και σκληρά, τόσες κακές πράξεις, που η μνήμη είναι για μένα το τρομερό φως που φωτίζει το ρυπαρό μουσείο της ντροπής.
Πόσες φορές δεν έμεινα συντριμμένος για ώρες σε μια σκοτεινή γωνιά του εργαστηρίου μου, μετά την ανάγνωση κάποιας είδησης στο αστυνομικό δελτίο!Ο άνθρωπος συνεχίζει να σταλάζει δηλητήριο. Όμως, η αλήθεια είναι πως δε βρίσκεται πάντα σ’ αυτό η πιο επονείδιστη πλευρά της ανθρώπινης φυλής. Ως ένα ορισμένο σημείο, οι εγκληματίες είναι άνθρωποι πιο καθαροί, πιο άκακοι. Δεν το υποστηρίζω αυτό επειδή εγώ ο ίδιος έχω σκοτώσει ένα ανθρώπινο πλάσμα: είναι μια τίμια και βαθιά πεποίθηση. Είναι ένας άνθρωπος βλαβερός. Λοιπόν τον καθαρίζεις και τελείωσε. Είναι αυτό που εγώ αποκαλώ καλή πράξη. Σκεφτείτε πόσο χειρότερο είναι για την κοινωνία, αν αυτός ο άνθρωπος συνεχίζει να σταλάζει το δηλητήριό του και αντί να τον αφανίσεις, θελήσεις να ανταποδώσεις την πράξη του καταφεύγοντας σε ανώνυμα γράμματα, δυσφημίσεις και άλλες αμέτρητες ενέργειες.
Όσον αφορά το άτομό μου, πρέπει να ομολογήσω πως τώρα λυπάμαι που δεν επωφελήθηκα,τόσο καιρό που ήμουν ελεύθερος, για να καθαρίσω έξι-εφτά τύπους που γνωρίζω.Το ότι ο κόσμος είναι φριχτός, είναι μια αλήθεια που δε χρειάζεται απόδειξη. Θα αρκούσε ένα πραγματικό γεγονός για να επαληθευτεί πέρα για πέρα: σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, ένας πρώην πιανίστας παραπονέθηκε πως πεινάει. Και τότε τον ανάγκασαν να φάει έναν ποντικό ζωντανό. Δεν είναι αυτό, εντούτοις, που θέλω να μιλήσω τώρα. Αν δοθεί ευκαιρία, θα μιλήσω παραπέρα για την ιστορία με τον ποντικό».

Το "Τούνελ" κυκλοφόρησε το 1948 και 30 χρόνια μετά,το 1978 δηλαδή, ο Σάμπατο το ξαναδούλεψε και του έδωσε την τελική του μορφή,αυτήν που μεταφράστηκε στα ελληνικά για τις εκδόσεις Αστάρτη το 1981 και στην οποία ελληνική έκδοση-πολυτονική και γι αυτό ξεχωριστή-προσδίδει επιπλέον αξία το ωραίο εισαγωγικό σημείωμα που έγραψε ο Φίλιππος Δρακονταειδής στα πλαίσια της θεώρησης της πολύ καλής μετάφρασης από τα ισπανικά της Μάγιας-Μαρίας Ρούσσου.

Γράφει ο Δρακονταειδής ανάμεσα στ΄άλλα:

«Ο Σάμπατο μοιάζει ο κλασικότερος απ’ όλους τους άλλους σημαντικούς,συγκαιρινούς του συγγραφείς, έχει το στεγνό και απέριττο ύφος του Μπόρχες, αλλά και την αγωνία του Καρτάσαρ και στην έλλειψη χιούμορ, που τον κάνει να είναι ο αντίποδας του Κασάρες. Θα έλεγα πως είναι ο πιο «φανταστικός» και «μυθικός» απ’ την ομάδα που αναφέρθηκε.
«Θυμίζει περισσότερο Μπέσετ παρά συγγραφέα της Λατινικής Αμερικής, πληθωρικό, παραμυθά, ταχυδακτυλουργό.Κι αυτό συμβαίνει γιατί δείχνει πιο λογικός,δεμένος στο θέμα του,βαθύτερος γνώστης της ασυνέπειας και της ασυνέχειας των ανθρωπίνων σχέσεων.
Με λίγα λόγια συγγραφέας πιο βασανιζόμενος εσωτερικά. Το «Τούνελ» είναι γι’ αυτό, έργο ισόρροπο, χωρίς φτιασίδια, καθώς ο αφηγητής αναζητάει τη σωτηρία του μέσω του λόγου. Βασικά, το ΠΑΘΟΣ αποτελεί το υφάδι του έργου. Για να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας στο έργο αυτού του Αργεντινού συγγραφέα. Αναγνωρίζουμε την οριακή κατάσταση όπου μας φέρνουν τα γεγονότα. Δηλαδή, κάλλιστα ερχόμαστε στη θέση του ζωγράφου Χουάν Πάμπλο Καστέλ, που σκοτώνει την ερωμένη του Μαρία Ιριμπάρνε. Αντίθετα, ο Μαρσώ, ο ήρωας στον «Ξένο» του Καμί, μοιάζει με εξαίρεση.
Τον παρακολουθούμε από έξω, δεν εισχωρούμε μέσα του. Ο Μερσώ εντάσσεται στη φιλοσοφική άποψη του Καμύ «εξεγείρομαι, άρα υπάρχω», ενώ στο «Τούνελ» το έγκλημα δεν είναι η απόδειξη της εξέγερσης.

Σχόλια