"Κοπέλα που σε λένε Φίνι",Δημήτρης Μαμαλούκας

Βιβλίο δυστοπικό,φαντασίας,αλληγορικό;Ένα μυθιστόρημα καταγγελίας σε πολλά επίπεδα,αφηγούμενο μια προσωπική, πικρή ιστορία στα πλαίσια μιας ζοφερής τάξης πραγμάτων σ΄ έναν κόσμο που κάποτε υπήρξε και πέτυχε να εκμηδενίσει τον άνθρωπο ως οντότητα ή προφητική ιστορία για έναν κόσμο που θα έρθει-ίσως και να οικοδομείται μια παραλλαγή του ή κάτι χειρότερο-αυτές τις περίεργες ώρες- και θα πράξει για χιλιάδες Φίνι κάτι ανάλογο,πιο δυσβάσταχτο ή φαινομενικά πιο ανεκτό;

Δεν ξέρω.Ελπίζω όλοι όσοι φαντάζονται,φοβούνται ή και ετοιμάζουν τέτοιους κόσμους να μην δουν ποτέ καμιά υλοποίησή τους,τότε θα΄ναι στ΄αλήθεια το τέλος....

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας είναι ένας από τους πιο νέους, ηλικιακά, συγγραφείς που χαίρομαι να λέω καλά λόγια για την δουλειά τους,καθώς μου αρέσει το λιτό ύφος και η συνήθως ευφυής θεματολογία του,θεωρώντας ότι δεν ξοδεύει το ταλέντο του σε κατασκευή ωραίων μεν αναμενόμενων δε ιστοριών,που τις διαβάζουμε, περνάμε καλά και άντε,πάμε στο επόμενο προϊόν.
Ο Μαμαλούκας στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα συνθέτει με δεινότητα και υποστηρίζοντας με έντονη αφηγηματική δύναμη ένα ενδιαφέρον αν και τρομαχτικό σκηνικό,ζοφερό αλλά πιθανό να έχει συμβεί ή να συμβεί κάπου στον πλανήτη,χωρίς να το προσδιορίζει πολύ συγκεκριμένα από άποψη χρονικής και γεωγραφικής διάστασης-το τοποθετεί σε μια αχανή χώρα,από το παρελθόν,τωρινή ή κάποιου μέλλοντος,δεν έχει ίσως και ιδιαίτερη σημασία και τα ονόματα των ηρώων του είναι "ξενικά" -αλλά ό,τι αφηγείται το αφηγείται ισορροπημένα, πειστικά,από ασφαλή απόσταση μια και επιλέγει τριτοπρόσωπη εξιστόρηση, ψύχραιμα αλλά και στοχαστικά και πάντως διόλου κοινότυπα και εν τέλει ανιαρά.
Το βιβλίο φεύγει σε μερικές μόνον ώρες αλλά όχι επειδή είναι ένα εύκολο, τύπου μπεστσελεράκι μυθιστόρημα του ευρέος κοινού-αν και θα μπορούσε,ίσως κιόλας και θα έπρεπε και στην Ελλάδα τέτοια μυθιστορήματα να γίνονται από τους πολλούς μπεστσέλερ,γιατί όχι,αρκετά πια με τα χοντοροζ τούβλα,έλεος-έχει πράγματα να πει,διαθέτει στέρεη,καλογραμμένη έκταση σε λίγες σχετικά σελίδες, προχωρά ομαλά με αρχή,μέση κι ένα τέλος που δεν το προβλέπεις με τίποτα, έχει εύλογη αγωνία, κάπου υποβόσκει μια τεράστια θλίψη,μια μελαγχολία στην οποία σε σπρώχνει το περιγραφόμενο βαρύ και χειμωνιάτικο τοπίο στο οποίο βρίσκεται το κάτεργο όπου συμβαίνουν οι δράσεις των χαρακτήρων,υπάρχει συνοχή,λογική αλληλουχία των γεγονότων,εξέλιξη της αρχικής ιδέας και χρησιμοποιείται από τον συγγραφέα και μια γλώσσα γραφής που είναι τόσο κοφτή όσο χρειάζεται,τόσο δηκτική και περιεκτική νοημάτων χωρίς να καταφεύγει σε εντυπωσιασμούς.

Έτσι μπορώ,συνολικά, να μιλήσω θετικά αλλά και με σιγουριά για τούτο το βιβλίο που σας παρουσιάζω τώρα, 2 χρόνια αφότου εκδόθηκε από τον Λιβάνη και το είχα διαβάσει,διότι συνειδητοποίησα ότι δεν το έχω ξεχάσει, καθόλου,είναι διαχρονικά επίκαιρο με την αλληγορία του πανταχού παρούσα και παρόλο που προτιμήθηκε από τους φίλους εδώ στην λέσχη το βιβλίο του Βαλτινού, για την προηγούμενη ανάγνωση, όσοι διάβασαν και την Φίνι- ακόμα κι αυτοί που δεν τους άρεσε ή μάλλον τους ψυχοπλάκωσε το θέμα-εκφράστηκαν καλά για τον Μαμαλούκα κι όσοι δεν είχαν ξαναδιαβάσει βιβλία του θα το κάνουν τώρα και χαίρομαι όταν συμβάλλω στο να ανακαλύπτει έναν καλό συγγραφέα περισσότερος κόσμος.
Αν αναζητήσετε πληροφορίες στο διαδίκτυο θα πέσετε πάνω στα ακόλουθα:

Χιλιάδες ψυχές ζουν κι εργάζονται κάτω απ’ τις χειρότερες συνθήκες σ’ ένα γιγαντιαίο εργοστάσιο στην άκρη μιας άγνωστης χώρας. Η Φίνι είναι μία απ’ αυτές. Είναι μια κοπέλα που αγωνίζεται κάθε μέρα για να επιβιώσει και ονειρεύεται μια καλύτερη ζωή, μια διαφυγή προς την ελευθερία.Μα η απόδραση είναι σχεδόν αδύνατη απ’ αυτό το μέρος. Το εργοστάσιο είναι κυκλωμένο από τη γκρίζα γη, μια αχανή άνυδρη έκταση που κάθε βράδυ στοιχειώνεται από αλλόκοτα τέρατα - δαίμονες. Ένας μύθος όμως που κυκλοφορεί ανάμεσα στους έγκλειστους εργάτες μιλάει για κάποιο γέρο που χρόνια πριν κατάφερε να τη διασχίσει και να φτάσει στο τελευταίο σύνορο, ένα μεγάλο και ορμητικό ποτάμι, πριν την εκεί χώρα, τη χώρα της ελευθερίας.Όταν η Φίνι γνωρίζει τον Γκον, έναν όμορφο νεαρό νοσοκόμο, δεν μπορεί να φανταστεί ότι αυτή η γνωριμία θα είναι η απαρχή μιας μεγάλης περιπέτειας, ενός αγώνα ζωής και θανάτου και μιας εξαντλητικής πορείας στα βάθη της ανθρώπινης αντοχής και πίστης

και μπλα μπλα αλλά δεν είναι έτσι μόνον, "ωραία" και "κινηματογραφικώς αγωνιστικά", όλα όσα περιγράφονται στις 200 περίπου σελίδες,ούτε κλισέ τύπου η Φίνι μια μικρόσωμη νεαρή γυναίκα με μεγάλη ψυχή που βρίσκει σχεδόν από το πουθενά κουράγιο να βαδίσει προς την ελευθερία,υπάρχει πολύ βάθος στην ιστορία,θα το χαρακτήριζα πχ βιβλίο....κρεμμύδι,που όσο το ξεφλουδίζεις κρύβει κι άλλο χιτώνα κι άλλο κοκ κι αν δεν το "ξεφλουδίσεις΄" όλο στην σκέψη σου,ξανά και ξανά, πιθανόν να το αδικήσεις.
Για να ενισχύσω μάλιστα τα παραπάνω κάνω ένα ακόμα copy paste και σας δίνω μια γευσούλα γραφής και κρίνετε μόνοι σας:

Κάθε μέρα που ξημερώνει στο κάτεργο σκέφτομαι το θάνατο . Και κάθε μέρα παλεύω μαζί του . Με λένε Φίνι και είμαι είκοσι εννιά χρονών . Είναι σκοτάδι βαθύ στο θάλαμο και τίποτα άλλο δεν ξεχωρίζει παρά τρομαγμένα μάτια που λάμπουν στο κενό φλογίζοντας ελπίδα ή παραίτηση . Τυλίγομαι με την κουβέρτα μου και ακούω τις ραφές της να τρίζουν σαν δόντια αρουραίου . Υπάρχει κρύο εδώ μέσα, τόσο κρύο που γονατίζει ψυχές και ξεγελάει συνειδήσεις .Έπαψα από καιρό να μυρίζω οτιδήποτε . Η μυρωδιά της απλυσιάς, αυτή η όξινη μαχαιριά που αναδίδει το ανθρώπινο σώμα μετά από από μήνες αποχής από το νερό, ή η βρόμα των ούρων, της τουαλέτας γενικά, δε φτάνει στα ρουθούνια μου, ή την αισθάνομαι τόσο εξασθενημένη, σαν αναπνοή ετοιμοθάνατου ανθρώπου .Σχεδόν όλοι δίπλα μου κοιμούνται . Ακούγονται καθαρά τα ροχαλητά τους μοιρασμένα στις ψηλές κουκέτες . Δεν μπορώ να καταλάβω αν ξημερώνει . Στο θάλαμο δεν υπάρχουν παράθυρα . Ο θάλαμος όπου μένουμε βρίσκεται κάτω από τη γη . Κι η γη από πάνω μας είναι σκεπασμένη από ένα παχύ στρώμα χιονιού και πάγου .Ξαφνικά όλα μοιάζουν να δέχονται μια έκρηξη . Μια σειρήνα ουρλιάζει εκκωφαντικά, τόσο ώστε νιώθω ότι τα τύμπανα μου θα σπάσουν και θ’αρχίσει να τρέχει αίμα απ’τ’αφτιά μου .Ταυτόχρονα ανάβουν τα εκτυφλωτικά φώτα που είναι στερεωμένα σε μακριές ίσιες σειρές στο ταβάνι . Δημιουργούν μια φωταψία τόσο έντονη, που μας κάνουν να ντρεπόμαστε για την εικόνα που παρουσιάζουμε . Μια σειρά ρακένδυτων ανθρώπων βουτάει στο παγωμένο πάτωμα . Άλλοι πηδάνε από τα ψηλά κρεβάτια, άλλοι άνθρωποι απ’τα χαμηλότερα . Όλοι κινούνται νευρικά . Ντύνονται, συμμαζεύονται, κουκουλώνονται, ετοιμάζονται, τρέχουν . Εγώ προσπαθώ να μη σκέφτομαι . Ο Πίρσον λέει : μη σκέφτεσαι το πρωινό ξύπνημα . Μη σκέφτεσαι τίποτα παρά το όνομα σου . Τον συμμερίζομαι . Με λένε Φίνι .


Σχόλια