"Το Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη",Θανάσης Βαλτινός






Κάπου εκεί στην 86η σελίδα,δεν άντεξα άλλο.Το έκλεισα και ξαναγύρισα στον Πρεβελάκη μου,να αποδράσω.Με τα πολλά, ενόψει της συνάντησης της λέσχης κι επειδή πρόκειται για τον Θανάση Βαλτινό, συγγραφέα αναμφίβολα ξεχωριστό,κάθισα και το τέλειωσα. Αγκομαχώντας,κοιτάζοντας έξω την Άνοιξη,ξεφυσώντας σαν τρένο που διασχίζει την Δύση σε καουμπόικο φιλμ... 

Τις τύψεις μου για ένα βιβλίο σαν το "Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη" του Βαλτινού, που αν δεν ήταν η λέσχη στην μέση δεν θα το συνέχιζα,δεν μπορώ να σας τις περιγράψω,είναι πολλές.Αλλά και τι να πω,ψέματα;Σαν να μην είχα μπροστά μου ένα εξαιρετικό,σφυροκοπηματικό κείμενο. Σαν ο Βαλτινός να είναι ένας συμβατικός συγγραφέας που μας ήρθε έτσι τυχαία να διαβάσουμε κι έπρεπε να το κάνω.
Μα είναι η διάθεσή μου εμένα περίεργη, πολύ καιρό τώρα και κλώτσησα για τα καλά, ακριβώς λόγω του θέματος, στράβωσα,δεν το άντεξα...Θα καταλάβετε πιστεύω παρακάτω γιατί. Ευτυχώς έχω διαβάσει σε καιρούς ειρήνης τα άλλα του.Διότι είναι συγγραφέας σημαντικός και δοκιμασμένος,μου αρέσει και θεωρώ ότι τιμά στο 100% μια φουρνιά συγγραφέων με ηθικό ανάστημα αδιαπραγμάτευτο, εκπροσωπεί δε μιαν αλλαγή εποχής, παράδοσης σκυτάλης να το πω, πολύ άξιων πεζογράφων.

Το θέμα του Συναξαριού είναι συγκλονιστικό και τραγικά επίκαιρο αν και πρωτοδημοσιευμένο το 1964 σε ένα περιοδικό και ως βιβλίο πρώτη έκδοση, στον Κέδρο, το 1972.Αλλά περιγράφει και τωρινά πράγματα.Τωρινότατα,ας μην υπάρχει η λέξη.Σαν να μην πέρασε μια μέρα,μια ώρα ησυχίας και πραγματικής γαλήνης σ΄αυτόν τον τόπο, γι αυτόν τον λαό,που κάνει,ράνει,παριστάνει τον καμπόσο μα δεν λέει να ξεφορτωθεί τους τυράννους του,τυράννους με άλλη μουτσούνα κάθε φορά. 
Ο ήρωας του Βαλτινού είναι επίδοξος μετανάστης για Αμερική, φτωχός,άνεργος, παιδαρέλι, ένας επαρχιώτης,ο Ανδρέας Κορδοπάτης, που περιγράφει σαν ηθοποιός σε μονόλογο παραληρηματικό την προσπάθειά του να φύγει,να φύγει,να φύγει.
Βρισκόμαστε αρχικά στα 1895 στο χωριό Δάρα Μαντινείας και διαβάζουμε ή αν θέλετε ακούμε τον Κορδοπάτη να αφηγείται πώς έφτασε τελικά,μετά το 1903 και περνώντας τα χίλια μύρια, κακήν κακώς, από ένα κράτος νεοσύστατο,με νέους πολέμους και νέες ήττες στην καμπούρα του, στην Αμερική και τι έκανε κατόπιν εκεί.Σχεδόν λεπτό προς λεπτό.Σε δύσκολες συνθήκες ένα οδοιπορικό ψυχής και σώματος, χωρίς κλαψουρίσματα αλλά ούτε ψωροπερηφάνιες στο ξένο τόπο,χωρίς να μιλάει την ξένη γλώσσα.
Όταν βγήκε από το καράβι στην Νέα Ορλεάνη ανακατεμένος με τις μυρμηγκιές ,τα μιλιούνια των ανθρώπων που γύρευαν την τύχη τους ,όταν αναζήτησε και συνάντησε τα αδέλφια του και χωριανούς του που είχαν προηγηθεί ,όταν δούλεψε,όταν είχε μερικά λεφτά,όταν έμεινε χωρίς δουλειά και λεφτά.
Όταν μπήκε,πώς και γιατί φυλακή,τι έγινε εκεί,πώς αποφυλακίστηκε και ξαναγύρισε πίσω στην Ελλάδα.Ποια Ελλάδα,ποιών πολιτικών,ποιας κατάστασης.Της ίδιας καθώς συνειδητοποίησα στην 86η σελίδα που σας έλεγα.Αυτό ήταν που μου την έδωσε.Της ίδιας,100+ χρόνια μετά,αν είναι δυνατόν!
Η αφήγηση γίνεται χωρίς κεφάλαια,μονοκοπανιά που λένε,δεν έχει αρχή,μέση και τέλος όπως τα ξέρουμε, είναι μια εξομολόγηση αφοπλιστική,χωρίς μίσος και αυτό είναι έντονο στοιχείο σε όλα τα έργα του Βαλτινού νομίζω,με ένταση μέσα στην απλότητά της ,είναι μια αφήγηση ζωής χωρίς ανάσα,δίχως σταματημό,χωρίς πολλά πολλά στολίσματα και γενικώς καλολογικές περικοκλάδες, μαστόρικα δεμένη σε όλη της την έκταση.
Αφηγείται ο Κορδοπάτης,κανένας άλλος, διανθίζοντας την ιστόρηση με της ντοπιολαλιάς του τα χαρακτηριστικά, του Μωριά εκείνα τα "ήμαστουν" και τα "έφτιανε" και μαζί ανακατεύει μόλις πατήσει το πόδι του στις ΗΠΑ και τα αμερικανογκρέκικα "σαλούνι","ηλεκτροκάρα" κι όλο το κείμενο είναι απλωμένο σε 126 μεστές σελίδες,ένα όλον,μια γροθιά στην ψόφια μούρη των σημερινών ελληναράδων β΄ διαλογής που λυσσάνε με τους μετανάστες-ποιό τρικάκι θα έχει σειρά για να εστιάζει αλλού η εκλογική πελατεία άραγε-, και ανέχονται τους ψευτοπατριώτες τηλερατσιστές να ασελγήσουν κι άλλο στα μυαλά τους και επιμελώς και οι σκατοδημοσιογράφοι δεν μιλάνε για τα χαΐρια τόσων παιδιών μας εδώ και τώρα,που σηκώνονται και φεύγουν και λένε Έλληνας και γυρίζουν οι άλλοι οι εξυπνάκηδες,κάτι Ολλανδοί,κάτι Γαλλάκια,κάτι Ισπανόπουλα και τους φτύνουνε και τους λένε κατάμουτρα "εσείς οι Έλληνες οι τεμπέληδες, οι κλέφτες, φταίτε που κι εμείς έχουμε κρίση, χαχα,και οι μισθοί μας και το ένα και το άλλο και ήρθατε τώρα να μας πάρετε και τις δουλειές μας".

Το είπαν στην Νάντια, βρε ντόπια ζώα,στην Φρανκφούρτη.Είναι οικονομολόγος και πήρε των ομματιών της για καμιά δουλειά.Στον Νικόλα, στο Άμστερνταμ. Είναι μουσικός,γύρισε άρον άρον πίσω.Στον Στέργιο, στην Μαδρίτη και στην Ειρήνη, στο Παρίσι.Στον Δημήτρη, στο Μόναχο. Είπε αυτός, που είναι και αψύς, στην μάνα του "αν έμενα, θα σκότωνα στο ξύλο κανα πούστη ρε μάνα". Στην Ιωάννα, στο Γκέτεμποργκ,στας πολιτισμένας και σοσιαλιστικάς Σκανδιναβίας, στην ναυτιλιακή που την έστειλε εκεί,για οικονομία-λέει- προσωπικού.Στον Παναγιώτη, στην Μπρατισλάβα, σε ένα συνέδριο γιατρών.

Ε,και να διαβάζω εγώ τώρα 2012, την ίδια ιστορία του 1900,γραμμένη στα 1964,βγαλμένη στα 1972 και να είναι η ίδια κι απαράλλαχτη.Και να είμαι ψύχραιμη. Και εγκεφαλική.Και να διακρίνω την ανάγνωση από την ζωή.Ε,δεν μπορώ.Ούτε θέλω.

Σχόλια

  1. Ωραία ανάρτηση έχεις κάνει.Συμφωνώ.Άλλη απορία έχω,γιατί λέτε αριστερό συγγραφέα τον Βαλτινό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μα δεν είναι αριστερός,το αντίθετο,πώς σου ήρθε αυτό;
      Εγώ πάντως ξέρω κάτι αριστερούς που ούτε κι αυτοί είναι αριστεροί,χαχα

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου