"Περιπολών Περί Πολλών Τυρβάζω",Γιώργος Σκαμπαρδώνης





Πριν ξεκινήσω να διαβάζω τα 26 καινούργια σκαμπαρδωνικά-έχει σημασία που από την αρχή τα αποκαλώ έτσι- διηγήματα,τα οποία φιλοξενούνται σ' αυτή την φροντισμένη έκδοση που καλοδεχτήκαμε τον Οκτώβριο του παρελθόντος έτους από τον Πατάκη, σκεφτόμουν σοβαρά,όταν με το πάσο μου τα ολοκληρώσω,να κάνω επιτέλους μια πολύ λεπτομερή παρουσίαση, με φιλολογικούς όρους,μια τεχνικώς καλά τεκμηριωμένη ανάλυση.Να τα βάλω ένα -ένα φαρδιά πλατιά στο τραπεζάκι του λογοτεχνοδικαστή που κρύβω εντός και να αρχίσω για παράδειγμα να σας πληροφορώ αν έχουν εξωδιηγητικό ή ετεροδιηγητικό αφηγητή,αν η αφήγηση είναι αναδρομική , αν έχουμε αυτοαναφορικό τητα,ποια ρηματική άρθρωση φαίνεται να προτιμά ο συγγραφέας και άλλα ωραιότατα που τα παπαγαλίζουν και τα έρμα τα μαθητούδια της θεωρητικής για να μπουν στα ιδρύματα της χώρας,χαχα και τα οποία μαθητούδια συν τοις φιλολόγοις αυτών, έχουν ιδιαίτερη κάψα να υποδύονται τον Προκρούστη με κείνο το καταπληκτικό αμάρτημα της μητρός του Βιζυηνού,τι να σας λέω,ανέκδοτο απείρου κάλλους.
Έτσι λοιπόν ασχολούμενη και με το φαίνεσθαι και με το είναι,με τον πυρήνα του καθενός σκαμπαρδωνίσματος ξεχωριστά,με τις επιρροές ,με τον ρυθμό και την εστίαση και τα τοιαύτα να είστε σίγουροι ότι θα σας εντυπωσίαζα, αν τελικώς ήθελα,έτσι για να μην νομίζετε δηλαδή ότι δεν τα παίζω στα δάχτυλα αυτά, τα φιλολογικά, και γι αυτό τον λόγο το ρίχνω στο συναίσθημα και δηλώνω, όταν το δηλώνω, ένα μ΄αρέσει-δεν μ΄αρέσει,μου έκανε κλικ ή δεν...και τέλος. Αλλά....
Ο τίτλος της συλλογής,ξέρετε, με είχε ιντριγκάρει ήδη για τα καλά ,το δε οπισθόφυλλο, επιτέλους ένα οπισθόφυλλο τ έ λ ε ι ο , σαν διηγηματάκι κι αυτό,πρώτης τάξεως.Με το που τα έπιασα δε στα χέρια μου, δεν μπορούσα να τα αφήσω και χτες ξενύχτησα-από τις σπάνιες φορές που το κάνω και πείτε με ό,τι θέλετε, για χάρη σύγχρονου Έλληνα πεζογράφου-και τώρα σκουντουφλάω και δεν έχει και δουλειά-μονίμως πλέον-και με βλέπω να γέρνω πάνω στο πληκτρολόγιο να παίρνω καναν υπνάκο ονειρευόμενη την μετάβαση στον πραγματικό-λέει- σοσιαλισμό που μου περιγράφουν τα θεωρητικά βιβλία που διαβάζω τώρα τελευταία και μετά την ανάγνωση των οποίων σας βγάζω φλογερά λογίδρια,όπως θα έχετε παρατηρήσει....Αλλά... 
Αλλά ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης και τα 26 διηγήματά του συν το οπισθόφυλλο σε βιβλίο 268 σελίδων με τίτλο "Περιπολών Περί Πολλών Τυρβάζω" δεν χρειάζεται φιλολογικίζουσες, επιδειξιολάγνες παρουσιάσεις.Μου έφεραν τα πάνω κάτω και έπαθα κάτι σαν το μπουρίνι που βρήκε τον Στέργιο,τον Δημήτρη και τον θαλάσσιο δαίμονά τους στο παρθενικό του ταξιδάκι.Κάτι σαν την αγωνία της κυρίας Ντεσεβώ για τον φίκο.Κάτι σαν την κατακεφαλιά που έφαγε ο ξάδελφος με κείνη την άσπρη πλάκα σαπούνι.Κάτι σαν το αποσβόλωμα του χωροφύλακα και των δυο καλογεριών στο Όρος.Κάτι σαν την βουρλαμάρα των Βολβιτών όταν ψάχναν τους δυο συγχωριανούς που χάθηκαν όταν αναποδογύρισε η πλάβα τους.
Και πώς να τον ξαπλώσω τον σπουδαίο αυτό διηγηματογράφο,ο οποίος δεν κραυγάζει,δεν καπελώνει το ίδιο του το γράψιμο,δεν έχει ,δεν βγάζει την παραμικρή έπαρση ούτε στην ύστατη λεξούλα,και τι λεξιλόγιο Παναγίτσα μου,πόσο δένουν οι λέξεις με όλο το κείμενο- στο διαδικτυακό,ανατομικό μου τραπεζάκι,στενό,δεν τον χωράει....
Ανακαλύψτε επειγόντως τον Σκαμπαρδώνη,διαβάστε τον αν δεν το έχετε κάνει ως τώρα,είναι πολύ σπουδαίος ,πολύτιμος. Ελπίζω μάλιστα να μην έρθει η φαεινή ιδέα σε τίποτα εξυπνοπούλια και τον στριμώξουν σε κανά σαπίδι του οεδβ παρέα με τον κατακαημένο τον λατρεμένο μου Βιζυηνό κι άλλους καρατομημένους εξαίσιους ή ξέσιους ή ξύσιους,διότι έχει κι από δαύτους ο μπαξές του οεδβ, να του αλλάζουν αύριο μεθαύριο κι αυτουνού τα φώτα στα φροντιστήρια και στα λύκεια και στα μπλογκς....
Επιτρέψτε μου να σας δώσω ένα τόσο δα δείγμα,σταγονίτσα στο Αιγαίο κι ο λόγος που το διαλέγω είναι ότι είναι το πιο μικρό και δεν θα πληκτρολογώ ως το βράδυ,είναι το πέμπτο κατά σειρά,ούτε μια σελίδα, έχει τον τίτλο

 "Η ποίηση βαράει κατακέφαλα" 


Έπαιζα στην αυλή, φορώντας κοντό παντελονάκι, με μια γκαζιά στο χώμα. Ο ξάδελφός μου ο Θοδωρής, έναν χρόνο μεγαλύτερος, στα έντεκα, καθότανε στα σκαλοπάτια του σπιτιού. Έβαλε στο αεροβόλο του αντί για βλήμα ένα σπυρί φακής, με σκόπευσε καλά στο πόδι και τράβηξε τη σκανδάλη. Με πέτυχε λίγο πιο πάνω από το δεξί γόνατο – έχω ακόμα, ύστερα από σαράντα οχτώ χρόνια, το σημάδι. Η γιαγιά μου η Σμαρώ, που έπλενε πιο κει κάτι ασπρόρουχα σε μια σκάφη, είδε με την άκρη του ματιού της όλη τη σκηνή – χρησιμοποιούσε μια μεγάλη τετράγωνη πλάκα σαπούνι «Αλεπουδέλη». Και, λέγοντας «Αφορεσμένε!», σηκώνει το χέρι της, εκσφενδονίζει την πλάκα το σαπούνι, πετυχαίνει τον ξάδερφό μου στο κεφάλι και τον αφήνει αναίσθητο. Προ ημερών μιλούσαμε για ποίηση – θυμήθηκε ο ξάδερφος το περιστατικό με το σαπούνι και μου λέει: «Εκείνη ήταν η πρώτη σημαντική επαφή μου, μέσω της οικογένειάς του, με τον Οδυσσέα Ελύτη. Και από τότε δεν παύει να με βαράει κατακέφαλα».
Διαβάστε όμως και το οπισθόφυλλο που κι αυτό εύκολα, με ένα copy-paste,ακολουθεί:

Είκοσι έξι διηγήματα που εκπτερώθηκαν την τελευταία τριετία. Ιστορίες αντλημένες από τις διαρκείς ένδον και έξω περιπολίες. Περιπέτειες εμπνευσμένες από τη γενέθλια πόλη και από άλλους τόπους, ελληνικούς, μεταπλασμένες κατά βούληση στο δικό τους, πια, αυτόνομο επέκεινα. Νομίσματα της βρύσης. Εκφωλεύσεις πτηνών. Καταστάσεις της δικής μου ζωής, φίλων, γνωστών και αγνώστων, άλλες που τράφηκαν στις όχθες της φαντασίας ή συμπληρώθηκαν απ' αυτήν κι άλλες που τις ακεραίωσε η ίδια, η σχεδόν υπαρκτή πραγματικότητα. Καημός μες στην καρδούλα μου. Μια προσπάθεια να ορίσω το "ψιλοβρέχει". Σκοτεινός λυρισμός αλλά και ευθυμία και τρέλα και το αναπάντεχο που καραδοκεί πίσω απ' τους θάμνους ως Βιετκόνγκ. Το απίστευτο που είναι πιο οικείο απ' το καθημερινό - έτσι συμβαίνει πάντα, άλλωστε. Θραύσματα από τη σύγχρονη παράνοια αλλά και από την παιδική και την εφηβική ηλικία, σκηνές και άνθρωποι που δεν πέθαναν ποτέ γιατί σημάδεψαν τα πράγματα με πράξεις μοναδικές, κι επανέρχονται - σαν λαγοί που πετάγονται απ' τη δεκαετία του '60, ξαφνικά, τώρα, μπροστά στα φανάρια μου τη νύχτα. Και κοκαλώνω εγώ αντί γι' αυτούς. Ξαναφτιάχνω ένα Καραμπουρνάκι χωρίς αθωότητα, με την ελπίδα τώρα, λέω, να φαίνεται πιο αθώο και λαμπερό, λόγω της αδαμαντίνης των λέξεων. Ίσως. Αδικολυμαίνομαι το τώρα και τη μνήμη, που είναι, έτσι κι αλλιώς, αναξιόπιστο όργανο. Συμβαίνει: έρχονται τα αύρια να διώξουν τα σήμερα. Στην ουσία πρόκειται για την αγωνία να πάμε σ' έναν βαθύτερο οίστρο. Σε νέες παθήσεις φωνηέντων. Τι μεσολάβησε; Πώς θ' αντέξουμε; Δεν ξέρω. Είκοσι έξι νέα διηγήματα. Ίσως θέλοντας, κατά βάση, να πετάξω δροσερά καρπούζια στον Κάτω Κόσμο.

Τέλος επανέρχομαι στον χαρακτηρισμό σκαμπαρδωνικά και εξηγώ ότι μου ήρθε και θα τον κρατήσω (μαζί με κάποια άλλα νόστιμα που έχω πει,πχ ο όρος στοχαστική λογοτεχνία είναι βαφτισιμιός ολοδικός μου) επειδή δεν μπορώ να τα εκλάβω, κι ας είναι τυπικώς από άποψη αριθμού σελίδων,ως διηγήματα.Εμένα αυτά τα τόσο διεισδυτικής ματιάς κείμενά του μου φάνηκαν μυθιστορήματα, ολόκληρα κατεβατά,ποτάμια λέξεων και ειρμών,εικόνες,παραστάσεις ατελείωτες,καθώς τα διάβαζα έπαιρνα μέρος στα δρώμενα,περιγραφόμενα ή μη ,έφτιαχνα-μου την έδινε δε την δυνατότητα και την ελευθερία εκείνος-πριν την τυπική δική τους αρχή και το τέλος ένα σωρό ιστορίες που θα μπορούσαν, με τους συγκεκριμένους μάλιστα δικούς του ήρωες, να έχουν προηγηθεί σε αυτή ή την άλλη ζωή,στην ίδια πόλη ή μια άλλη,την επιλεγμένη χρονική περίοδο ή μετά.
Είναι κάτι ιδιαίτερο αυτό,δεν συμβαίνει παρά μόνον με πολύ στιβαρούς συγγραφείς που σε καλούν να κάνεις πολυεπίπεδη ανάγνωση όντας δοτικοί,μοναδικά γενναιόδωροι, μοιρασιάρηδες των κόπων τους.Που κυλάνε βρε παιδί μου,κυλάνε....

Σχόλια

  1. Ανώνυμος21/1/12 16:38

    Εξαιρετικών διηγημάτων ανάλογη συνέχεια,να λέτε, αφού και η συλλογή από τα Ελληνικά Γράμματα που τι κρίμα που έκλεισαν με τίτλο "Μεταξύ Σφύρας και Αλιάκμονος" ήταν υπέροχη.Ο καλύτερος μακράν Έλλην,εν ζωή,διηγηματογράφος.
    Μου αρέσετε περισσότερο όταν δεν φιλολογίζετε,
    ευτυχώς δεν το πράξατε,να μας λέτε την από καρδιάς γνώμη σας.Δημήτριος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος24/1/12 20:11

    Λοιπόν "σκαμπαρδωνικά" και"σκαμπαρδώνισμα",γιατί όχι;
    Αν εννοείς ότι ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης είναι πλέον μόνος του ολόκληρη κατηγορία με βρίσκεις σύμφωνο.Λοιπόν, μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτούς τους όρους σου;Επειδή είναι ο σπουδαιότερος
    Έλλην διηγηματογράφος και κατ΄εμέ.Ευχαριστώ, Δημήτρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. θεωρώ ότι μάλλον διάβασα άλλο βιβλίο...ίσως ένα από τα χειρότερα, αν όχι το χειρότερο, από τα βιβλία που διάβασα τα τελευταία 35 χρόνια!!! θα συμφωνήσω μαζί σας αν θεωρείται ότι διήγημα είναι μια τεράστια λεωφόρος όπου ο καθένας μπορεί να αδειάζει ό,τι επιθυμεί...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ενδιαφέρον το περί λογοτεχνικής λεωφόρου,που λέτε.Δεν είμαι όμως και πολύ σίγουρη ότι έτσι είναι ντε και καλά,αν εγώ επιλέξω να σας πω ένα ναι.Διότι βάλατε τεράστιο θέμα που επιπλέον άπτεται της ρημάδας της ελευθερίας του λόγου εκατέρωθεν.Ο ένας,ο δημιουργός,δικαιούται να γράφει ό,τι θέλει προετοιμασμένος όμως και για την πιο σκληρή κι απρόσμενη κριτική από την στιγμή που το εκδίδει.Ο άλλος,ο αναγνώστης (που είναι ο δέκτης και τελικός κριτής,το αντικείμενο του πόθου κάθε συγγραφέα,ας μην γελιόμαστε)δικαιούται κι αυτός να μπορεί πχ να αποκαλεί ως το χειρότερο, ένα βιβλίο που διάβασε, των τελευταίων...35 χρόνων τόσο όσο δικαιούται ένας άλλος να το υμνεί.Πώς να ορίσουμε αμφότερες οι εμπλεκόμενες πλευρές τον "καθένα" ή την "λεωφόρο" και όλα τα σχετικά;Υποκειμενικά είναι όλα, νομίζω, γι αυτό λέω και ξαναλέω όταν απορρίπτω ή εκθειάζω ένα βιβλίο ότι το έχω διαβάσει με τα μάτια της ψυχής κι έχω αφήσει τις φιλολογίες κατά μέρος.
    Γιατί εσάς σας απογοήτευσε σε τέτοιο βαθμό;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ανώνυμος26/2/12 20:33

    Εμένα που δεν είχα ξαναδιαβάσει Σκαμπαρδώνη και άκουγα τόσα πολλά γι αυτόν δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασαν.Δεν με εμπνέουν,δεν με έλκουν οι χαρακτήρες που πλάθει κι αν είναι αληθινοί ακόμα χειρότερα.Τι είδους ήρωες είναι αυτοί;Και γιατί ο αναγνώστης να πρέπει να διαβάζει αποκλειστικά για τέτοιους τιποτένιους ,μήπως χρειαζόμαστε δημιουργία υγιέστερων επιτέλους χαρακτήρων,πόσο ακόμα θα γοητεύει το εν γένει σάπιο τους συγγραφείς μας; Αναγνωρίζω πάντως την μεγάλη δεινότητα του συγγραφέα να συνθέτει ιδιαίτερους κόσμους με λεπτομέρειες και βάθος,αλλά διηγήματα σαν το ανεκδιήγητο "Δύο κιλά ζαβογαρίδες",αποκρουστικό και ακραίο όσο δεν μπορώ να υποψιαστώ παραπέρα είναι πάνω από τις δικές μου τουλάχιστον δυνάμεις.Χάρης

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου