"Ο Γύρος του Θανάτου",Θωμάς Κοροβίνης




"Ο Γύρος του Θανάτου" του Θωμά Κοροβίνη κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα πέρυσι.Δεν κυνηγάω νέες εκδόσεις,έτσι το διάβασα μόλις χτες,έχοντας ακούσει στο μεταξύ από φίλους,που παρακολουθούν πιο συστηματικά από μένα την ελληνική λογοτεχνία των καιρών μας, διθυραμβικά σχόλια για το ύφος και το ιδιαίτερο στίγμα του συγγραφέα,οπότε περίμενα το βιβλίο των βιβλίων.Ή ένα πιο καταγγελτικό και πολιτικοποιημένο γράψιμο,επειδή το θέμα,η περιβόητη ιστορία του Αριστείδη Παγκρατίδη,του φερόμενου ως δράκου του Σέιχ Σου,προσφερόταν ιδανικά,κατά την κρίση μου,για κάτι τέτοιο.Δεν το βρήκα.

Ο ίδιος ο Κοροβίνης από την αρχή,με καταθέσεις που επινοεί,βασιζόμενος,φαντάζομαι σε πραγματικά στοιχεία της υπόθεσης κι έξυπνα βάζοντάς τις να αποτυπώνονται με ανάγλυφες την γλωσσική και ιδιοσυγκρασιακή διαφορετικότητα του κάθε μάρτυρα που τις εκφέρει ,ανοίγει το τεράστιο ζήτημα του πώς ένα σύστημα κονιορτοποίησε εύκολα έναν άνθρωπο -περιθωριακό ή όχι, εδώ λίγο βαραίνει- κάτω από συγκεκριμένες, ιδιαίτερες,τραυματικές ιστορικοπολιτικοκοινωνικές συγκυρίες.Το ανοίγει εξαιρετικά αλλά στην εξέλιξη της αφήγησης το αφήνει κατά μέρος και προτιμά την πεπατημένη πχ να βάλει τον παιδικό φίλο του Παγκρατίδη να ανακαλέσει το κοινό νεανικό παρελθόν και να γίνει τελικά ένα κείμενο αρκετά προβλέψιμο,διότι κάπου τα έχουμε ξαναδιαβάσει αυτά με το σύνηθες ύφος που συναντάμε στους άντρες λογοτέχνες μιας ηλικίας,μιας γενιάς,με το υφέρπον νοσταλγικό(;), βαρετό,μισογύνικο αντρικό μενού: λαϊκές γειτονιές και λαϊκός φτωχός κοσμάκης,μετεμφυλιακή Θεσσαλονίκη,κάργα επαρχία,οι πουτάνες,το απαραίτητο αγοροκόριτσο που δεν έχει αναστολές,χύσια,χουφτώματα,μπανιστήρια,πέη σε παρέλαση,χασίσια,τσιγάρα μπάτσοι, δεξιοί,αριστεροί,χαφιέδες,ξύλο,πατριοί,λαϊκές μανάδες,που γέννησαν τα παιδιά τους μυρίζοντας κρίνους κτλ κτλ . Ή πουτάνες ή μανάδες οι γυναικείες φιγούρες των Ελλήνων συγγραφέων. Έλεος. Όπου δηλαδή τις καταδέχονται και χωράει καμιά στο ποικίλα εκφραζόμενο κυρίαρχο αντριλίκι.

Κάθε συγγραφέας βέβαια πάντα έχει τον πρώτο λόγο,όπως εκείνος και κανείς άλλος αντιλαμβάνεται την ιστορία του έτσι θα την μοντάρει.Συγγράφει και τον εκδίδουν.Αλλά απευθύνεται σε κάποιους, σε μας,τους αναγνώστες -ή μήπως δεν απευθύνονται σε μας οι λογοτέχνες;- που όταν λέμε την γνώμη μας δεν έχουμε προσωπικά οφέλη,αγάπες και κακίες με κανέναν,απλά εκφραζόμαστε.Ας μη παρεξηγηθώ επομένως που θα πω (και ειλικρινά συγγνώμη για την αρνητική άποψη,αν υποθέσουμε ότι θα πέσει στην αντίληψη του ίδιου το ταπεινό μπλογκάκιον) ότι σέβομαι απόλυτα τον μόχθο που φαίνεται σε όλη την έκταση του βιβλίου -ο συγγραφέας έχει δουλέψει,έχει συγκεντρώσει στοιχεία, βεβαίως βλέπω την δυναμική και δραματική απόχρωση,την αγωνία στον λόγο του- αλλά αν πω ότι τελικά το όλον με έπεισε στο ελάχιστο και πήρα κάτι από τις 200+ σελίδες του -κάτι,γνώση,χαρά, συναισθήματα, πληροφορία, προβληματισμό, κάτι που να δικαιώσει τις ώρες που αφιέρωσα- θα έλεγα ψέμματα.
Για μένα,το ξαναλέω,από την στιγμή που δεν υπήρχε σαφής πολιτική οπτική,το σκηνικό που στήνει ο συγγραφέας περί Παγκρατίδη,ήταν τοποθετημένο πάνω σε κινούμενη άμμο κι έπεσε γρήγορα.
Γιατί;Μα δεν μπορεί εδώ και τώρα να με νοιάζει -ποσώς- που λένε!Ο κόσμος στον οποίο ζω κι έχω κι εγώ προσπαθήσει να είναι λιγάκι δικαιότερος διαλύεται γιατί αυτή η χώρα ξηλώνεται,προδίδεται, ξεπουλιέται, δεν μου περισσεύει η πολυτέλεια να ασχοληθώ μη πολιτικά με κανένα Παγκρατίδη.

Από κει και πέρα για να΄μαι έντιμη πρέπει να παραθέσω την συνέντευξη του συγγραφέα στο περσινό Βήμα στις 07/12/2010,με τον Κοροβίνη να μιλάει για τις παράξενες,όπως η εφημερίδα τις αποκαλεί, ατραπούς της έμπνευσης και στην οποία λέει αυτά που περίμενα εγώ να βρω στο βιβλίο,εξηγώντας εν μέρει και γιατί δεν θέλησε να είναι καταγγελτικό :


Άκουσα πρώτη φορά για τα εγκλήματα του δράκου της Θεσσαλονίκης τον Δεκέμβριο του 1963, όταν συνέλαβαν τον Αριστείδη Παγκρατίδη ως ύποπτο και πιθανότερο ένοχο. Ημουν μαθητής του δημοτικού και είχα συγκλονιστεί από την εικόνα αυτού του ανυπεράσπιστου αγριμιού που φιγουράριζε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων αλλά και από την αντίδραση του κόσμου στις γειτονιές και στα καφενεία που πίστευε στην αθωότητά του ή είχε σοβαρές αμφιβολίες, κάτι που ισχύει και σήμερα, 42 χρόνια μετά την εκτέλεσή του, το 1968.

Ένας καραβοτσακισμένος αλητάκος, θύμα πολλαπλών βιασμών από παιδεραστές της εποχής, θύμα εκβιασμού από διάφορους συμπολίτες του, ορφανός από βρέφος, πολυτεχνίτης, εθισμένος στο χασίς και στις μικροκλοπές, βουτηγμένος στον πληρωμένο έρωτα με γυναίκες και με άντρες, ένας νεαρός περιθωριακός απόλυτα ευάλωτος, με τον περιπετειώδη και δραματικό βίο του να χρωματίζεται με τα κοινωνικά στίγματα μιας ολόκληρης εποχής, έγινε κεντρικός στόχος της Ασφάλειας, οι μηχανισμοί της οποίας σκηνοθέτησαν, μαζί με άλλους καθεστωτικούς παράγοντες, μια παρωδία δίκης για να τον οδηγήσει στο απόσπασμα ξεμπερδεύοντας μια για πάντα με την υπόθεση του «δράκου του Σέιχ-Σου», κουκουλώνοντας συνάμα και την ταραχή που θα προκαλούσε η δίκη των παρακρατικών συνωμοτών που δολοφόνησαν τον Γρηγόρη Λαμπράκη.
Ο Αριστείδης όλα αυτά τα χρόνια με ακολουθούσε και έτρεφα έναν βαθύ καημό – σαν να το χρωστούσα στην ψυχή του – να γράψω για την ιστορία της ζωής του. Οχι τόσο για τα σχετικά με τα εγκλήματα αλλά για όλα όσα προηγήθηκαν μέσα στο βαρύ μεταπολεμικό και μετεμφυλιακό κλίμα της κοινωνικής αδικίας και των πολιτικών διώξεων, καθώς και για την αδυσώπητη μοίρα που τον καταδίωκε από παιδί ως τη στερνή του ανάσα, κυνηγώντας τον όπως η μοτοσικλέτα που κάνει τον γύρο του θανάτου στο γνωστό επικίνδυνο θέαμα των πανηγυριών.

Ασχολήθηκα δύο χρόνια με τη συγγραφή του μυθιστορήματος. Στο πεδίο της μυθοπλασίας ανήκουν τα εννέα πρόσωπα που έχω επινοήσει και μιλούν για τα δικά τους πάθη αλλά και για τον ίδιο: ένας παιδικός φίλος του, μια φιλενάδα της παραδουλεύτρας μάνας του,ένας επαγγελματίας που παρακολουθεί τις εφηβικές του ασέλγειες στο λιμάνι, ένας δημοκρατικός χωροφύλακας που μιλάει για τους βασανισμούς του στην Ασφάλεια, ένας περιπτεράς, ρουφιάνος της Αστυνομίας, που τον καταδιώκει, ένας αστός της παραλίας που τον καταδίδει, το αφεντικό του στον «γύρο του θανάτου», μια τραβεστί και μια λαϊκή τραγουδίστρια με τις οποίες έχει ερωτική σχέση.
Τα πρόσωπα που εξομολογούνται τη ζωή τους θα μπορούσαν να είναι αληθινά, ενώ η ζωή τους διαπλέκεται με διάφορες πτυχές της ιστορίας του Παγκρατίδη. Η ιστορία του απώτερου παρελθόντος δεν με απασχολεί ως στόχος ή ανάγκη, αν εξαιρέσω τις περιπτώσεις που με υποχρέωσαν να τη μελετήσω για να στηρίξω την έρευνά μου πάνω στα δύο θέματα εθνογραφικού χαρακτήρα. Αντίθετα, είμαι παθιασμένος με την πρόσφατη ιστορία του τόπου μας καθώς και με τη ζώσα ιστορία.

Δεν με ενδιαφέρει να αφηγηθώ μια πραγματική ή επινοημένη ιστορία για να σκανδαλίσω ή να πουλήσω. Αν κάποιος που δεν έχει διαβάσει τίποτε δικό μου με ρωτούσε για το ύφος των βιβλίων μου, θα του έλεγα να τα προτιμήσει αν του κεντρίζουν το ενδιαφέρον πρόσωπα που δεν πρωταγωνιστούν στην επίσημη σκηνή, αλλά πίσω από το παραβάν, που όμως χωρίς εκείνα η καταγραφή της αληθινής ζωής είναι κολοβή.
Ολα τα θέματα με τα οποία καταγίνομαι μου έχουν γεννήσει ένα εκστατικό αίσθημα που προκύπτει από μια βαθύτερη σχέση. Τη στιγμή που παραδίδω κάποιο βιβλίο, νιώθω ότι έχω ξεμπερδέψει με κάτι που με παίδευε κατά τρόπο βασανιστικό αλλά και γόνιμο, και αυτομάτως με κυριεύει η αγωνία να αφοσιωθώ σε ένα νέο θέμα, μέχρι να μου πει η ίδια δουλειά μου «έχουμε τελειώσει, φίλε μου». «Αφότου εγεννήθηκα, φωτιά με τριγυρίζει» λέει ο Βαμβακάρης.
(Δημοσιεύτηκε στο BHMAMEN, τεύχος 57, σελ. 42, Δεκέμβριος 2010.)

Σχόλια

  1. Ανώνυμος18/9/11 19:07

    Μερικές φορές ένα αρνητικό σχόλιο βάζει σε λειτουργία την περιέργεια.Η παράθεση της συνέντευξης,πολύ τίμια κίνηση από μέρους σου,την δική μου την έκανε ακόμα μεγαλύτερη.Κοροβίνη διαβάζει ένας φίλος,σπεύδω για δανειστική!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος19/9/11 17:17

    Δεν είναι ακριβώς έτσι ο Κοροβίνης,στο υπογράφω.Έχει ψυχή,την καταθέτει στα βιβλία του.Τούτο το τελευταίο κιεμένα δεν με ξεμάκρυνε
    από την καθημερινότητα,δεν με βοήθησε.
    Συμβαίνει.Ίσως όμως κι εμείς να χάνουμε την ευαισθησία των κεραιών μας όλο και πιο πολύ, μας γίνονται ολοένα και πιο αφόρητες οι πιέσεις.Αλλά.Αλλά μην τον αδικείς πριν διαβάσεις ένα έστω ακόμα βιβλίο του. Θάνος Σκ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ανώνυμος24/1/12 20:02

    Είδα όμως ότι ήταν ένα από τα 15 σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Βεβαίως, αν λάβετε υπ΄όψιν σας ότι κινούμαστε σχεδόν αποκλειστικά στον χώρο του πραγματικά καλού βιβλίου!Ακόμα κι οι...μικρές μας ανθρώπινες παρασπονδίες-ε,ναι,καμιά φορά είτε την πατάμε είτε διαβάζουμε συνειδητά χαριτωμενιές-είναι της προκοπής.Εξάλλου η απόσταση ανάμεσα στο να κρίνουμε κάποιο βιβλίο ως καλό έως το αν μας αρέσει σε προσωπικό επίπεδο,ιδιοσυγκρασιακά, είναι τεράστια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου