"Ο άνθρωπος που περνούσε τον δρόμο με κόκκινο" και "Ο άνθρωπος που κρατούσε όπλο",Γιώργος Αγγέλης


"Ο άνθρωπος που περνούσε τον δρόμο με κόκκινο"


Πτώση 
Δεν είχε περάσει και πολύς καιρός από τον χωρισμό μου με την πρώτη μου γυναίκα, όταν βρέθηκα να διασχίζω την Πανεπιστημίου με προορισμό τον Ευαγγελισμό. Η πρώην μου είχε πετύχει να πάρει κοντά της τα παιδιά και εγώ, ορφανός από οικογένεια, το είχα ρίξει στην παλιά μου συνήθεια, το ποτό. Το αναθεματισμένο το οινόπνευμα είχε ορίσει και την μοίρα της οικογενειακής μου ζωής, όπως είχε διαμορφώσει και τον χαρακτήρα μου, από την εφηβεία μου κιόλας. Μία βραδιά, που με βρήκε να πίνω από το μεσημέρι, στούκαρα με το αυτοκίνητο πάνω σε ένα διαχωριστικό με αποτέλεσμα να τραυματιστώ στο στομάχι. Γρήγορα έφτασε το ασθενοφόρο, με μάζεψε και ξεκινήσαμε για το πλησιέστερο νοσοκομείο. Το όχημα, που όπως και όλα τα όμοιά του είχε βαφτεί στα χρώματα του πολέμου, αυτού που γίνεται στις πόλεις, περπατούσε σχεδόν και έτσι μπορούσα να κοιτάζω έξω, σαν παιδί που μισοκοιμισμένο μπαίνει πρώτη φορά σε ταξί. Η Πανεπιστημίου ήταν άδεια, τρεις η ώρα τα ξημερώματα και το φως στους δρόμους λιγοστό. Το σκοτάδι στις μεγαλουπόλεις γίνεται εντονότερο αφότου πέσει η νύχτα. Ξαφνικά, εκεί που κανένας δεν το περίμενε, ένας πεζός πετάχτηκε στην μέση του δρόμου. Τα φανάρια ήταν πράσινα και το νοσοκομειακό είχε επιταχύνει. Ο διαβάτης έτρεξε γρήγορα μπροστά από τις ρόδες του και, αφού έφτασε στην άλλη άκρη του δρόμου, εξαφανίστηκε. Λίγο μετά, λιποθύμησα. Ξύπνησα στις πύλες του νοσοκομείου και εξακολούθησα να έχω τις αισθήσεις μου για δέκα οδυνηρά λεπτά . Άκουσα μία κρύα φωνή να λέει «οξυγόνο», πρόλαβα να υποθέσω ότι η κατάσταση μου είχε σοβαρέψει και μετά - το μηδέν. Μαζί του ένα όνειρο. Μέσα σε αυτό, ένας άντρας με μουστάκια, του οποίου δεν φαινόταν το πρόσωπο. Μπροστά από αυτόν βρισκόταν ένας φράχτης και, πίσω από τον φράχτη, εγώ και ο αδερφός μου, παιδιά. Ο άντρας κρατούσε ένα περίστροφο και πλησίαζε προς το μέρος μας. Ο φράχτης υποχωρούσε. Εμείς προσπαθούσαμε να φωνάξουμε βοήθεια αλλά η κραυγή δεν έβγαινε από το λαρύγγι. Ο άντρας σήκωσε το όπλο, μας σημάδεψε και, μετά πυροβόλησε. «Προσπάθησε να συνέλθεις λίγο, βάλε τα ρούχα σου κα μετά εξαφανίσου από εδώ», είπε ο νοσοκόμος την ώρα που ξυπνούσα από την νάρκωση. Αναλογιζόμενος μετά τον χρόνο κατά τον οποίον είχαν συμβεί όλα αυτά, μου φάνηκε ότι είχε διαρκέσει μια ζωή. Από την στιγμή όμως που έφυγα πιωμένος από το Κάπτεν Κιντ μέχρι και την στιγμή που κατέβηκα τρεκλίζοντας τις σκάλες του Ευαγγελισμού, είχε περάσει λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο. Έφευγα από το μέρος μισοντυμένος και αστυνομία έμπαινε από την άλλη πλευρά του κτιρίου. Θα είχε βρεθεί το περίστροφο που είχα κρυμμένο στο πορτ-μπαγκάζ και, οι ένστολοι, προφανώς είχαν χυθεί στο κυνήγι μου. Κάτι μου έλεγε ωστόσο ότι ο άνθρωπος με τον οποίο βρισκόμουν προτού να μπω στο αμάξι μου, ο κουρσάρος που διέσχιζε την θάλασσα του μπαρ «Κάπτεν Κιντ», πίνοντας εκεί ολημερίς και ολονυχτίς, ήταν κοντά. Το ένστικτό μου δεν άργησε να επαληθευτεί, όταν, στην Βασιλίσσης Σοφίας αντίκρισα μία παλιά Harley και έφιππο έναν μαλλιά. Χαθήκαμε καβάλα μέσα στην γαλανή ηρεμία της αυγούλας.

Απώλεια
«Διάλειμμα, διάλειμμα», μου ψιθύρισε ο αδερφός μου και οι δυο μας, όπως και όλα τα παιδιά της έκτης δημοτικού, χυθήκαμε έξω από την αίθουσα. Με μία αλάνα από την μία, την παιδική χαρά από την άλλη να γεμίζουν ένα γενναιόδωρο προαύλιο, δεν θέλαμε τίποτα περισσότερο για να είμαστε ευτυχισμένοι, μετά από μία ώρα μαθήματος. Χωριστήκαμε σε ομάδες και αρχίσαμε το ποδόσφαιρο. Κάποια στιγμή, από κάποια δυνατή κλωτσιά, η μπάλα χτύπησε στο επάνω δοκάρι της κούνιας που είχαμε για τέρμα και εξακοντίστηκε πέρα από τα κάγκελα του σχολείου. Ο μικρός πήδηξε να την πιάσει, εγώ έμεινα πολύ πίσω του, αυτός προσγειώθηκε στην άσφαλτο και προσπάθησε να περάσει τρέχοντας την λεωφόρο. Φωνές ακούστηκαν μετά από το μπαμ και την κραυγή που σου έκοβε το αίμα. Λίγο αργότερα, ένα φανάρι άναψε πράσινο, οι φωνές πολλαπλασιάστηκαν, έφταναν ως το στερέωμα, ο δρόμος ήταν πορφυρός, οι σκύλοι γαβγίζανε όπως πριν από σεισμό και οι άγγελοι κλαίγανε. Έχασα τις αισθήσεις μου. ξύπνησα στο σπίτι της γιαγιάς μου. Μετά από μία εβδομάδα, ρώτησα την μητέρα μου που ήταν το αδερφάκι μου. Ακόμα περιμένω την απάντηση. Εγώ όμως ήμουν όμως έντεκα χρονών και κατάλαβα.

Αναδημιουργία 
Μετά από το βράδυ εκείνο στον Ευαγγελισμό, πέρασαν μήνες για να συνέλθω. Εμένα μου φάνηκε ότι είχαν περάσει κάποιες στιγμές ως την μέρα που έκοψα τόσο το ποτό όσο και τις παρτίδες μου με τα παιδιά που αψηφούν τον νόμο και πήρα την άδεια από το δικαστήριο να βλέπω τα παιδιά μου. Μετά ήρθε η θέση του πανεπιστημιακού στην Κομοτηνή και η γνωριμία μου με την Κατερίνα. Με μαλλιά καστανά, μάτια μαύρα, πότε ζωηρά πότε νυσταγμένα και μπλαζέ, και με ένα χαμόγελο που θα μπορούσε να φωτίσει και την κόλαση την ίδια, έμελλε να γίνει η γυναίκα της ζωής μου, αλλά και η δεύτερη μου σύζυγος. Την γνώρισα την μέρα της γιορτής της και τον καιρό που παρέδιδα μαθήματα στο Δημοκρίτειο. Εκείνη δεν μου έδωσε και μεγάλη σημασία. Είμαι εξαιρετικά άσχημος και αυτό τραβάει την πλειοψηφία αλλά κάποιες, όπως κι εκείνη, τις απωθεί. Εξάλλου, ήταν παντρεμένη. Την πολιορκούσα επί έξι μήνες και έκανα σαν τρελός όταν της έκλεβα ένα χαμόγελο. Μία νύχτα, φύγαμε μαζί από το μάθημα μου και περπατήσαμε στα σοκάκια της πόλης μέχρι που φτάσαμε στην πλατεία με το πλατάνι. Εκεί, της έδωσα το ποίημα που από καιρό ετοίμαζα. «Φέγγεις μέσα στην νύχτα σαν το αερικό και την αυγή κάνεις τα άνθη να δακρύζουν». Κάπως έτσι πήγαινε. Η γυναίκα και η ποίηση είναι φτιαγμένες από το ίδιο υλικό και, όταν συναντιούνται, γίνονται θαύματα. Χώρισε μέσα σε λίγο καιρό και παντρευτήκαμε. Είμαστε ακόμα μαζί. Μένουμε στο σπίτι που μας έχει χαρίσει το πανεπιστήμιο και εκείνη είναι έγκυος.

Κατακλείδα
Οι μέρες εδώ στην Κομοτηνή μπαίνουν και βγαίνουν γαλαζοπράσινες. Οι φοιτητές μπαινοβγαίνουν στην πόλη και το πανεπιστήμιο σε μεγάλες χρωματιστές ορδές. Οι μουσουλμάνοι έμποροι παζαρεύουν τις πραμάτειες τους και ο ήλιος χαμογελάει μεγαλόψυχος από το στερέωμα. Το σούρουπο, αγκαλιαζόμαστε με την Κατερίνα και την χαϊδεύω στην κοιλιά. Στην ανατολή ένα πουλί προφητεύει τον ερχομό της άνοιξης. Στην δύση, ένα άλλο προφητεύει ότι αυτή θα κρατήσει για πάντα. Ο άνθρωπος που περνάει τον δρόμο με κόκκινο έχει πια φτάσει στον προορισμό του.



"Ο άνθρωπος που κρατούσε όπλο" 

Έμαθα για τον άνθρωπο που κρατούσε όπλο από τον παππού μου. «Είναι εκεί έξω, σε κάποιο σοκάκι ή στην ύπαιθρο ή στο φεγγάρι και καραδοκεί». Αργότερα , όταν ο παππούς μου πέθανε και έσβησε η γενιά του, είχα την ευκαιρία να ακούσω για αυτόν από τις εφημερίδες και τις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα. Οι ανθρωποκτονίες, που γίνονταν πάντοτε στην πόλη μας, την πρωτεύουσα, ακολουθούσαν η μία την άλλη και, σύμφωνα με τον θρύλο, την αστυνομία και τους αυτόπτες μάρτυρες, για όλα ευθυνόταν ένας, περαστικός πάντα, άνθρωπος με όπλο. Τα θύματα μπορεί να διέσχιζαν τον δρόμο για να φτάσουν απέναντι, μπορεί να έβγαιναν από την πολυκατοικία τους για να πάνε στις δουλειές τους, μπορεί να επαιτούσαν για να ζήσουν. Αυτός τύχαινε να περνάει, έβγαζε το όπλο του που κρυβόταν άψογα κάτω από την καπαρντίνα του, τους τουφέκιζε στο μέτωπο και μετά έφευγε περπατώντας. Κάποιοι έλεγαν ότι ως στόχο του είχε τους μοναχικούς, κάποιοι αυτούς που ένοιωθαν μόνοι ακόμη κι αν είχαν παρέα. Άλλοι πάλι έλεγαν ότι τα αγαπημένα του θύματα ήταν οι ανικανοποίητοι ή αυτού που έκρυβαν μέσα τους ένα παιδί. Οι υποθέσεις τους πολλαπλασιάζονταν με την πάροδο του χρόνου και την αύξηση των θυμάτων, καθώς κανένας δεν μπορεί να ξέρει τι κρύβει μέσα του ένας νεκρός. Και για την ταυτότητα του θύτη λέγονταν πολλά. Ότι δηλαδή ήταν κάποιος τρομοκράτης ή κάποιος πρώην αστυνομικός ή κάποιος δραπέτης ψυχοπαθής που ήθελε να εκδικηθεί την μιζέρια του. Πάντα φοβόμουν τον άνθρωπο που κρατούσε όπλο. Ο παππούς μου είχε πετύχει με τις ιστορίες του ο, τι και οι περισσότεροι παππούδες. Από μικρό παιδί τον φοβόμουν. Δεν περπατούσα ποτέ μόνος μου μετά την δύση του ήλιου και κοιμόμουν πάντα με το φως αναμμένο. Το ότι μεγάλωσα δεν μου διασκέδασε και τον φόβο αυτό. Και ο φόβος μεγάλωσε όταν χρειάστηκε να δουλέψω, για ένα φεγγάρι, σε ένα γραφείο κηδειών. Όταν τελείωνε η βάρδια μου και ετοιμαζόμουν να γυρίσω σπίτι, έτρεμα. Έτρεμα κάθε μορφής θόρυβο στον δρόμο. Αυτόν που έκαναν τα παπούτσια μου, τα περαστικά αυτοκίνητα, οι γάτες που τρώγονταν ή ζευγάρωναν. Μία νυχτιά με πανσέληνο, και καθώς επέστρεφα από την δουλειά μου, τον συνάντησα. Ερχόταν βαδίζοντας σαν τρελός από το απέναντι πεζοδρόμιο. Το ένστικτό μου, που από χρόνια κοιμόταν, σε αυτήν την περίπτωση λειτούργησε. Ερχόταν για μένα, το ήξερα. Αντέδρασα αστραπιαία. Την ώρα που ετοίμαζε κάτω από την καπαρντίνα του το όπλο του για να μου ρίξει, πρόλαβα και του κάρφωσα στον λαιμό ένα σπασμένο μπουκάλι. Δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπό του, δεν πρόλαβα να τον περιεργαστώ. Πήρα απλά το όπλο του και έφυγα περπατώντας προς την ίδια κατεύθυνση από την οποία είχε έρθει. Έχω αναλάβει πια το έργο του, στην θέση του. Είμαι πια εγώ αυτός με το όπλο και λειτούργημα μου είναι η απώλεια. Ήμουν πάντοτε πλασμένος γι’ αυτό. Έτσι- το ξέρω. Είδα τις προάλλες ένα ποιηματάκι στον τοίχο. Έλεγε, με μαύρα κεφαλαία γράμματα: «περπατάω στην λιακάδα ή στην βροχή, στο φως ή το σκοτάδι, και πάντοτε ψιθυρίζω μία προσευχή κάνε θεέ μου να μην με στείλει ο άνθρωπος με το όπλο του αυτό στον Άδη». Παιδιά θα το έγραψαν. Μου κάνει.

Σχόλια