"Το Ποτάμι",Κέτιλ Μπγιόρνσταντ/ Ketil Bjørnstad.






Αυτό το 500σέλιδο  μυθιστόρημα του Νορβηγού Ketil Bjørnstad  είναι η συνέχεια του εξαίσιου "Η Λέσχη των Νέων Πιανιστών",που είχαμε διαβάσει το 2009.

Αμφότερα με πολύ καλές μεταφράσεις ,της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη εδώ και της Γιούλικα Σαμαρά, για τις εκδόσεις Πόλις-έτσι νομίζω,δεν ξέρω νορβηγικά-διαβάζονται βεβαίως αυτόνομα και το ένα, θεωρητικά, δεν προϋποθέτει το άλλο, όταν όμως έχεις μπει στην εκπληκτική ατμόσφαιρα και στις συγκλονιστικές εμπειρίες ζωής και θανάτου των συγκεκριμένων εφήβων πιανιστών του πρώτου βιβλίου, στο  Όσλο του 1968, μοιραίο τόπο και ιστορικό χρόνο που δένει η εμπνευσμένη μυθιστορία του κι όταν ο κεντρικός ήρωας-αυτός ο τόσο ταλαντούχος έφηβος πιανίστας,ο  Άξελ Βίντιγκ,ενήλικος πριν την ώρα του,άντρας πριν το καταλάβει καλά καλά,ευλογημένος με το χάρισμα της μουσικής  μα και τόσο καταραμένος θαρρείς, καθώς δεν μπορεί να κρατήσει ούτε για λίγο την ευτυχία από την δύναμη της μουσικής του-όταν λοιπόν δεν έχει ξεχαστεί στην αναγνωστική σου μνήμη,δεν έχει σβηστεί  από άλλους χαρακτήρες άλλων ιστοριών που στο μεταξύ διάβασες,τότε αξίζει να διαθέσεις οπωσδήποτε μερικές ακόμα ώρες ή μέρες αναλόγως του ρυθμού ανάγνωσης που προτιμάς,για να κατανοήσεις, ενδεχομένως συμπάσχοντας, τις νέες αλλά στην πραγματικότητα  συνέχεια από τις προηγούμενες συνταρακτικές ιστορίες και στο "Ποτάμι".
(Ή αν σε πείσω στο δια ταύτα της ανάρτησής μου,τότε να τα διαβάσεις με την σειρά τους,πρώτα την "Λέσχη των Νέων Πιανιστών" και μετά το "Ποτάμι" επειδή ανασαίνει ξανά το πρώτο στο δεύτερο κι αυτό είναι από μόνο του μια υπέροχη αναγνωστική εμπειρία.)

Στο "Ποτάμι", επειδή ήξερα ήδη τον ήρωα και τους υπόλοιπους χαρακτήρες και ήθελα  να δω τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί στην ρημαγμένη αλλά όχι τελειωμένη ζωή του Άξελ, έκανα μια ματσολιά ολκής. Έχοντας φτάσει στα μισά της αφήγησης, επειδή οσμιζόμουν τα παρακάτω ή, έτσι  νόμιζα, υπέθετα τις δραματικές εξελίξεις και η διείσδυση του Κέτιλ-αφηγητή-Άξελ,  σε πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο, γινόταν όλο και πιο επώδυνη, λεπτομερής κι ανελέητη αλλά περιέργως ελάχιστα μελαγχολική,ενώ οι άλλοι ήρωες βυθίζονταν σε τεράστιες ψυχικές μαύρες τρύπες, χωρίς το κείμενο να χάνει διόλου την τεχνική του αρτιότητα και γλωσσική  ομορφιά  και ο ίδιος ο Άξελ ήταν και πάλι ο ανθεκτικός κυματοθραύστης των άλλων και του εαυτού του, πήγα κατευθείαν στο... τέλος και αφού το διάβασα και στεναχωρήθηκα αφάνταστα και καλά να πάθω,άρχισα να διαβάζω με μανία και τα ημιπαρατημένα κομμάτια, από το τέλος όμως προς τα πρώτα  ή μάλλον τα μεσαία μέρη και κάποια στιγμή μάλιστα ανακατεμένα και μη μπορώντας να σταματήσω!
 Ακριβώς όπως συχνά  ακούω κλασσική μουσική, βάζω έναν δίσκο ή ένα cd και καθώς το κομματιάζω και το ακούω άναρχα και ανακατεμένα  μπορώ  να το καταλάβω καλύτερα και να το κατακτήσω.

Χτες Κυριακή ξανάπιασα κανονικά τα υπόλοιπα κεφάλαια και λέξη-λέξη ολοκλήρωσα την ανάγνωση  ενός πολύ δυνατού μυθιστορήματος,με ενδιαφέροντες χαρακτήρες,έντονες καταστάσεις και καλοπλεγμένη πλοκή.
Οι καταστάσεις αυτές μοιάζουν ή θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι οι πράξεις ενός σκληρού, ιψενικού θεατρικού έργου στο οποίο οι ήρωες κατασπαράσσουν ο ένας τον άλλο αγαπώντας τον (!)  και προσπαθώντας να αποσπάσουν όσο περισσότερη γίνεται αγάπη, κινούμενοι σε ένα κύκλο προσώπων που γνωρίζονται μεταξύ τους και οι σχέσεις τους είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σχέσεις εξάρτησης και αγωνιώδους προσπάθειας αναίρεσής της  με στόχο την τελική λύτρωση της οποίας την ποιότητα και τον χρόνο έλευσης υπονομεύει το ερωτικό πάθος, εκφραζόμενο φανερά ή ευρισκόμενο σε λανθάνουσα κατάσταση,μπερδεμένο με φιλία και συμπάθεια ανάκατη με πόθο και οίκτο.
Μου φαίνεται ότι ο Μουνκ,ο ζωγράφος που ο συγγραφέας συχνά μνημονεύει στις σελίδες του δεν μπορούσε παρά να είναι Νορβηγός!Κι ο αγαπημένος μου Γιάν Καρμπάρεκ, Νορβηγός κι αυτός, μοιάζει να έχει στην εκπληκτική μουσική που παίζει,βαθιά πίσω από την κάθε νότα  που φυσάει στο σαξόφωνό του κάτι από όλο αυτό το παγωμένο πρέπει της Νορβηγίας από τον Ίψεν και τον Χάμσουν ως τον Μπγιόρνσταντ, χτες και σήμερα.
Γιατί ποιά είναι η επιτυχέστερη καταγραφή χρόνου και τόπων και ποιά αποτύπωση με λέξεις καλύπτει επαρκώς την αέναη αναζήτηση του εσωτερικού μας εαυτού σε όλα τα μήκη και πλάτη αυτού του πλανήτη, όσες δεκαετίες κι όσα κοινωνικοπολιτικά και άλλα γεγονότα (μας) συμβούν; Καμία, νεώτερη ή πιο σωστά διατυπωμένη.Η ζωή η ίδια είναι μια επάναληψη του κάθε αρχέτυπου.
Οι άνθρωποι συνεχίζουν να τιμωρούν και να τιμωρούνται,να αυτοτιμωρούνται. Να γεννιούνται,να ζουν,να πεθαίνουν,έρμαια της Φύσης και της φύσης τους,θύτες και θύματα.
Στην παγωμένη Νορβηγία των ατελείωτων χειμώνων απλώς οι άνθρωποι βιώνουν τα πάθη και τα λάθη τους σιωπηλά,κλειστά,νομίζω εντελώς αλλιώτικα,από εμάς τους κατοίκους του Νότου,που εξορκίζουμε και εξαγνίζουμε τις αμαρτίες και τα βάσανά μας στο φως και στον ήλιο. Βρίζουμε,καταριόμαστε,ξεσπάμε ουρλιάζουμε, μισούμε ή αγαπάμε, πασχίζουμε να κρύψουμε ή να φανερώσουμε τις πομπές μας κάτω από ένα ήλιον που σχεδόν 12 μήνες τον χρόνο,ακόμα και τον χειμώνα,ακόμα και μέσα από τα τσιμέντα με τα οποία τον κρύψαμε στις πόλεις μας, εκείνος  μας γνέφει τόσο παρηγορητικά και γενναιόδωρα.
Ο Άξελ κι οι συνοδοιπόροι του στα μέσα Νοέμβρη ας πούμε αντιμετωπίζουν τις συμφορές και προσπαθούν να διαχειριστούν την όποια ελπίδα ζώντας σε μια πόλη ήδη γκρίζα, χιονοσκέπαστη και σκοτεινή σαν τις ζωές τους .Έτσι είναι  το δάσος με τις σκλήθρες που του αρέσει τόσο πολύ να πηγαίνει,το ποτάμι που του πήρε την μάνα του, όμως αυτός αγαπώντας την αμετάκλητα τόσο συχνά πάει στον τόπο που εκείνη έφυγε μπροστά στα μάτια του,έτσι είναι η πόλη ολόκληρη που στους δρόμους της ζυμώνεται η ζωή του και η ζωή των φίλων και των οικείων του καθώς ανακαλύπτει κι εκείνος- πέρα από την κλασσική μουσική και την μοναχική και ακραία για τα δεκαοχτώ του χρόνια καθημερινότητα-  δειλά είναι η αλήθεια τους Beatles, την Τζόνι Μίτσελ,την πολιτική,την διεκδίκηση της γυναικείας χειραφέτησης,το ροκ,την Αμερική του Βιετνάμ και του Γούντστοκ κι όλα αυτά που σφιχταγκαλιάστηκαν με τον Μάη του '68 της Ευρώπης και κατέληξαν στο τίποτα,λέω εγώ, των ημερών μας.

Ο Μπγιόρνσταντ με πάνω από τριάντα βιβλία στο ενεργητικό του είναι παράλληλα ένας διάσημος μουσικός  ο ίδιος,(λέει η χρήσιμη χαζο wikipedia:He showed great talent at a young age, and won the title of "Youth Piano Master" in 1966 and 1968. When he was 16, he made his debut as a concert pianist) και το αποτυπώνει αυτοβιογραφικά έχω την εντύπωση και ως ένα βαθμό αλήθειας ότι έγιναν όντως κάποια από αυτά που αφηγείται και στην "Λέσχη" αλλά και στο "Ποτάμι" με μοναδικό τρόπο.Από τις σελίδες του περνούν και σου μιλάνε κατευθείαν στην ψυχή όλοι όσοι εκείνος αλλά κι ο Άξελ του, κι εμείς, αγαπάμε: ο Μπραμς,ο Σούμπερτ,ο Μπετόβεν, δυστυχείς μεγαλοφυίες,που σημαδεύτηκε η ζωή τους από τα πάθη και τους ανολοκλήρωτους έρωτες αλλά άφησαν ως παρακαταθήκη... ευτυχίας για  όλη την ανθρωπότητα την θεία μουσική τους, αυτήν που η δυστυχία τούς την ενέπνευσε!Όλοι αυτοί οι πολύ μεγάλοι δεν υπήρξαν άραγε ποτέ ευτυχισμένοι,τους καταδίωκαν μονίμως φαντάσματα και σκιές και έγραψαν ή συνέθεσαν ή έπαιξαν ή σκηνοθέτησαν κάτω από πίεση, αρρώστια,τρέλα και δυστυχία;Τέχνη και δυστυχία είναι αλληλένδετες;Νομίζω ή φοβάμαι πως ναι.

Όμως Χριστέ μου, πώς να μην είσαι καταθλιπτικός σε μια πόλη που στις τρεις το μεσημέρι πέφτει η νύχτα κι εσύ πρέπει να προσπαθείς να χωνέψεις ότι  έχεις χάσει την κοπέλα σου,την μάνα σου,τον εαυτό σου,τους ανθρώπους σου...Και να πρέπει να συνεχίσεις να ζεις! Να είσαι μόλις δεκαοκτώ και να πρέπει να ζεις με φαντάσματα-τα δικά σου και των άλλων που εισβάλλουν ή καλείς στην ζωή σου-με ζωντανούς νεκρούς, με αναμνήσεις και εφιάλτες, δικούς σου και δικούς τους;

ΥΓ 1.
Σας εκλιπαρώ, την περίληψη ,που θα σας βάλει η περιέργεια (και από την ανάρτησή μου ελπίζω) να ψάξετε στο διαδίκτυο,αγνοήστε την,ορίστε, ξεμπερδέψτε εδώ αμέσως με αυτήν, δεν αποτυπώνει ούτε στο ελάχιστο την αξία και την δύναμη του  βιβλίου: 
Στα δεκαοκτώ του, ο ταλαντούχος πιανίστας Άξελ Βίντινγκ έχει ήδη γνωρίσει δύο φορές τη σκληρή δοκιμασία της απώλειας, έχοντας χάσει με τρόπο τραγικό πρώτα τη μητέρα του κι έπειτα την αγαπημένη του Άνια. Τώρα, τον περιμένει μια τρομακτικά δύσκολη αποστολή, που θα καθορίσει το μέλλον του: σε εννέα μήνες, θα πρέπει προετοιμαστεί για την πρώτη του επίσημη συναυλία, το ντεμπούτο του ως σολίστ του πιάνου. Και ενώ αναμετράται με το ίδιο του το ταλέντο, πασχίζοντας να δαμάσει αριστουργήματα της μουσικής, η μοίρα τού επιφυλάσσει έναν νέο συγκλονιστικό έρωτα με μια γυναίκα πολύ μεγαλύτερή του, μια σχέση που θα τον αναγκάσει να περιπλανηθεί στα πιο σκοτεινά μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχής. 

ΥΓ2.Αυτή η μια πολύ μεγαλύτερή του γυναίκα  δεν είναι μια οποιαδήποτε απελευθερωμένη μανιοκαταθλιπτική χίπισσα,που πέρασε από το Γούντστοκ ούτε είναι οι υπόλοιπες αηδίες που διάβασα ως κριτική σε εφημερίδα και έφριξα!Δεν θα σας πω φυσικά ποιά είναι, αλλά πραγματικά ώρες και φορές γίνομαι έξαλλη για το απολύτως απαράδεκτο επίπεδο της βιβλιοκριτικής,όταν μικροεμποράκοι λογοτεχνίας,άξεστοι "επαγγελματίες" κριτικοί, συντάσσουν  τις πιο ηλίθιες περιλήψεις και  φτηνιάρικες κριτικές που μπορεί να φανταστεί κάποιος και αποκαλύπτουν αναιδώς και με τόση αγαρμποσύνη όλα (!) τα σημεία κλειδιά υπέροχων βιβλίων όντας στην πραγματικότητα  τόσο κρυφορόζδουλοι που στέκονται μόνο σ' αυτά, τα τονίζουν δε κιόλας λες κι ο ίδιος ο συγγραφέας δεν είναι επαρκής να εστιάσει,αυτούς περίμενε... 








Σχόλια

  1. Ανώνυμος6/6/12 10:58

    Η συγκεκριμένη κριτική στην οποία επιτίθεσαι στο δεύτερό σου υστερόγραφο έγινε στο Βήμα και με "έδιωξε" από το βιβλίο. Εσύ μου φωτίζεις ξανά ένα συγγραφέα που η παράλληλη ιδιότητά του τού μουσικού με είχε προσελκύσει.Είμαι μουσικός.
    Θα αγοράσω και τα δύο βιβλία και θα επανέλθω. Θανάσης Ν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου