" Το Ημερολόγιο Ενός Τρελού Γέρου " , Τζουνίτσιρο Τανιζάκι












Αυτά που αποτελούν την ολιγόλογη περίληψη που συνοδεύει το βιβλίο παντού, όπου ανατρέξετε για να δείτε περί τίνος πρόκειται,θα σας τα παραθέσω πιο κάτω, για να σας παρακαλέσω να μην αρκεστείτε,μην βασιστείτε σ' αυτά, επειδή αδικούν κάπως το ενδιαφέρον μυθιστόρημα του Ιάπωνα Τζουνίτσιρο Τανιζάκι το οποίο,ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι μια ολωσδιόλου διαφορετική από αυτές που έχουμε συνηθίσει στην παγκόσμια-δυτική κυρίως -λογοτεχνία, ελεγεία της νιότης με ψήγματα όμως διακωμώδησης της οδυνηρής της μετατροπής σε σωματικά γηρατειά,στάδιο δύσκολο της ζωής μας που δεν μπορεί κανείς ποτέ να ανατρέψει.

Τα γεράματα υποφέρονται ακόμα πιο δύσκολα όταν το πνεύμα ακμαίο το ίδιο και ζωντανό,βρίσκεται από την μια σχεδόν μέρα στην άλλη ακούσια εγκλωβισμένο σε ένα σαρκίο καταβεβλημένο και αρνείται να ακολουθήσει την φθορά σαν να μην το αφορά.
Και στην καθαρή και σχεδόν προκλητική αφήγηση του Τανιζάκι δεν το αφορά πράγματι, καθώς η ψυχή του ήρωά του αναζητά την σαρκική επιθυμία,ποθεί την ηδονική χαρά του σώματος και το όποιο βάρος της ζωής τού είναι ευχάριστο, όμορφο,επιθυμητό γιατί το σώμα είναι που το καθιστά ως τέτοιο κι όσο για το πνεύμα και τις σοφίες του...

Λέει λοιπόν η περίληψη "ένας ηλικιωμένος άντρας, που διακατέχεται από σεξουαλικές εμμονές, φλέγεται από πάθος για τη νύφη του, παλιά χορεύτρια του μιούζικ χολ και μάλλον ελαστική σε θέματα ερωτικής ηθικής. Εκείνη, με πολλή μαεστρία, εκμεταλλεύεται το πάθος του και του αποσπά χρηματικά ποσά, προσφέροντάς του μόνο κάποιες υποτυπώδεις σεξουαλικές εκδουλεύσεις και οδηγώντας τον σιγά σιγά στην τρέλα".
Α,όχι,δεν φτάνει σε καμία τρέλα ο γέρος αυτός του Τζουνίτσιρο Τανιζάκι, αντιλέγω εγώ. Αντιστέκεται με τον δικό του αντισυμβατικό,γελοίο για τα μέτρα και τα σταθμά πολλών και επίμονο τρόπο στο γήρας. Δεν φοβάται τόσο τον ίδιο τον θάνατο όσο αυτά καθαυτά τα καταραμένα τα γηρατειά που τον προδίδουν και τον ευτελίζουν ώσπου ο θάνατος να έρθει ωραίος και περίπου οριστικός και να βάλει τα πράγματα στην πρέπουσα θέση τους.
Ο ηλικιωμένος είναι ο εβδομηνταεπτάχρονος Ούτσουγκι,εύπορος Ιάπωνας, καλοζωισμένος,  που διανύει αυτήν την ηλικία και τις καταστάσεις που επιφέρει γι αυτόν προσωπικά το γήρας, στο Τόκιο του 1960 με την δυτικοποίηση της Ιαπωνίας να απλώνεται ραγδαία,να εντείνεται και να κερδίζει έδαφος όλο και πιο πολύ σε βάρος μιας πολύ ιδιαίτερης παράδοσης εκατοντάδων χρόνων.
Παράλληλα με την βασική ιστορία του γέρου του ο Τανιζάκι καταπιάνεται εξαιρετικά επιδέξια και χωρίς να φλυαρήσει παράπλευρα και σε βάρος του κύριου θέματός του,με την αλλαγή της χώρας του η οποία ήταν εξίσου σαρωτική και θλιβερή με τα γηρατειά του πρωταγωνιστή του.

Ο Ούτσουγκι του Τανιζάκι είναι ένας σπαρακτικός χαρακτήρας που πασχίζει λυσσαλέα,καθώς τα έχει φαινομενικά όλα (οικονομική επιφάνεια, μόρφωση, σεβαστή και πολυμελή οικογένεια, κύρος κτλ), να αντισταθεί στον τυφώνα των ανελέητων 77 του χρόνων,που βέβαια δεν κάνουν εξαίρεση για εκείνον και έτσι δεν του χαρίζουν ό,τι ποθεί η ψυχή του, αντιθέτως τον φορτώνουν με σωρό προβλήματα σωματικά,απανωτά κιόλας, που τον καθιστούν εκτός από πρακτικά ανήμπορο και εντελώς φαιδρό και γι αυτό,στα μάτια των υπολοίπων, έναν "τρελό γέρο".
Δεν είναι τρελός όμως.Είναι ένας άνθρωπος,ένας άντρας ειδικότερα,του οποίου το καταρρακωμένο σάρκινο μέρος του σώματος δεν μπορεί να χρησιμέψει στον ιδιοκτήτη του ως προς την απόλαυση και την ηδονή από όπου κι αν έρχονται αυτές.

Εξηγούμαι.Ο Ιάπωνας γερο-Ούτσουγκι δεν έχει καμία, απολύτως καμία, σχέση με τον στωικής αντίληψης, φιλοσοφημένο, εκλεπτυσμένο και σοφό γεροντικό κόσμο του Έρμαν Έσσε ,ο οποίος αποδέχεται τα γεράματα ως κάτι το μοναδικά φυσικό και σχεδόν εξαίσιο και στο βιβλίο του "Ωριμάζοντας Γινόμαστε Όλο και Νεώτεροι" εκθέτει μιαν άλλη οπτική,οπτική στοχασμού και αποδοχής του δεδομένου για όλους σταδίου της ζωής μας,του ύστατου.
Ο Ιάπωνας γέρος του Τανιζάκι δεν έχει τις εγκαρτερικές διαθέσεις του Έσσε, δεν αποδέχεται, δεν φιλοσοφεί,δεν γαληνεύει,δεν διαχωρίζει μυαλό και σάρκα. Για τον Ούτσουγκι μυαλό και σάρκα πρέπει να είναι ισόρροπα και αναπόσπαστα μέρη του ίδιου εργαλείου,του σώματος και προορισμένα ες αεί για τον ίδιο σκοπό,εκείνον της απόλαυσης. Ο Ούτσουγκι βιώνει το ίδιο μαρτυρική την απώλεια της νιότης του και της ικμάδας της όταν η σάρκα δεν μπορεί να αντέξει την καταπόνηση από μια... θεατρική παράσταση ( λέει ο ίδιος χαρακτηριστικά ".....σφίγγοντας τα δόντια να αντέξω τον πόνο") ή έναν περίπατο ή την ενέργεια που ξοδεύει σε ένα φιλί ή μερικά χάδια στο πόδι κάτι που αποσπά με χίλια δυο παρακάλια, τεχνάσματα και ανταλλάγματα από την νύφη του, την ωραία και κυνική-φυσικά,τι θα ήταν,του κατηχητικού;- Σάτσουκο.

Ο Ούτσουγκι ξέρει πολύ καλά τι του συμβαίνει και το ξορκίζει με όποιον τρόπο μπορεί ή του έρχεται στον νου κι είναι εφικτό σε σχέση με τον τρόπο και τον χώρο ζωής του.
Η ιδέα πχ που του καρφώνεται στην διάρκεια της κατά τα άλλα κοπιαστικής ανεύρεσης τάφου που κάνει στην πόλη του Κιότο- διότι καταλαβαίνει ότι τελειώνουν τα ψωμιά του και δεν του αρέσει να ταφεί στο απρόσωπο και τεράστιο Τόκιο-είναι απολύτως ενδεικτική της κατάστασής του και της απελπισίας που του προκαλεί το είδωλό του ως φρικτός πλέον και άθλιος- παρά τα κανακέματα και τις φροντίδες- γέρος,καθώς είναι την ίδια στιγμή ως ιδέα γελοία,συγκινητική, τιποτένια,ευφυής:ως γλυπτό σ' αυτόν τον περιβόητο τάφο του ο Ούτσουγκι δεν θέλει τα πέλματα του Βούδα, δεν θέλει τις μορφές των θεοτήτων που συνηθίζονται,ούτε στο δικό του ούτε σε άλλα προσφερόμενα δόγματα του βουδισμού και μιας και δεν είναι φανατικά θρησκευόμενος,μην φανταστείτε όμως και ασεβής,δεν διστάζει να θέλει, και δεν το ψειρίζει καν,ως το πιο άμεσο από τα σχέδιά του, το αποτύπωμα των... ποδιών της νύφης του.
Χίλιες φορές τα σκέφτεται ηδονικά να τον πατάνε αιωνίως,αυτά τα λευκά ποδαράκια της ωραίας Σάτσουκο παρά τα βαριά πόδια ενός... βλοσυρού και άγνωστού του...θεού! 
Φυσικά οι δικοί του δεν θα παραγγείλουν ποτέ ένα τέτοιο μνημείο.Οι κόρες του που τα έχει καταφέρει ο ίδιος να τον αντιπαθούν τόσο όσο κι εκείνος αυτές,δεν τον σέβονται,υποκρίνονται και μάλιστα η στα ίσια διατυπωμένη αδυναμία του στην ωραία και προκλητική νύφη τις κάνει να τον απεχθάνονται περισσότερο,η γυναίκα του τον θεωρεί τουλάχιστον ένα βλαμένο ,ξεμωραμένο εγωίσταρο παλιόγερο και δείχνοντάς του ένα τυπικό συζυγικό ενδιαφέρον πιο πολύ συντηρεί την προσωπική της εικόνα της παραδοσιακής Γιαπωνέζας συζύγου παρά τον υπολήπτεται.
Οι γιατροί και η νοσοκόμα του τον βλέπουν ως ένα πελατειακά καλό κομμάτι κρέας που πληρώνονται αδρά για να το συντηρήσουν όσο πιο πολύ μπορούν, με χίλια δυο φάρμακα και γιατροσόφια αλλά που φυσικά δεν έχει καμιά αληθινή αξία και λόγο ύπαρξης και που αν επρόκειτο για το σαρκίο ενός φτωχού και ταπεινού ανθρωπάκου δεν θα είχε καμία καλύτερη τύχη,θα είχε πάει καλιά του προ πολλού.
Ο γιός του και σύζυγος της ωραίας Σάτσουκο -του αντικειμένου του πόθου του, όπου κατ' εμέ ο πόθος για την Σάτσουκο είναι γενικότερα πόθος και πάθος για ζωή-είναι στην κοσμάρα του όντας ένας του 1960 νεογιάπης Ιάπωνας δυτικού τύπου,και τελικά όλα κι όλοι γύρω του κι ο ίδιος ο Ούτσουγκι κυρίως ,είναι ένα σαρκικό τίποτα στο έλεος του χρόνου.

Η γιαπωνέζικη λογοτεχνία έχει μια πολύ δική της προσωπικότητα ακόμα κι αν μιλάμε για την πιο δυτικοποιημένη της εκπροσώπηση. Στους παλιότερους συγγραφείς, όπως ο Τανιζάκι( 1886-1965) σου χρειάζεται ,νομίζω,ένας κάποιος κόπος για να μπεις ομαλά στην ξένη για σένα των περιγραφομένων πτυχή και αντίληψη καθώς οι πιο πολλοί Ιάπωνες συγγραφείς ακροβατούν ανάμεσα στην ιαπωνική εκδοχή και τις δυτικές τους επιρροές αλλά παρά τα δύσκολα για μας ονόματα των χαρακτήρων-εδώ πχ στην αρχή, με τα ονόματα των ηθοποιών του θεάτρου, γίνεται του αγίου Βαρθολομαίου το ανάγνωσμα,δεν θυμάμαι ούτε ένα ονοματάκι έτσι για δείγμα-και τα άγνωστα στοιχεία της κουλτούρας τους, ο Τανιζάκι είναι ένας τόσο δυναμικός και επιδέξιος αφηγητής,τόσο αιχμηρός, παρατηρητικός και ακριβής που αποδεικνύει με την ωραία κλιμακούμενη ανάπτυξη του θέματός του και την εύστοχη γραφή του ότι η εξιστόρηση του ανθρώπινου πόνου,του πάθους,της ματαιότητας, του έρωτα,των γηρατειών,του θανάτου κτλ κτλ είναι πανανθρώπινα θέματα, συγκλονιστικά κι ίσως και τρομαχτικά,πάντως πέρα και πάνω από γλώσσες και κουλτούρες.
Βεβαίως αποδεικνύει πάνω απ΄ όλα ότι ένας παγκόσμια καλός συγγραφέας στην πραγματικότητα αρκεί να έχει αληθινό ταλέντο και κότσια να γράψει την άποψή του κι ας είναι από όποιο σημείο του πλανήτη κι ας γράφει σε οποιαδήποτε γλώσσα.
Για να καταλάβουμε δε λιγάκι μερικά πραγματάκια για την ιαπωνική λογοτεχνία επιτρέψτε μου να σεντονοποιήσω την ανάρτηση προσθέτοντας την βιογραφία του συγγραφέα και σχετικά αποσπάσματα από μια περσινή συνέντευξη του μεταφραστή του βιβλίου, του Παναγιώτη Ευαγγελίδη,στο lifo.
  • Τζουνίτσιρο Τανιζάκι
Γεννήθηκε το 1886 στο Τόκιο. Σπούδασε φιλολογία στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκιο.
Τα πρώτα του έργα είναι επηρεασμένα από τις επιδεικτικά μποέμικες τάσεις που χαρακτηρίζουν τη λογοτεχνία της Ευρώπης εκείνη την εποχή και είναι φανερή σ' αυτά η επιρροή του Έντγκαρ Άλαν Πόε, του Μπωντλαίρ και του Όσκαρ Ουάιλντ. Έζησε στην πιο κοσμοπολίτικη περιοχή του Τόκιο μέχρι το μεγάλο σεισμό του 1923, χρονιά που μετακόμισε στην πιο ήρεμη και παραδοσιακή περιοχή μεταξύ του Κιότο και της Όσακα. Εκεί, συνεπαρμένος από την παλιά ιαπωνική κουλτούρα, εγκαταλείπει τηνεπιφανειακή δυτική επιρροή.
Οι κριτικοί συμφωνούν ομόφωνα ότι η πνευματική και συναισθηματική του αλλαγή τον μετέβαλε από έναν απλώς καλό συγγραφέα σ' ένα μεγάλο καλλιτέχνη.Τα πιο σημαντικά έργα του Τανιζάκι γράφτηκαν μετά το 1923.
Τα περισσότερο γνωστά απ' αυτά είναι: Ο έρωτας ενός τρελού (1924), Μερικοί προτιμούν τις τσουκνίδες (1928), Παραζάλη (1930), Ασικάρι (1932).
Ανάμεσα στα 1935 και 1941 αφιερώνει όλες του τιςπροσπάθειες στη μετάφραση του Μύθου του Γκένζι (Genzi monogatari), ενός από τα παλιότερα ιαπωνικά λογοτεχνικά έργα, σε μοντέρνα ιαπωνική διάλεκτο. Το έργο αυτό ήταν για τον Τανιζάκι έργο ζωής και επηρέασε σημαντικά την παραγωγικότητά του σ' αυτή την περίοδο.
 Έτσι, εκτός από μερικά άρθρα και δοκίμια, η μόνη άλλη δουλειά του είναι μια περίεργη νουβέλα με τίτλο: Η γάτα, ένας άντρας και δυο γυναίκες. Το 1943 τελειώνει το πιο γνωστό από τα έργα του, το μυθιστόρημα Οιαδελφές Μακιόκα, έργο που αποσύρεται για ένα διάστημα από την κυκλοφορία, γιατί θεωρήθηκε «εθνική απειλή» σε μια εποχή που η Ιαπωνία βρισκόταν σε κατάσταση πολέμου. Τα Άπαντα του συγγραφέα εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1930, όμως η τεράστια παραγωγή του συνεχίστηκε για πολλά χρόνια ακόμα.
Τιμήθηκε με διάφορα λογοτεχνικά βραβεία, το πιο σημαντικό όμως απ' αυτά είναι το Αυτοκρατορικό Βραβείο Λογοτεχνίας, που πήρε το 1949.
 Τα τελευταία χρόνια πολλά από τα έργα του μεταφράστηκαν στη Δύση και η θέση του ανάμεσα στους μεγάλους της ιαπωνικής λογοτεχνίας είναι διεθνώς αναγνωρισμένη. Πέθανε το 1965.
  • Παναγιώτης Ευαγγελίδης από το Lifo
Η Ιαπωνία πώς προέκυψε;
Ήταν μεγάλο μου όνειρο. Έχω πάθος με τις ξένες γλώσσες και με τις διάφορες γραφές. Τα ταϋλανδέζικα και τα αραβικά όταν τα έβλεπα έλιωνα, κυρίως όμως με τραβούσαν τα γιαπωνέζικα ιδεογράμματα. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία. Αυτοδίδακτος είμαι, δεν πήγα σχολείο, ούτε πανεπιστήμιο για να τα μάθω. Τη δεκαετία του '80 οι αγγλικές επιγραφές στο Τόκιο ήταν ελάχιστες, υπήρχαν μόνο στους πολύ κεντρικούς σταθμούς, κι αναγκαστικά έπρεπε να ξέρεις να διαβάζεις τα ιδεογράμματα. Σου στοιχίζει πάρα πολλά σπασίματα νεύρων αυτό. Αν πας χωρίς να έχεις ιδέα, θα κλάψεις πικρά, γιατί οι Ιάπωνες, ενώ έχουν όλη την καλή διάθεση να σε βοηθήσουν, δεν ξέρουν αγγλικά, και όσοι ξέρουν φοβούνται να τα χρησιμοποιήσουν,μιλάνε μόνο στη γλώσσα τους.
Πήρα λεξικά, γραμματικές, διάφορα βιβλία και μελέτησα μόνος μου.
Η πιο μεγάλη δυσκολία με τη μετάφραση των γιαπωνέζικων ποια είναι;
Η ερώτηση μάλλον είναι αν μπορώ να ζω απ' τα γιαπωνέζικα.Τα γιαπωνέζικα, παρόλο που πληρώνονται καλά σε σχέση με τις άλλες γλώσσες, επειδή θεωρούνται σπάνια,είναι πολύ πιο δύσκολα να τα μεταφράσεις. Λεξικογραφικά, για να βρω μια λέξη που δεν γνωρίζω, μου παίρνει πολύ περισσότερο χρόνο απ' ό,τι στα αγγλικά, για παράδειγμα.
Βλέπεις ένα ιδεόγραμμα που δεν ξέρεις ούτε τι είναι,ούτε πώς προφέρεται, και πρέπει με ένα σύστημα να το αποκρυπτογραφήσεις,οπότε, κι από απόψεως χρόνου,παίρνει πέντε φορές πιο πολύ απ' ό,τι μια άλλη γλώσσα. Αν αφιέρωνα το εργατικό μου 8ωρο όμως, ναι, θα μπορούσα να ζω απ' αυτό.
Θα τολμούσες να μεταφράσεις ένα έπος σαν το Tale of Genji;
Μου το έχουν προτείνει, αλλά δεν δέχτηκα, γιατί θα σήμαινε ότι θα ακύρωνα όλα όσα κάνω. Είναι αρχαία γιαπωνέζικα, που σημαίνει ότι θα έπρεπε να τα μάθω κιόλας, είναι έργο ζωής. Έχω πολύ λίγη ζωή για να ασχοληθώ με το Tale of Genji. Υπάρχουν άνθρωποι που η κλίση τους είναι να μεταφράζουν και θα ήταν πραγματική απόλαυση να δώσουν τη ζωή τους γι' αυτό, εγώ δεν πιστεύω ότι είμαι ένας απ' αυτούς.Είμαι τσιγκούνης με τη ζωή μου σε σχέση με τη μετάφραση. Θα μπορούσα να τη δώσω για ένα μυθιστόρημα ή για μια ταινία, αλλά για μια μετάφραση είμαι τσιγκούνης.Τώρα που έχω βάλει και το σινεμά στο παιχνίδι, ο χρόνος μου προς το παρόν έκλεισε.
Πόσο διαφορετικοί είναι ως λαός;
Η έκφραση «πολιτιστικό σοκ» δεν φτάνει για να περιγράψει αυτό που βίωσα στην αρχή. Δεν ήταν οι παγόδες και τα σπιτάκια του δικού τους στυλ το σημείο που αισθάνθηκα την πολιτιστική διαφορά, ήταν αυτό που είχαν κάνει με όσα είχαν πάρει οι ίδιοι απ' τη Δύση, μία δική τους, κατά Ιαπωνία Δύση, που δεν έχει σχέση με αυτό που γνωρίζουμε εμείς ως Δύση.
Δηλαδή;
Έχουν πάρει τη Δύση και την έχουν κόψει και ράψει στα δικά τους μέτρα. Εμένα με τράβηξε τρομερά αυτό. Επίσης, μιλούσαν διαφορετικά, όχι μόνο σε επίπεδο γλώσσας αλλά ως προς τον τρόπο. Κουνούσαν τα χέρια τους διαφορετικά, οι γυναίκες γελούσαν κι έβαζαν το χέρι να μη φαίνονται τα δόντια, οι άντρες είχαν τους δικούς τους κώδικες, υπάρχουν πέντε λέξεις για το «εγώ» στη γλώσσα τους! Πρώτη φορά στη ζωή μου είδα τον καθρέφτη μου, πρόσεξα ακριβώς πώς κινούμαι εγώ. Οι Ιάπωνες θέλουν πάρα πολύ να μοιάσουν στους Δυτικούς, οπότε πολλοί απ' αυτούς έχουν λίγο μια άρνηση του δικού τους προσώπου και της δικής τους κινησιολογίας κι αυτό δημιουργεί ακόμα ένα επίπεδο πραγμάτων. Για μένα που τα μελετούσα όλα αυτά ήταν μια συνεχής πηγή απόλαυσης.
Ερωτικός λαός είναι;
Τρομερά. Οι Ιάπωνες έχουν έναν ερωτισμό σαν αυτόν που λέει ο Φρόιντ, «του παιδιού», πολύμορφα διαστροφικό, επειδή έχουν κάτι το παιδικό ως λαός. Έχουν μια αμεσότητα τρομακτική και ταυτόχρονα επιφανειακή. Μπορείς να υποθέσεις ότι υπάρχει μια αιδώς μέχρι και μία αδιαφορία για το θέμα. Σε εκπλήσσουν συνέχεια. Στο Τόκιο υπάρχουν τα love hotels που είναι γεμάτα επί 24ωρης βάσης. Και βέβαια υπάρχει και μια παράδοση σαδομαζοχισμού που έχει όμως κάτι το παράδοξα παιδικό, ένα είδος παιχνιδιού που παίζεται. Όμως. με τρομαχτική σοβαρότητα... Όπως όλα στην κουλτούρα τους. ο ερωτισμός είναι συνδυασμένος με πολλά τελετουργικά.
Σαν τα manga, που ενώ έχουν παιδικές φάτσες, μπορεί να είναι τα πιο διαστροφικά κόμικ του κόσμου.
Ακριβώς!

Σχόλια

  1. Ανώνυμος8/1/13 16:03

    Το είδα στις προσφορές στην Πολιτεία,κάτι μου θύμιζε και το αγόρασα.Μιλάμε για αστείο ποσόν, για 3,80.Μπορεί να μου είχε μείνει θετική εικόνα από την ανάρτηση που είχες κάνει,οπότε σ΄ευχαριστώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κώστας8/1/13 16:25

      Δεν γίνεται να θυμάσαι συνεχώς τα πάντα αλλά θα συμφωνήσω ότι μια εικόνα μπορεί να σου έχει αποτυπωθεί και να λειτουργήσει την κατάλληλη στιγμή.Και εγώ αντλώ σχεδόν αποκλειστικά πια από τα βιβλιόφιλα μπλογκ και έχω ανοιχτές τις κεραίες μου για προσφορές σε παλαιότερους τίτλους,δεν με χαλάει καθόλου.

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος8/1/13 16:14

    Τα καλά ιστολόγια βιβλίου μπορεί να εξελιχτούν σε πολύτιμο οδηγό αγοράς όταν έχει χτιστεί μια σχέση εμπιστοσύνης με αυτόν που επιλέγει να παρουσιάσει διάφορα βιβλία . Πλασσάρονται ένα σωρό νέες κυκλοφορίες σε εξωφρενικές τιμές ενώ αν σε βοηθήσει κάποιος βρίσκεις ωραιότατες προσφορές σε παλιούς τίτλους.Ντίνα

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου