Παντελής Πρεβελάκης

Πόσες φορές συνηθίζει ο μέσος αναγνώστης σ΄αυτήν την χώρα που το διάβασμα δεν είναι προσφιλής ασχολία, να διαβάζει ξανά και ξανά κάποια βιβλία;
Νομίζω ότι οι περισσότεροι,ανήκοντας σ΄αυτήν την κατηγορία, που παραπάνω λιγάκι τσαπατσούλικα την χαρακτήρισα ως εκείνη του μέσου αναγνωστικού κοινού-όχι όμως του λεγόμενου ευρέος,αυτό το κοινό αναγνωστών,το ευρύ, έχει άλλα χαρακτηριστικά-, και την περιόρισα μάλιστα στα μίζερα, και επιεικής είμαι, ελληνικά πλαίσια, έχουμε δυο βασικές περιόδους επανάληψης αναγνώσεων,λίγη είναι έτσι κι αλλιώς η ζωή μας γι άλλα κι άλλα,πόσο μάλλον για το διάβασμα,για να προλάβουμε όλα όσα θα θέλαμε ή πρέπει ή προκύπτει.


Η πρώτη φάση είναι μάλλον στην νιότη μας και συνδέεται με τα σχολικά,λογοτεχνικά διαβάσματα που επηρεάζονται από τον καταναγκασμό του μαθήματος στο οποίο έχουν ενσωματωθεί και της βαθμολογίας που ακολουθεί τις επιδόσεις του καθενός, τον ρόλο τους δε στην ανάπτυξη ή όχι της φιλαναγνωσίας επωμίζονται πάντα οι δάσκαλοι και κάποιες φορές και οι γονείς μας και συχνά δεν τον παίζουν,αμφότεροι,καθόλου καλά αυτόν τον σημαντικό ρόλο...
Τα σχολικά διαβάσματα όμως στα πλαίσια της εκπαίδευσης στην Ελλάδα και την ζημιά που κάνουν,την οποία θεωρώ μεγαλύτερη από το καλό που προσφέρουν, και το ότι είμαστε ένας λαός που καταλήγουμε να μην διαβάζουμε ως ενήλικες ή ως ευρύ κοινό να διαβάζουμε ευπώλητες αηδίες κι αυτό όλο τέλος πάντων το χάλι που έχει να κάνει με την νεανική σχολική περίοδο,ε,δεν θέλω να τα σχολιάσω,είναι σίγουρο ότι θα αρχίσω ακατάσχετη πολιτικολογία,ας μην κακοκαρδιστώ πασχαλιάτικα.
Οι δεύτερες αναγνώσεις έρχονται χρόνια μετά,στην ή κοντά στην ηλικιακή ωριμότητά μας,όταν το ποτήρι είναι μισοάδειο, έχουμε γευτεί και νιώσει και απολαύσει αλλά και σιχαθεί ή μπουχτίσει πολλά και διάφορα,όμως υπάρχει κι άλλο ωραίο πάντοτε υλικό κι εμείς είμαστε ακόμα ικανοί να το προσλάβουμε και τι καλά που συμβαίνει έτσι.Τότε ίσως κατανοούμε καλύτερα τα άγουρα αναγνώσματα και εκεί φαίνεται-ας ασχοληθώ με την καλή πλευρά-,την αντιλαμβανόμαστε τότε δηλαδή,η αξία των βιβλίων που κράτησαν τα χέρια μας,διάβασαν τα μάτια μας,έστερξαν οι ψυχές μας.Πολλά δεν τα θυμόμαστε με λεπτομέρειες αλλά έχει μείνει η συνολική εντύπωση και η γοητεία που μας άσκησε το περιεχόμενό του σίγουρα έχει αποτυπωθεί ως συναίσθημα.

Μια τέτοια προσωπική μου περίπτωση ήταν η ανάγνωση του βιβλίου του Ηλία Βενέζη "Νούμερο 31328".Όταν ήμουν έφηβη,μεγαλούτσικη βέβαια,στο λύκειο,είχα θεωρήσει εξαιρετικό μεν το βιβλίο από την πρώτη εκείνη ανάγνωση-,τα διαβάσματά μου ούτως ή άλλως ήταν ήδη καλά,δεν είχαν να κάνουν με το σχολείο- αλλά δεν είχαν δακρύσει τα μάτια μου. Πρόπερσι,στην αρχή της λέσχης ανάγνωσης του Degas,που το επιλέξαμε και το διάβασα κι εγώ πάλι ήταν και για μένα και για όλους μας στην λέσχη συγκλονιστικό,δεν ξέραμε τι να πούμε-τι να πούμε για τον Βενέζη κι όλους τους παλιούς γενικά-,αλλά κι εμένα, κι αρκετών που το συζητήσαμε, αυτή την δεύτερη φορά δάκρυσαν και τα μάτια.Καταλαβαίνετε;


Μπορεί λοιπόν ένα βιβλίο να προκαλεί στον αναγνώστη του κάθε φορά που το διαβάζει διαφορετικά συναισθήματα κι εντυπώσεις από εκείνες της πρώτης ανάγνωσης;Μπορεί να γίνεται ακόμα πιο πολύτιμο στον λογοτεχνικό χρόνο καθώς ο αναγνώστης μεγαλώνoντας συμβιβάζεται,επαναστατεί, ωριμάζει,διαβρώνεται ή ενπάσει περιπτώσει αλλάζει και όταν κάποιες φορές επανέρχεται σε παλιά του διαβάσματα είναι σαν να δοκιμάζει τις αντοχές,τις μνήμες,τα συναισθήματα;
Λέω ναι.Κι όλα τα παραπάνω τα αναλογιζόμουν το Σαββατο- κύριακο που μας πέρασε επειδή ξανάπιασα τον Παντελή Πρεβελάκη και είναι σαν να τον διαβάζω πρώτη φορά,τόση δύναμη έχει αυτός ο άνθρωπος με το απίστευτα σύγχρονο, μάλιστα  σύγχρονο μην πω και φρέσκο και συνταρακτικό του γράψιμο.Και θέλω πολύ να σας πείσω να τον διαβάσετε αν δεν το έχετε κάνει ως τώρα.


"Ο Άγγελος στο Πηγάδι " είναι ένα απ΄τα,μετρημέ- να στα δάχτυλα του ενός χεριού,πολυαγαπημένα μου βιβλία.Το λατρεύω,αυτό ειδικά το κείμενο του Πρεβελάκη, πιο πολύ απ΄όλα.Για κάποιους λόγους που ποτέ δεν κάθισα να ψάξω-δεν χρειάζεται θαρρώ κι ας ψιλο-υποψιάζομαι γιατί το ξεχωρίζω αυτό του το βιβλίο-, η ανάγνωσή του κάθε φορά,μα κάθε φορά με συγκινεί σε απερίγραπτο βαθμό,μου φέρνει καινούργια μηνύματα και νέες σκέψεις.Το έχω διαβάσει άπειρες φορές,ολόκληρο,αποσπασματικά,μερικές σελίδες του, κάποιες φράσεις.









Σήμερα Δευτέρα 2 Απριλίου ξεκίνησα και τον " Άρτο των Αγγέλων"και πάλι δεν έχω λόγια.Συγκλονιστικό το γράψιμο πυκνή η σκέψη του,όλα τα καλά μαζεμένα,δοσμένα απλόχερα,η γλώσσα,το θέμα,η τεχνική,το ύφος.
Όποια δε έκδοση κι αν προτιμήσετε,Εστία ή Εκδόσεις των Φίλων,κανένα πρόβλημα,μην διστάσετε λεπτό.Σας παρακαλώ , διαβάστε Πρεβελάκη.

Σχόλια

  1. Ανώνυμος3/4/12 12:13

    Καλημέρα σας.
    Ο Παντελής Πρεβελάκης είναι ένας χαρισματικός πεζογράφος,επηρεασμένος από τον μεγάλο μας Νίκο Καζαντζάκη με τον οποίο είχε στενή φιλία και αρκετά κοινά σημεία αναφοράς,την Κρήτη κυρίως, αλλά χωρίς επ΄ουδενί να τον αντιγράφει.
    Τον θεωρώ ιδιαίτερης κατηγορίας συγγραφέα,είναι ο πιο εικαστικός,γράφει συναρπαστικά κι είναι σαν να ζωγραφίζει.Αριστουργηματικός.
    Την ίδια περίπου εντύπωση μου έχει αφήσει ο Κόντογλου χωρίς να με συγκινεί το ίδιο.
    Ωραία η ανάρτησή σας.
    Έφη Λυμπ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος3/4/12 13:47

    Το καλό βιβλίο είναι σαν το παλιό καλό κρασί.
    Η γεύση του δεν χάνεται, δεν σβήνει με τα χρόνια...
    Αντίθετα, σου δίνει χαρές που ίσως δεν ήσουν έτοιμος (αναγνωστικά) να απολαύσεις, την εποχή που το διάβασες.

    Γι΄αυτό συγκλονιζόμαστε ξαναδιαβάζοντας τους κλασικούς, που κάθε φορά μας αποκαλύπτουν μια διαφορετική πλευρά τους.
    Αναρωτιέμαι μήπως θα πρέπει να αφήνουμε να...σιτέψουν λίγο οι νέες εκδόσεις, που οι σειρήνες τους συχνά μας παίρνουν τα μυαλά.

    Διάβασα τα 3 του Πρεβελάκη- πλην του "Ο ήλιος του θανάτου"- στα φοιτητικά μου χρόνια και με είχε συγκινήσει ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής του, παρά την επίδραση του Καζαντζάκη.
    Το μόνο που μου έχει απομείνει είναι το άρωμα του καλού συγγραφέα.
    Μάλλον πρέπει να τον ξαναδιαβάσω (κι αυτόν).

    Όλα τα βιβλία που αγάπησα (και οι συγγραφείς τους) δεν είχαν καμιά σχέση με το υποχρεωτικό, και κυρίως με τις απεχθείς αναλύσεις του σχολείου, αλλά με την προσωπική χαρά της ανάγνωσης, που έχει μου γίνει πλέον δεύτερη φύση...

    Υ.Γ. Μια χαρά τα λέτε...
    Και μου αρέσετε κιόλας...


    κ.κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. κ.κ.
    θα συμφωνήσω και με το κρασί και με το σίτεμα και το αναγνωστικό αλλά καιτο συγγραφικό!
    Και ιδού,εκμεταλλευόμενη τα καλά σας λόγια,σεντονάκι άσχετο και σχετικό:σήμερα μου απόμειναν καμιά 40αριά σελίδες να τελειώσω το "Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη" του Βαλτινού για το οποίο θα συζητήσουμε αύριο στην λέσχη.
    Αντί ενισχυτικών επιχειρημάτων λοιπόν από μέρους μου για την περί σιτέματος πολύ καλή σκέψη σας, αντιγράφω τα παρακάτω από συνέντευξη του ίδιου του συγγραφέα καθώς,ενόψει ανάρτησης,
    σκαλίζω ιντερνετικώς και πέφτω πάνω σε διάφορα για τον Βαλτινό και το έργο του :
    [Μια συνομιλία με το Σάββα Παύλου, περ. ΑΚΤΗ, Έτος Β΄,
    Τεύχος 6, 1991 (απόσπασμα)
    Σ. Π.: Τα δύο πρώτα βιβλία σου τα άφησες για χρόνια δημοσιευ-
    μέvα σε περιοδικά. Η κάθοδος των Εννιά πρωτοδημοσιεύτηκε στις
    Εποχές το 1963 και κυκλοφόρησε σε αυτοτελή έκδοση το 1978 -
    ύστερα από δεκαπέντε χρό νια -το Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη πρωτοδημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο 1964 και κυκλοφόρησε σε αυτοτελή έκδοση το 1972. Έγινε αυτό τυχαία ή συνειδητά κι αν είναι το δεύτερο πώς και γιατί το αποφάσισες αυτό;
    Θ. Β.: Υπάρχει συχνά μια σχέση φετιχιστική ανάμεσα στο συγγρα-
    φέα και στα κείμενά του. Βεβαίως υπάρχουν και πάρα πολλοί άλ-
    λοι λόγοι προσωπικoύ χαρακτήρα, που τους ομολογεί ή δεν τους
    ομολογεί κανείς. Πάντως με τη δημοσίευση ενός κειμένου, έστω
    και σε περιοδικό, έχει κλείσει ο κύκλος της σχέσης του συγγραφέα με το προϊόν του, με αυτό που γράφει - γράφει κάτι, δημοσιεύεται,κοινοποιείται, δηλαδή γίνεται η προβολή προς ένα κοινό που είναι ο φυσικός αποδέκτης αυτού του προϊόντος. Η λειτουργία έχει ολο-κληρωθεί. Από κει και πέρα αν θα βγει σε βιβλίο, αν δε θα βγει ή αν θ’ αργήσει να βγει είναι πράγματα που εξαρτώνται από διαθέσεις,από προβλήματα ιδιαίτερου χαρακτήρα και εν πάση περιπτώσει καμιά φορά δεν ξέρει κανείς ή δεν μπορεί να δώσει μια απάντηση γιατί γίνεται έτσι ή γιατί γίνεται αλλιώς.]


    Χαχα,σήμερα γίνεται το ακριβώς αντίθετο!Ποιό σίτεμα,αμφιβάλω αν τα ξαναδιαβάζουν κι οι ίδιοι!
    Γράφει η κυρία Ταδοπούλου μια ροζ μπουρδίτσα σε χ χρόνο ή ο κύριος Δεινόπουλος μια κουλτουρέ σαχλίτσα σε ψ,κυκλοφορούν τσάκα τσάκα αμφότερα,καραπροωθούνται,παίρνουν και βραβεία παρακαλώ,τόσα έχουμε γιατί να τα τσιγκουνευόμαστε και μετά έρχεται ο χαρτοπολτός.
    Δεν πούλησες;Δεν υπάρχει λόγος να υπάρχεις,να πιάνεις χώρο.
    Ή μήπως έκανες λογοτεχνία και δεν το πήραμε χαμπάρι;
    Ή έκανες λογοτεχνία και σκασίλα μας,τι μ΄αυτό,τα ράφια στα
    καλλυντικάδικα και στα σουπερμάρκετ δεν χωράνε τα καινούργια
    που βγάλαν οι άλλοι,άρα εσύ άμε καλλιά σου.

    Ο χαρτοπολτός είναι η βιβλιονέμεσις των ημερών μας και δεν μιλάω μόνον για τον πραγματικό,υπάρχει και ο χαρτοπολτός της μνήμης,αυτός κι αν είναι τρομαχτικός και παίρνει σβάρνα και καλά γραψίματα αλλά πώς να γίνει αλλιώς με τόσες εκδόσεις;
    Τα έχουμε χάσει!
    Από την άλλη δημοκρατία έχουμε-δηλαδή δεν είμαι επ΄αυτού και τόσο σίγουρη-γιατί να μην είμαστε ή να μην προσπαθούμε να γίνουμε όλοι τραγουδιστές,χορευτές,ζωγράφοι,συγγραφείς;Να εκφραστούμε βρε παιδί μου!

    Μωρ΄ένα εκατέρωθεν σιτεματάκι,νομίζω,μας χρειάζεται επειγόντως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος3/4/12 21:26

    Xαίρομαι για τη ζεστή σας απάντηση...
    Και που διαβάζετε το "Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη".
    Μ' αυτό έκανα τη γνωριμία μου με το Βαλτινό.
    Μου άρεσε δε τόσο πολύ που είχα σαστίσει, μέχρι που ακολούθησαν και τα επόμενα βιβλία του και σιγουρεύτηκα ότι έχει ενδιαφέρον η γραφή του.
    Η αφοπλιστική απάντησή του στη συνέντευξη, που σωστά προσέξατε, έχει να κάνει με το ότι δεν θέλει να αποδείξει τίποτα σε κανέναν. Αυτός είναι, αυτό το έργό του, αυτή η αξία του ή όχι.
    'Ετσι τουλάχιστον το βλέπω εγώ...

    Ας μη μιλήσω για όλους εκείνους που επειδή έχουν μια κάποια άνεση στο λόγο, από την πολλή δημοκρατία της απερισκεψίας, θέλουν σώνει και καλά να εκδώσουν βιβλίο...
    Τελικά, δεν θα μείνει κανένας να διαβάσει, γιατί όλοι γράφουν...

    Έχω βαρεθεί και αηδιάσει με τις ανταλλαγές φιλοφρονήσεων -ακόμα και μεταξύ των μπλόγκερς- για βιβλία ανάξια λόγου.
    Θα μου πείτε και ποια είμαι εγώ που θα κρίνω τους άλλους.
    Απλούστατα, δεν αντέχω να προσβάλλουν την αισθητική μου (και τη νοημοσύνη μου) ισοπεδώνοντας τα πάντα με απίθανες φασιστικές γενικεύσεις.

    Είναι τυχαίο που τα μηδενικά έγιναν νούμερα (πωλήσεων) και αυξάνει και ο τραπεζικός τους λογαριασμός;
    "Μήπως η λογοτεχνία, που με τόσο πάθος διαβαζόταν στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, καταλήγει σήμερα να μην αφορά παρά ελάχιστο κόσμο;" ρωτά η Τιτίκα Δημητρούλια.


    κ.κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ακριβώς.Και διαβάζοντας την τελευταία ανάρτηση στο Βιβλιοκαφέ μπήκα στον πειρασμό να κάνω ένα σχόλιο, που όμως τελικά δεν το έστειλα, επειδή δεν ήθελα να είμαι κακεντρεχής ειδικά με τους Δημητρούλια και Μπασκόζο στον προβληματισμό των οποίων αναφερόταν ο blogger,διότι είναι σοβαροί άνθρωποι,όμως αναρωτήθηκα,μόνο του έγινε όλο αυτό,φύτρωσε ωσάν μανιτάρι σε αγνό λουλουδαγρό;
    Δεν είναι δηλαδή συστημικοί,μάλιστα συστημικοί,
    όλοι εκείνοι που χρόνια τώρα με σχέση εργασίας στα διάφορα μμε-ειδικά στις μέρες μας παράγινε- και στους εκδοτικούς και στα συναφή,δεν είναι ή δεν φέρονται σαν υπαλληλάκια τους λιγότερο ή περισσότερο,δεν έκαναν και κάνουν τόση ζημιά;
    Δάκρυα τώρα πάνω από το πτώμα...Μέσω των ίδιων μμε από τα οποία θανάτωναν την Λογοτεχνία!
    Από την άλλη δεν ξέρω,όπως λέτε κι εσείς ποιά είμαι εγώ να κατακρίνω,όμως έχω απογοητευθεί,
    δεν θέλω να βγάζω ξινίλα τσουβαλιάζοντας ανθρώπους αλλά...
    Έχω φτάσει δε στο εξής:καμιά φορά που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην πρόσκλησή μας να έλθει στο Degas ένας συγγραφέας ή ένας από τους λεγόμενους πνευματικούς ανθρώπους του τόπου (κριτικοί,μεταφραστές,φιλόλογοι και λοιποί που κάνουν επιμέλειες κτλ) κατά βάθος χαίρομαι,λέω άσε καλύτερα.
    Ναι,χαίρομαι κι εγώ κι άλλοι φίλοι-απλοί άνθρωποι,βιβλιόφιλοι είμαστε- επειδή τρέμουμε μήπως αποδειχτεί πώς είναι ο ποιητής κι ο συγγραφέας Φανφάρας!Γιατί;Μα μας έχει τύχει αυτό όχι μια φορά ούτε δυό.
    Όσο για το πώς τα πάνμικρα βιβλιοπωλειάκια, που έχουμε επιλογή βιβλίων κι όχι σουπερμάρκετ,
    "συνεργαζόμαστε" με τους εκδοτικούς οίκους και τί γίνεται στον χώρο τι να πω...Φρίκη.
    Όχι από όλους βεβαίως, αλλά ζούμε και σε συνθήκες κρίσης μάλιστα την αποθέωση του κακώς εννοούμενου εμπορίου,τί βιβλία τί τυριά,γι αυτούς είναι ένα και το αυτό!Εκτός του ότι πλην ελαχίστων δεν...διαβάζουν,το διανοείστε;
    Αμ΄το άλλο;Πολλοί που γράφουν κριτική βιβλίων επίσης δεν... διαβάζουν,έχουν μια μανιέρα, κάνουν ένα γύρο στα μπλογκς και στα δελτία των εκδοτικών,το ξεφυλλίζουν και το παρουσιάζουν.
    Μιλάνε όμως στα κανάλια,κάνουν διαδικτυακό αλισβερίσι, πάνε πρώτοι και καλύτεροι στις μαϊντανοπαρουσιάσεις.
    Τα ΄πα και δεν ξαλάφρωσα,ας επιστρέψω λοιπόν καλύτερα στον Πρεβελάκη μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος4/4/12 15:37

    Καταλαβαίνω τη (δίκαιη) οργή σας, όσο και την απογοήτευσή σας από τα πολλά "τίποτα" που περιφέρουν το "Εγώ" τους και την αυθεντία τους έχοντας άποψη επί παντός επιστητού.
    Σίγουρα γι' αυτήν την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, πολλοί είναι συνυπεύθυνοι.
    Και κυρίως αυτοί είναι που υπεραμύνονται των επιλογών τους που οδήγησαν εδώ.

    Τελικά τη χαρά του να βρίσκεις ένα μικρό διαμαντάκι μέσα στο σωρό δεν μπορεί κανείς να σου την πάρει.
    Γιατί εσύ έκανες το ταξίδι μέχρι να φτάσεις να γίνει για σένα η ανάγνωση αγωγή ψυχής.
    Μοναχική υπόθεση το διάβασμα. Αλλά και το μοίρασμα με τον άλλο θέλει προϋποθέσεις, κακά τα ψέματα...


    κ.κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου