Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

"Χειμώνας",Melanie Wallace

Την εβδομάδα που πέρασε διάβαζα, στις αναγκαστικές ανάπαυλες της ανάγνωσης του μυθιστορήματος "Χειμώνας" της Αμερικανίδας Melanie Wallace και κάποια άλλα βιβλία, καθώς δεν απαιτούσαν απόλυτη προσήλωση σαν κι αυτό,δηλαδή μπορούσα να τα ανοιγοκλείνω και να μην χάνω την συνέχεια,να ξαναμπαίνω ομαλά στο κλίμα τους. Ερχόταν κάποιος ας πούμε και σταματούσα την ανάγνωσή τους για να μιλήσουμε για τις τεχνικές πχ του ντεκουπάζ και να δούμε... ψαλίδια χειροτεχνίας.Ή έμπαινε μια πελάτισα με μάτι κάπως πειραγμένο από τα δελτία ειδήσεων-horror show μάτι και μου ζητούσε, για να αποφορτιστεί -λέει- λίγο το μυαλό της,χαχα,το καινούργιο της Τάδε,εγώ την κοιτούσα με άαααλλο μάτι, σταθερό και θαρραλέο-αμέ,τί; το δικό μου μάτι πειραγμένο από tv;ποτέ- εξηγώντας της ότι δεν έ χ ω αυτού του είδους τα βιβλία, αλλά αν επιμένει να της το φέρω.Όχι- θέλω- κάτι- ελληνικό- για- τώρα- δεν- αντέχω- να- βλέπω- άλλο- την -Τρέμη- και- τον- Αυτιά, μου έλεγε εκείνη,καλώς,να σας προτείνω τότε κάτι πολύ καλύτερο,το βιολί μου εγώ,έφευγε τελικά η πελάτισσα με μια ωραία κι αξιοπρεπή χορταστική γυναικεία μυθιστορηματάρα ανα χείρας της καλής κυρίας Ελένης Πριοβόλου,της Δούκα,της Μηλιώρη κτλ μια χαρά αντίδοτα ,έχω τις καβάντζες μου,τι νομίζατε,ούτε σαβούρες,
ούτε κουλτούρες,η απεξάρτηση θέλει την ρέγουλά της. Ξέρετε πόσες ξύπνιες αναγνώστριες έχω ξαναφέρει στα συγκαλά τους έτσι ευγενικά κι ανυποχώρητα;
Πώς;Ξέρετε και κάτι άλλο επίσης,ότι δεν είναι έτσι οι έμποροι και δεν με βλέπετε καλά;Σιγά την επισήμανση...
Μόλις έφευγε η διαφωτισμένη ξαναχωνόμουν λοιπόν άνετα στο διήγημά μου ή στο ιστορικό βιβλίο του δικαστικού κυρίου Τσάγγα περί της αθώωσης των εξ, που είχα επιλέξει ως αναγνώσεις ημέρας για τις κοψοφλέβικες ώρες που περνάω στο Degas και όπως είδατε,για τα αξιόλογα διηγήματα της Ευγενίας Μπογιάνου ήδη σας είπα δυο λόγια,για το βιβλίο του Νίκου Τσάγγα περί των εξ θα δούμε αν και πότε θα θελήσω να σας πω την γνώμη μου.
Το μυθιστόρημα της Wallace όμως- και σ΄αυτό ακριβώς ήθελα να φτάσω και να σταθώ παρά τον πολυλογάδικο,εγώ πολυλογού,άντε καλέ, πρόλογο που σας έκανα-δεν γινόταν να το ανοιγοκλείνω κατά τον ίδιο τρόπο,δεν είναι το βιβλίο που διαβάζεις πχ στον ηλεκτρικό,ούτε με συνεχείς διακοπές,απαιτεί να είσαι εκεί,να μην χάνεις ούτε μια λέξη.Έκανα λοιπόν ένα ημιξενύχτι δυο τρεις νύχτες σερί εκμεταλλευόμενη την ησυχία του σπιτιού μου,την απόλυτη σιωπή και το κάπως ταιριαστό με το σκηνικό της Wallace φόντο της πόλης:έξω να έχει μεν κοπάσει κάπως το κολόκρυο των τελευταίων εβδομάδων κι η ασυνήθιστη για τους Αθηναίους μουντίλα και μαυρίλα, που κοντεύει να μας σπάσει κι άλλο τα τεντωμένα νεύρα, με την υγρασία να έρχεται απρόσκλητη κάθε απόγευμα και κολλημένη για τα καλά στα ξέφυλλα δέντρα και στα λερά τσιμέντα,να μουλιάζει τα πάντα και να σου τρυπάει με μίσος τα κόκκαλα άμα ξεμυτίσεις και πας ίσαμε το... περίπτερο, γιατί ξέμεινες από κάτι που δεν μπορείς χωρίς αυτό.
Φλεβάρης γαρ, αχώνευτος και κούτσαβλος, φριχτός σακάτης,ποτέ μου δεν τον χώνεψα τον κολομήνα, να τελειώσει, να ησυχάσουμε...
Την μετάφραση έχει κάνει ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης και στην αρχή θορυβήθηκα επειδή ο πρωτότυπος τίτλος είναι "The Housekeeper" και το "Χειμώνας " μου φάνηκε κοινοτυπία.
Στην πορεία όμως είδα ότι για μια ακόμα φορά ο Μπαμπασάκης δεν έκανε απλώς μια μετάφραση,έβαλε πάλι την ψυχή του ο άνθρωπος κι ότι η λέξη χειμώνας είναι η ιδανική για να περικλείσει σε τρεις συλλαβές όλη την ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος της Γουάλλας και το αποτέλεσμα να είναι ε ξ α ι ρ ε τ ι κ ό.
Η ιστορία διαδραματίζεται στις ΗΠΑ της δεκαετίας του '70 έναν πολύ βαρύ και παγωμένο χειμώνα που η συγγραφέας καταφέρνει να σου τον καρφώσει κυριολεκτικά ως σκηνικό στο μυαλό σου-σχεδόν παγώνεις κι εσύ μαζί-κι αφορά στην απόλυτη φτώχεια ,μοναξιά και μοναχικότητα των ανθρώπων μιας αμερικάνικης πολιτείας,την δραματική απουσία της πρόνοιας του ανθρώπου,της πρόνοιας του Θεού-εκείνον τον κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους στον οποίο πιστεύουν τόσο φανατικά οι Αμερικάνοι-αλλά και της πρόνοιας του κράτους.
Ενός κράτους που δημιουργεί πολέμους,τους οποίους αβίαστα εξάγουν οι εύποροι και χορτάτοι του άρχοντες εκτός των εδαφών του, θυσιάζοντας αναίσχυντα, ξανά και ξανά τα παιδιά του κοσμάκη εκατέρωθεν.Η υπερδύναμη προσπαθεί αυτή την φορά να μαζέψει τα κομμάτια της από το αίσχος του Βιετνάμ κι η απέραντη αμερικάνικη ενδοχώρα,αυτή που δεν συμπεριλαβάνει έτσι εύκολα,ας πούμε το Χόλυγουντ στα προϊόντα του,κι όμως σ΄αυτήν κυλάει η πραγματική καθημερινότητα, μαζεύει κι εκείνη όπως-όπως τα δικά της.
Η Τζέιμι,η Μάργκαρετ,ο Γκέιλεν,ο Χάρλαν,ο διευθυντής του ταχυδρομείου,η οικογένεια των ρακοσυλλεκτών-φιγούρες φτωχών σαν από τα βιβλία του Στάινμπεκ βγαλμένες αλλά χωρίς ίχνος από την ανθρωπιά και την αξιοπρέπεια των δικών του φτωχών,από τα "Σταφύλια της Οργής"-ο κυνηγός,το σκυλί της Τζέιμι και τέλος ο διαβολικός μικρός,είναι οι υποβλητικές φιγούρες του βιβλίου της Wallace,παραδομένες σε ένα απόκοσμο κρύο που σε κάποιο σημείο της αφήγησης έχεις αντιληφθεί πλέον ότι προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τις ίδιες τους τις ρημαγμένες ψυχές.Ζωντανοί νεκροί αυτοί οι άνθρωποι περιφέρονται στα χιονισμένα μονοπάτια, διανύουν αποστάσεις κι αποστάσεις μέσα στο κρύο αλλά είναι σαν να μην φτάνουν ποτέ,πουθενά,
ραγισμένα δοχεία οι ζωές τους αδειάζουν από το λιγοστό περιεχόμενο όλο και περισσότερο.
Άνθρωποι και ζώα κείτονται ήδη θαμμένοι στην παγωμένη τεχνητή λίμνη που δεσπόζει μα δεν ομορφαίνει το τοπίο αλλά το στοιχειώνει χειρότερα κι όλοι μαζί είναι οι αντιήρωες και οι φιγούρες μιας σκοτεινής ιστορίας στην οποία η Wallace σφηνώνει μεγάλα κομμάτια από το παρελθόν σε ένα παρόν που δεν είναι καλύτερο κι έτσι συνθέτει την μυθοπλασία της εμπλουτίζοντάς την με μεγάλα κομμάτια αλήθειας και με τρόπο θανατερά αργό αλλά αριστοτεχνικό, κάνοντας υποδειγματική, τριτοπρόσωπη αφήγηση χωρίς να διακρίνεται κανένα δικό της, ή τουλάχιστον έτσι να νομίζει ο αναγνώστης,συναίσθημα.
Ψύχραιμα ή ψυχρά ή στωικά ή παθητικά οι άνθρωποι και τα ζώα της μυθιστορίας της στροβιλίζονται στην ατελέσφορη δίνη της ειμαρμένης τους και δεν κάνουν τίποτα φωτισμένο να την αλλάξουν προς το ανθρωπινότερο,παρά μόνον σπρώχνονται θαρρείς σε ό,τι είναι ψυχοφθόρο,αυτοκαταστροφικό και αποβαίνει τελικά σε βάρος τους.
Από την μία παρακολουθούμε με δέος ένα προβληματικό παιδί που σέρνει την ακούσια, σατανική του ύπαρξη σαν την μόνη, αθέατη, φωτιά στο παγωμένο τοπίο και που υποτίθεται ότι έχει γονείς-τους συφοριασμένους ρακοσυλλέκτες που γεννοβολάνε σαν ζώα , γουρούνια στον στάβλο τους ή παιδιά μουγγά και τρελλά ένα και το αυτό-αλλά στην πραγματικότητα είναι αφημένο στο ανύπαρκτο έλεος της απουσίας τους και το οποίο παιδί,θύτης και θύμα, αμίλητο και αφηνιασμένο σπέρνει τον θάνατο από την στιγμή που η Τζέιμι το ελευθερώνει(!) καθώς το αντικρίζει δεμένο(!) σαν αγρίμι σε ένα δέντρο κι από την άλλη παρακολουθούμε εκείνη, τη Τζέιμι, 17 χρονών και εντελώς μόνη,ορφανή,στ΄αλήθεια ορφανή,που επιστρέφει στον τόπο καταγωγής της μητέρας της αλλά δεν μπορεί να στεριώσει γιατί κι ο τόπος είναι ορφανός και ξένος,αφιλόξενος κι εχθρικός για δικούς και ξένους.
Η Τζέιμι είναι στο βιβλίο η αίσθηση του καλού και φωτεινού,κινείται ας πούμε στον αντίποδα του παιδιού,που ίσως όχι τυχαία εκείνο δεν έχει όνομα.Η Τζέιμι παρά την μοναξιά και την ορφάνια της συμβολίζει, ίσως, την ύστατη ελπίδα.Κάπου, όταν η Γουάλλας συντρίβει μια και καλή το πολυθρύλητο αμερικάνικο όνειρο βάζοντας την σοφή και φιλοσοφημένη Μάργκαρετ να το αποκαλέσει «βόλεψέ-τα-όπως-μπορείς», στρέφεται ο αναγνώστης στην Τζέιμι,την λιπόσαρκη έφηβη με την πορσελάνινη ομορφιά που θρυμματίζεται άτσαλα κι άδικα στο παγωμένο τοπίο, για λίγο ελπίζει ότι αυτή η κοπελίτσα -που θεωρητικά τουλάχιστον έχει μπροστά της την ζωή και επιπλέον έμφυτη αρμονία,τάξη και όποια αίσθηση συμπόνιας κουβαλάει σαν χαρακτήρας- θα σώσει ό,τι απέμεινε να περισωθεί από το κρύο,την φτώχεια,την ερημιά της ψυχής,τον ίδιο τον διάβολο.
Αλλά η Μάργκαρετ -συγκυριακή εργοδότρια της κοπέλας,την έχει προσλάβει ως οικονόμο,εξ ου και το housekeeper του αγγλικού τίτλου- στα 8ο+ της είναι σοφή εκ του ασφαλούς, μπορεί να είναι,γιατί έχει χορτασμένο το στομάχι και χορτασμένη και την ζωή της κι ακόμα κι αν ο θάνατος της έχει χτυπήσει την πόρτα παίρνοντάς της αγαπημένα πρόσωπα που έφυγαν έτσι πολύ άδικα,πολύ νωρίς, οι μνήμες της συμπεριλαμβάνουν όχι μονάχα τους παγερούς των άλλων χαρακτήρων χειμώνες δεν είναι λίγο κι αυτό,στο κάτω κάτω εκείνη δεν μένει καν τους χειμώνες εκεί.
Τα πρόσωπα στο χωνευτήρι ψυχών της Βορειαμερικανίδας συγγραφέως είναι δομημένα, θα τολμήσω να πω, αλλά όχι βεβαίως να συγκρίνω, με εκείνον τον τρόπο του Φώκνερ και των μυθιστορημάτων που αποκαλούμε american southern gothic, με χαρακτηριστικές γραφές από πολύ στιβαρούς συγγραφείς και μάλιστα πολλές γυναίκες,να αναφέρω την Κάρσον Μακ Κάλερς για παράδειγμα ,από την οποία βεβαίως η Γουάλλας έχει απόσταση και θεματικά και χρονικά, αλλά εγώ βρήκα σημαδάκια κοινά ως προς την προσέγγιση και στον τρόπο γραφής,σημάδια που με πήγαν στον Faulkner, λέξεις, φράσεις όπως "εμείς,είπε πάλι,θαρρείς και η λέξη ήταν σαν πικραμύγδαλο στο στόμα της" ή "εκείνος έστρεψε αλλού το βλέμμα,και η σιωπή αιμορράγησε ανάμεσά τους σαν από ένα σπηλαιώδες τραύμα" που δεν τις συναντάς παρά σπάνια πια, ακόμα και σε λογοτεχνία απαιτήσεων, αλλά εντόπισα και τύπους χαρακτήρων έως και καταστάσεις,που όσο εντείνονται παραπέμπουν το ίδιο καθαρά και σε θεατρικά σχεδιάσματα,διότι η Γουάλλας ,
όπως οι έμπειροι συγγραφείς αυτού του ρεύματος,χρησιμοποιεί τους χαρακτήρες της ομαδικά, λειτουργεί νοερά όχι μόνο ως συγγραφέας αλλά και ως σκηνοθέτης ενός χάρτινου θιάσου ταγμένου να φέρει εις πέρας ένα δύσκολο και βαρύ έργο,του οποίου το φινάλε είναι αυτό που πρέπει κι όχι αυτό που ίσως θα επιθυμούσαμε.
Το μυθιστόρημα με εντυπωσίασε και χαίρομαι που το διάβασα λέξη λέξη-σ΄αυτό έπαιξε ρόλο η θαυμάσια μετάφραση- με πειθαρχία πρωτοφανή για μένα και κυρίως χαίρομαι που μπορώ με απόλυτη σιγουριά να σας το προτείνω.
Ανήκει στα μυθιστορήματα που εκδόθηκαν παλιότερα(Πόλις, 2007)και που δυστυχώς δεν τα πολυπήραν χαμπάρι τόσοι αναγνώστες όσους θα περίμενε κανείς να σπεύσουν.Δεν πειράζει,ποτέ δεν είναι αργά για την καλή,διαχρονική λογοτεχνία και για τα βιβλία βραδείας καύσεως,δηλαδή αυτά που δεν κάνουν ένα μπαμ και τέλος.

3 σχόλια:

  1. Ανώνυμος29/2/12 17:00

    Έχετε δίκιο.Ήταν ένα βιβλίο πολύ αξιόλογο που δεν θα χαθεί στον χρόνο,το διαπίστωσα συνειδητοποιώντας πόσο καλά το θυμάμαι μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια από τότε που το διάβασα.
    Με κάνατε να το αναζητήσω για να ξαναδιαβάσω κάποια κεφάλαια και είδα με έκπληξή μου ότι αν και ξέρω τι θα συμβεί με εντυπωσιάζει ακόμα περισσότερο η γραφή.Μάνος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος1/3/12 20:53

    Καλησπέρα,κι εγώ εντυπωσιάστηκα και όπου το πρότεινα και με εμπιστεύτηκαν γιατί πραγματικά δεν το ήξερε σχεδόν κανένας,απέσπασε τα ίδια θερμά και θετικά σχόλια.Κλαίρη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Από τις τελευταίες σου σχετικά προτάσεις επέλεξα αυτό και την Αγάπη της Γεωμετρίας από περιέργεια για την συγγραφέα και το πού βρίσκεται τώρα,συγγραφικά εννοώ,αλλά και επειδή την βλέπω να είναι στις πιο δημοφιλείς αναρτήσεις.Δεν έχω να πω ιδιαίτερα λόγια,αναμενόμενη,καλή Τριανταφύλλου,τίποτα το ιδιαίτερο.Όμως ο χειμώνας ήταν συναρπαστικό, δύσκολο μυθιστόρημα,αποπνικτικό.Το έπιανα το άφηνα.Αναμφισβήτητη η γοητεία του,συμφωνώ κι επαυξάνω με όλα όσα λες αλλά μου μαύρισε την ψυχή.Και ήταν και το Πάσχα ρε γαμώτο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή