Αχ, αυτές οι καημένες(καημένες;) κυρίες Μποβαρύ της παγκόσμιας λογοτεχνίας και του κινηματογράφου....Μας συντροφεύουν- χρόνια και χρόνια τώρα-αειθαλείς και κομψές,ντυμένες με τα αιθέρια,λευκά, δαντελωτά, μακριά τους φουστάνια τόσο όμορφες και αισθησιακές και εύθραυστες,τριγυρνώντας στις εξοχές και στις μοναχικές αγροικίες ή τα θέρετρα τα οικογενειακά όσο κρατάνε τα καλοκαίρια στις πολιτείες τους και ύστερα κουρνιάζοντας στις κομψές επαύλεις τους χειμώνες στις πόλεις τους.
Έχουν καλούς συζύγους,συνήθως μεγαλύτερούς τους αρκετά,
εύπορους αλλά βαρετούς κάπως,αφοσιωμένους στο επάγγελμά τους και σε κείνες και στα καπρίτσια τους,κι αυτές τους νοιάζονται,δεν λέω, μα δεν μπόρεσαν ή δεν έτυχε να τους ερωτευτούν,έχουν παιδιά που τ΄αγαπούν,μα φυσικά και τα αγαπούν, όμως εκείνες οι λουσάτες και λεπτεπίλεπτες κυρίες δεν ήταν ποτέ προορισμένες γι αυτές τις μικρές,ταπεινές αγάπες,που τις υπαγορεύει το καθήκον και η συγγένεια.
Έχουν ,εννοείται,υπηρέτριες και νταντάδες για το σπίτι και το μεγάλωμα των παιδιών,έχουν στα σπιτικά τους μαγείρισσες και οικονόμους,εκείνες δεν ...ξεπουπουλιάζουν κοτόπουλα για το δείπνο,προς Θεού,εκείνες παίζουν πιάνο και ζωγραφίζουν,κάνουν ατελείωτους περιπάτους και τα βράδια δεξιώνονται φίλους της σειράς τους,μα κουράζονται εύκολα,ίσως αρρωσταίνουν κιόλας εύκολα,καθώς δεν είναι μαθημένες στις καταπονήσεις, ειδικά εκείνες της ψυχής τους,που επιθυμεί να πετάξει ελεύθερη από τα δεσμά του φύλου,της εποχής και της τρέχουσας ηθικής της,του γάμου και των κοινωνικών πρωτόκολλων και τα λοιπά και τα λοιπά...
Ωχ,Παναγιά μου...Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια...Πώς να κατανοήσω την Αμερικανίδα Μαντάμ Μποβαρύ της Κέητ Σοπέν,την όμορφη Έντνα Ποντελιέ, μέλος της αριστοκρατίας στη Νέα
Ορλεάνη, στα τέλη του 19ου αιώνα, με όλα αυτά που έχω στο κεφάλι μου και με την κρίση να χτυπάει κόκκινο; Το "έκαψα" λοιπόν το βιβλίο(εκδόσεις Καστανιώτη,μετάφραση από την Μαρία Αναστασοπούλου)βιβλίο γραμμένο μεν με τόλμη για το 1899, σε εποχές δηλαδή δύσκολες για να γράφει μια γυναίκα για τέτοια θέματα αλλά αταίριαστο στις συγκυρίες της δικής μου που διάλεξα να το διαβάσω και δεν ήταν και κακό το καημένο,ίσα ίσα,καλή γραφή,ωραία τεχνική,
ματιά διεισδυτική και τολμηρή όπως είπαμε για τις ΗΠΑ της εποχή της,
δεν ήταν υπερβολικά ...υπερβολικό που το΄καναν ταινία και που το διαβάζουν και δουλεύουν πάνω σ΄αυτό στα πανεπιστήμια τους οι σύγχρονοι Αμερικανοί εκκολαπτόμενοι συγγραφείς και φιλόλογοι,έχει ψηγματάκια από το κατιτίς του της γυναικείας χειραφέτησης και της ελευθερίας που δικαιούνται όλα τα ανθρώπινα πλάσματα αλλά που κάποια από αυτά-τα πιο παρεξηγημένα,οι γυναίκες-δεν είχαν πάντα ανά τους αιώνες και στους πολιτισμούς που διαμόρφωνε ο λευκός άνθρωπος.
Τι να σας λέω,στυλ φιλμ James Ivory και τα σχετικά,κάποτε είχαν κι αυτά τον χώρο τους στα διαβάσματα και στις κινηματογραφικές μου... γευσιγνωσίες παντός τύπου, αλλά έτσι όπως είμαστε εμείς τώρα στην Ελλαδίτσα, δεν το ευχαριστήθηκα το μυθιστόρημα της Σοπέν,εξάλλου πάντα σιχαινόμουν τις διάφορες... Μποβαρύ,ούτε στο μικρό δαχτυλάκι της Καρένινα,η Αννούλα έχει άλλο τσαγανό,αυτή μάλιστα,φτάνει λοιπόν μια διαχρονική μοιχαλίς,Τολστόι και ξερό ψωμί...
Για να μην το αδικήσω πάντως αντιγράφω από το διαδίκτυο τα παρακάτω:
Όταν το μυθιστόρημα της Κέιτ Σοπέν δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά, οι κριτικοί της εποχής το επαίνεσαν για την άψογη τεχνική του, αλλά κυρίως το αποδοκίμασαν για τη σεξουαλική του ειλικρίνεια. Χαρακτηρίστηκε «αισθησιακό», «πολύ δυνατό ποτό για την ηθική νηπίων», «δηλητήριο». Αυτό που έβλεπαν στο κείμενο ήταν «η ιστορία μιας κυρίας του Νότου που ήθελε να κάνει το δικό της... με καταστροφικές συνέπειες». Τυφλωμένοι από τη βικτοριανή ηθική τους, οι κριτικοί της εποχής δεν έβλεπαν παρά μόνο τη μοιχεία της Έντνας και αγνοούσαν τις άλλες διαστάσεις του μυθιστορήματος. Οι εκδότες έπαψαν να δημοσιεύουν έργα της Σοπέν και Η Αφύπνιση εξοστρακίστηκε από τη βιβλιοθήκη της γενέτειράς της. Η ίδια, απογοητευμένη, πέθανε από εγκεφαλικό πέντε χρόνια αργότερα. Όπως ήταν φυσικό, το βιβλίο ξεχάστηκε στα χρόνια που ακολούθησαν. Το 1953 η σύγχρονη κριτική το ανέσυρε πάλι από την αφάνεια. Παρά τη σεξουαλική απελευθέρωση της εποχής μας, βρέθηκαν κριτικοί οι οποίοι δήλωναν ότι το μυθιστόρημα «περιστρέφεται γύρω από το σεξ» και χαρακτήριζαν την Έντνα σαν την Αμερικανίδα Μαντάμ Μποβαρύ ή σαν μια άλλη Φαίδρα. Από το τέλος της δεκαετίας του 1960 το μυθιστόρημα έχει αναγνωριστεί σαν ένα από τα αριστουργήματα της αμερικανικής κλασικής λογοτεχνίας και το 1991 γυρίστηκε ταινία που παίχτηκε με τίτλο «Grand Isle», στο Φεστιβάλ των Καννών.
Όσο για το εξώφυλλο πολύ μου αρέσει ο J.S.Sargent(1856-1925) κι αυτό που βλέπουμε είναι από τον πίνακά του "The Black Brook ",λεπτομέρεια και δράττομαι της ευκαιρίας να αναρτήσω το πιο αγαπημένο μου από τα έργα του,το "Daughters of Edward Darley Bolt" του 1882,ιδού:

Σε κεντρικό βιβλιοπωλείο της πρωτευούσης το εν λόγω βιβλίο ήταν πρώτο τζάμι βιτρίνα.
ΑπάντησηΔιαγραφήΚαλή μου,έχουν πολλά ψωμιά ακόμα οι κυρίες Μποβαρύ!
Εμένα η χάρτινη Μποβαρύ μου άρεσε μέχρι που είδα ένα φιλμ με την απαίσια Γαλλίδα Τζαμπέλ Υπέρ στον ρόλο.Χάλι.Δεν θέλω να ξανασχοληθώ με το είδος αυτών των ηρωίδων,είναι αφορμή για μεγάλες αηδίες σε άλλα είδη τέχνης.
ΑπάντησηΔιαγραφήΆσε που θυμήθηκα το κορυφαίο:την ....Μιμή Ντενίση ως Καρένινα!