"Το Κουτσό",Χούλιο Κορτάσαρ


Σπέρνεις συλλαβές για να συνάξεις άστρα




Μπορεί να ερωτευτεί κάποιος ένα βιβλίο;
Αν ναι,τότε και ομολογώ και υπογράφω την ομολογία με  χαρά:ναι,ερωτοχτυπήθηκα βαριά κι αγιάτρευτα  με το εξαιρετικό "Κουτσό" του Χούλιο Κορτάσαρ. Αν και είχα διαβάσει πολύ παλιά Κορτάσαρ το "Κουτσό" δεν το είχα επιχειρήσει,δεν ήξερα τι έχανα.
Και γι αυτό τον λόγο θα γράψω -για το βιβλίο των 680 περίπου σελίδων από τον Εξάντα, σε μια μετάφραση που δεν με ικανοποίησε - ό,τι μου κατεβαίνει,από καρδιάς,έτσι όπως δεν φιλτράρεται εξωραϊστικά η πρώτη εκείνη,η αφτιασίδωτη εκτίμηση ενός αναγνώστη που δεν θεωρεί ότι κάνει κριτική βιβλίων -τι γελοιότητα κι αυτή που μας προέκυψε προσφάτως και άρχισε να ταλανίζει την εγχώρια βιβλιομπλογκόσφαιρα,καλά και σεμνά δεν τα λέγαμε ως τώρα;- συνεπικουρούμενο από το συναίσθημα και που αφήνοντας την λογική και τα τεχνικά και καλολογικά και φιλολογικά και τα λοιπά στους μη ερωτευμένους,σοβαρούς και σοβαροφανείς,ερασιτέχνες κι επαγγελματίες κριτικούς, καλά,αυτούς τους δεύτερους δεν τους πήρα και ποτέ στα σοβαρά.
Το βιβλίο αυτό είναι  σ π ο υ δ α ί ο  κι ανήκει σε όλους μας πραγματικά,είναι ένα παγκόσμιο κείμενο μεγάλης αξίας,και ακόμα και αν επιχειρήσει κάποιος να μειώσει την βαρύτητα των γραφομένων του Κορτάσαρ,το ίδιο το βιβλίο είναι που του το επιτρέπει, του δίνει την δυνατότητα,την ελευθερία,την άνεση να το κάνει.
Αν υπάρχει τέτοιος αναγνώστης δηλαδή.

Κατά τ' άλλα κεραυνοβόλος ήταν ο έρωτας.Όρμηξε στην αναγνωστική ζωή μου από την  πρώτη σελίδα,όταν το απόγευμα της Δευτέρας 30 Ιουλίου,που το έπιασα στα χέρια μου, αποφασισμένη πια να το διαβάσω με κάθε προτεινόμενο ή αυτοσχέδιο τρόπο,δεν ξεκολλήσαμε,αυτό κι εγώ.


Το σκέφτομαι συνέχεια,είμαι ο Κορτάσαρ-Οράσιο,ζω κάπου μέσα στο βιβλίο, είμαι ένα από τα πρόσωπα,είμαι η Μάγα,είμαι ο Γκρεγκορόβιους και οι τρεις του μανάδες,είμαι ...είμαι στο Παρίσι και μπαίνω βιαστική και μούσκεμα από την βροχή σ΄ ένα καφενείο,σε μια αίθουσα συναυλιών με 10 ακροατές,ύστερα κρατάω από το  μπράτσο τον Οράσιο και περπατάμε μαζί,αυτός,η ανεκδιήγητη καλλιτέχνιδα Μπερτ Τρεπά κι εγώ, αόρατη εγώ να γελάω μέσα στην βροχή, κοιτώντας εκ του ασφαλούς το γελοίο θέαμά μας έξω από το υλικά μας σώματα ή είμαι ο Τράβελερ και δουλεύω στο τσίρκο ή στο τρελάδικο και περπατάω στο Μπουένος Άϊρες,είμαι η Ταλίτα και αιωρούμαι σε μια σανίδα βαλμένη ανάμεσα σε δυο παράθυρα,πάνω από το κενό του δρόμου μέσα  στην ανυπόφορη, υγρή ζέστη,είμαι η Γκρεκέπτεν,ο Ρομένιο,ο 26,ο 7, είμαι....σίγουρα είμαι (και)ο δύτης των νιπτήρων-ένας από τους άπειρους-είμαι ο χαρτοπόντικας,είμαι ένας σφαιροτριβέας στο πάτωμα,μια γουλιά ματέ οπουδήποτε...

Σκέφτομαι ολοένα τον θάνατο του Ροκαμαδούρ,γιατί να συμβεί ειδικά αυτός ο θάνατος, λες βέβαια και μπορείς να επιλέξεις ποιος είναι προτιμότερο να συμβεί...Παραληρώ τα δικά μου,το κείμενο έχει φύγει από τον Κορτάσαρ,έχειταξιδέψει,το έχω συναντήσει,μπορώ να το αγαπήσω ή να το μισήσω.Η Μάγα σαν ηρωίδα είναι αυτή που φταίει λιγότερο,έτσι μου φαίνεται,δεν μπορούσε να είναι καλύτερη ή χειρότερη σε τίποτα,πώς την άφησαν λοιπόν οι άλλοι,οι φιλόσοφοι,οι διανοητές (της δεκάρας),οι τρελοί-θυμώνω τώρα δα μαζί τους-να κρατήσει το άρρωστο παιδί στο διαμέρισμα,μα καλά,ο Οράσιο τόσο δεν θέλησε να κάνει κάτι,η συμπόνια του ήταν για την Τρεπά όλη κι όλη,του μαλάκα ψευτοκουλτουριάρη,του έτσι,του αλλιώς, συμμετέχω στην μυθιστορία,βρίζω,κάνω χαρακτηρισμούς ή μήπως ο Ροκαμαδούρ δεν είναι ένα μωρό,δεν είναι ο Ροκαμαδούρ που νομίζουμε,κι αυτός ο Ροκαμαδούρ,ένα παιδί , που εμείς δεν ξέρουμε,έπρεπε  να πεθάνει,για να κυλήσει απότομα στην άλλη πλευρά η ιστορία και να ζήσει από ΄κει και μετά με έναν άλλο τρόπο στις επεκτάσεις της δικής τους ζωής όταν οι δρόμοι τους,ολονών υποτίθεται, χωρίζουν.




Όπου κι αν είμαι,ό,τι κι αν μέσω του βιβλίου γίνομαι, μέρες τώρα κουβαλάω μαζί μου το "Κουτσό" σαν ξόρκι λογοτεχνικό ή χάρτινο καλειδοσκόπιο για να ξεκλέψω στιγμούλες χρόνου,να ξαναδιαβάσω πότε μια δική μου σημείωση γραμμένη πάνω σε κίτρινα  και κόκκινα ασήμαντα χαρτάκια σε σχήμα φύλλου,πότε μια σημαντική φράση του Οράσιο ή του γλυκού Γκρεγκορόβιους ή της Μάγα ή του Τράβελερ,με την λαχτάρα να με ξανα-οδηγήσει, καθένα από αυτά, σε ένα όνομα ή σε  μια κατάσταση στον χρόνο, παίζοντας νοητικά τετράγωνο-τετράγωνο πάνω σε ένα ίδιο κουτσό ζωής  και θανάτου μέσα από ένα περιστατικό ή μια ριπή χρόνου στη ζωή,σε ο,τιδήπο τε παιδικό πριν κι ενήλικο ήρθε μετά και άξιζε ή σπαταλήσαμε τις στιγμές μας σ΄αυτό, μα δεν πειράζει πια, σε ό,τι μου άρεσε ή μισούσα και ήμουν ή δεν ήμουν μέσα σ΄αυτό ή αυτό...






Αναρωτιέμαι πώς μπορώ να κρατήσω-τώρα που το πρώτο αυτό διάβασμα επίσημα πάει,τέλειωσε-το βιβλίο ζωντανό στην μνήμη μου.Να διαλέξω τα alter ego του αποσπάσματα και είναι αλήθεια πολλά,να τα αντιγράψω στο pc μου ή πιο καλά να φτιάξω ένα τετράδιο,όπως ίσως ταιριάζει καλύτερα στον χάρτινο και μεταφυσικό κόσμο,που συνθέτει ο Κορτάσαρ,να τα αποτυπώσω με μελάνι πάνω στο χαρτί,ώστε να το έχω ως ένα από τα πράγματα της τσάντας μου, που τα κουβαλάω,χωρίς συγκεκριμένο λόγο μονίμως μαζί μου ή να κρατάω το ίδιο το  βιβλίο,μικρό είναι, μα έχει πολύ άσπρο εξώφυλλο, σκέφτομαι και δεν θέλω,θα γίνει χάλια εκεί μέσα ή μήπως, καλύτερα,τι καλή ιδέα, να το μάθω  όλο απ΄ έξω;
Δύσκολο πράγμα αυτό το τελευταίο μα που η γραφή, η μοναδικά όμορφη και ανελέητη ,η μοναδικά αληθινή του Χούλιο Κορτάσαρ, εμπνέει και στο κάτω κάτω,γιατί όχι;
Αξίζει τον κόπο κι ας είναι δύσκολοι οι καιροί μας.


Το "Κουτσό" είναι η καθαρή απόδειξη πώς δεν πεθαίνουν ποτέ οι θεσπέσιες λογοτεχνίες,δεν έχουν τελειωμό- ευτυχώς-και ημερομηνίες λήξης και όρια  και σύνορα,δεν μπαίνουν σε καλούπια,γίνεται ο αναγνώστης ένα μ΄αυτές,ένας από τους χάρτινους ήρωες,ίσως λίγο πιο μοναχικός αλλά κατά μια έννοια και πιο ξεχωριστός, ξεχωρισμένος κι ανώτερος απ΄όλη αυτή την κινούμενη ανθρωπόμαζα, που στροβιλίζεται και βουρλίζεται στον δικό της χωροχρόνο, ενώ εκείνον τον έχει κυριέψει κάτι άλλο.

Δεν θεωρώ φυσικά κατατοπιστική την σημερινή ανάρτηση,θέλω απλώς να μοιραστώ με τους διαδικτυακούς συνοδοιπόρους και ειδικά τους λάτρεις του Κορτάσαρ,ένα πολύ προσωπικό κατεβατό εντυπώσεων,χύμα,"μεθυσμένο",με σκόρπιες σκέψεις κολλημένες σε ένα ασήμαντο αλλά από καρδιάς γραμμένο κειμενάκι κι έτσι πρέπει να είναι δηλαδή, αισθάνομαι, η προσέγγιση η δική μου αλλά και των άλλων.
Επιτρέψτε μου να έχω άποψη,ο Κορτάσαρ δεν μπαίνει σε προκρούστεια κρεβάτια λογοτεχνικής ανατομίας,αυτό είναι ό,τι πιο βέβηλο θα μπορούσαν οι διάφοροι εξπέρ,που λένε ότι έχουν διαβάσει πολλά βιβλία και φυσικά και το Κουτσό να κάνουν.
Το" Κουτσό  ό,τι και να σου πούν ,ό,τι και να πληροφορηθείς γι  αυτό,δεν το φτάνεις. Μόνο αν το διαβάσεις ξανά και ξανά με την διάθεση που του πρέπει- διότι αλλιώς έχεις χάσει από χέρι-θα το κατακτήσεις και δεν υπάρχει άλλη απόληξη,αν στ΄αλήθεια νιώθεις ένα τόσο δα στοιχείο από την μαγεία της λογοτεχνίας ,θα το λατρέψεις!






A todo el mundo le pasa igual, la estatua de Jano es un despilfarro inútil, en realidad después de los cuarenta años la verdadera cara la tenemos en la nuca, mirando desesperadamente para atrás.Αυτό το πράγμα συμβαίνει σ΄όλον τον κόσμο.Το άγαλμα του Ιανού είναι μια ανώφελη σπατάλη,στην πραγματικότητα μετά τα σαράντα το αληθινό μας πρόσωπο βρίσκεται στον αυχένα μας και κοιτάζει απελπισμένα προς τα πίσω.Es lo que se llama propiamente un lugar común. Είναι ακριβώς αυτό που πολύ εύστοχα λένε κοινός τόπος.Nada que hacerle, hay que decirlo así, con las palabras que tuercen de aburrimiento los labios de los adolescentes unirrostros. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα,πρέπει να το εκφράσεις έτσι,με τις λέξεις που κάνουν τους μονοπρόσωπους έφηβους να στραβώνουν το στόμα τους από βαριεστημάρα.— Tu sèmes des syllabes pour réeolter des étoiles —me toma el pelo Crevel. Σπέρνεις συλλαβές για να συνάξεις άστρα-με κοροϊδεύει ο ΚρεβέλComo es natural. Κι αυτό είναι φυσικό.La joroba está en que la naturalidad y la realidad se vuelven no se sabe por qué enemigas, hay una hora en que lo natural suena espantosamente a falso, en que la realidad de los veinte años se codea con la realidad de los cuarenta y en cada codo hay una gillete tajeándonos el saco.Εκείνο που με σκοτίζει είναι πώς η φυσικότητα και η πραγματικότητα,χωρίς να ξέρει κανείς γιατί,γίνονται αντίπαλες,υπάρχει μια στιγμή που το φυσικό ακούγεται φοβερά ψεύτικο,μια στιγμή που η πραγματικότητα των είκοσι χρόνων σκουντιέται με τους αγκώνες με την πραγματικότητα των σαράντα και σε κάθε αγκώνα υπάρχει ένα ξυράφι που σκίζει τα σακάκια.. Descubro nuevos mundos simultáneos y ajenos, cada vez sospecho más que estar de acuerdo es la peor de las ilusiones. ¿Por qué esta sed de ubicuidad, por qué esta lucha contra el tiempo? Ανακαλύπτω καινούργιους κόσμους ταυτόχρονους και ξένους και όλο και πιο πολύ υποπτεύομαι πως το να συμφωνείς με κάτι είναι η χειρότερη αυταπάτη.Γιατί αυτή η δίψα για πανταχού παρουσία,γιατί αυτός ο αγώνας ενάντια στο χρόνο;Inútil.Μάταιο. Condenado a ser absuelto.Καταδικασμένος στην συγγνώμη.Vuélvase a casa y lea a Spinoza.Γύρνα στο σπίτι και διάβασε Σπινόζα. La Maga no sabe quién es Spinoza. Η Μάγα δεν ξέρει ποιός είναι ο Σπιινόζα. La Maga lee interminables novelas de rusos y alemanes y Pérez Galdós y las olvida en seguida.Η Μάγα διαβάζει βαρετά ρώσικα και γερμανικά μυθιστορήματα και τον Πέρεθ Γκαλδός και τα ξεχνάει αμέσως. Nunca sospechará que me condena a leer a Spinoza. Ποτέ δεν θα υποπτευθεί πώς με καταδίκασε να διαβάσω τον Σπινόζα .Juez inaudito, juez por sus manos, por su carrera en plena calle, juez por sólo mirarme y dejarme desnudo, juez por tonta e infeliz y desconcertada y roma y menos que nada.Ανήκουστος κριτής,κριτής εξαιτίας των χεριών της,εξαιτίας του τρόπου που τρέχει στον δρόμο,κριτής επειδή με κοιτάει και με απογυμνώνει,κριτής επειδή είναι ανόητη και δυστυχισμένη και ανήσυχη και αργονόητη και πιο ασήμαντη από το τίποτα.Y con tanta ciencia una inútil ansia de tener lástima de algo, de que llueva aquí dentro, de que por fin empiece a llover, a oler a tierra, a cosas vivas, sí, por fin a cosas vivas.Και μ΄όλη αυτή την γνώση, μια ανώφελη λαχτάρα να συμπονέσω κάτι,να βρέξει εδώ μέσα, ν΄αρχίσει επιτέλους να βρέχει και να μυρίσει γη,ζωντανά πράγματα ,ναι,επιτέλους να μυρίσει ζωντανά πράγματα.Al final, siempre, el plexo. «Esas son las comunicaciones verdaderas, los avisos debajo de la piel. Y para eso no hay diccionario, che.»¿Quién había apagado la lámpara Rembrandt? No se acordaba.Τελικά όλα κατέληγαν στο ηλιακό πλέγμα."Αυτές είναι οι αληθινές επικοινωνίες,οι προειδοποιήσεις κάτω από το δέρμα.Και γι΄αυτές δεν υπάρχουν λέξεις καταχωρημένες στα λεξικά".Ποιός είχε σβήσει την λάμπα Ρέμπραντ;Δε θυμόταν.


Κάπως έτσι,διαβάζοντας μια γραφή σαν την παραπάνω κι ακόμα πιο μεστή και κυρίως ελεύθερη και μοναδικά εμπνευσμένη σε πολλά μέρη του κειμένου,καταγοητεύτηκα.
Και ξέρω πλέον ότι ο Κορτάσαρ του "Κουτσού" δεν είναι ο Κορτάσαρ που συνάντησα στις ωραίες σελίδες του "Οκτάεδρου",του "Δεσποινίς Κόρα" πριν πάρα πολλά  χρόνια,δεν είναι ο απλά πολύ καλός Αργεντινός συγγραφέας ,που είχα αγαπήσει στα φοιτητικά μου .
Είναι μεν ο Αργεντίνος,αυτός που ζούσε στην Γαλλία και έγραφε στα ισπανικά κι απευθυνόταν στο ευρωπαϊκό κοινό με την άνεση του παγκόσμιας εμβέλειας ταλέντου του,αλλά στο "Κουτσό" είναι πολλά περισσότερα πράγματα,πρωτοπόρα, τολμηρά και πρωτόγνωρα,καλύτερα και πολυπληθέστερα, πιο στοχαστικά και πιο απαιτητικά και όταν ένας συγγραφέας φεύγει μπροστά από την εποχή του και δεν  "λυπάται" τον αναγνώστη, δηλαδή δεν του δίνει έτοιμη την τροφή,μασημένη,τότε κι ο ίδιος ελευθερώνεται μα και ο δέκτης της απελευθέρωσής του αυτής.Τι πιο συγκλονιστικό!
Και ακριβώς αυτό  έκανε ο Κορτάσαρ,έγραψε απογειώνοντας τον τρόπο γραφής του κι απογειώνει τον αναγνώστη κι εκείνον βεβαίως,που δεν θα διστάσει να μπει για τα καλά στο κείμενό του.

Ο  Κορτάσαρ- πλήρης υποθέτω ποικίλων εμπειριών και γεμάτος σοφία λίγο πριν τα πενήντα του,παρατηρώντας κι αναλύοντας με την ευκολία πια αλλά και τον δημιουργικό πόνο, που λογικά έχει αποκομίσει  στην ζωή του ένας συγγραφέας, που βλέπει τον κόσμο να αλλάζει  για ακόμα μια φορά ( δεκαετία του ΄60) οπότε και το έγραψε-συγκεντρώνει σε μια περσόνα πολύπλευρη και πανίσχυρη, πολλές προσωπικότητες.
Αρχικά την δική του ως δημιουργού-που την νιώθεις πως σε παρακολουθεί και μιλάτε όλη την ώρα καθώς διαβάζεις-αλλά και όλων των χαρακτήρων του βιβλίου του από τα πιο πιθανά κι απίθανα, αληθινά και φανταστικά μέρη,από πουθενά και παντού και τελικά φτιάχνει ένα παγκόσμιο,πολύ σάρκινο,πολύ τρωτό και γι αυτό υπέροχο ,ένα πλάσμα που ο καθρέφτης του στον χρόνο και τον χώρο στο ατελείωτο Σύμπαν μπορεί να είμαστε όλοι μαζί οι υπόλοιποι.

Το δεύτερο μέρος του  Κουτσού δεν μοιάζει ιδιαίτερα με το πρώτο,σε πηγαίνει σε άλλα φιλοσοφικά και νοητικά μονοπάτια και οι προβληματισμοί και οι διαπιστώσεις του Κορτάσαρ διά στόματος Ολιβέϊρα αλλά και Τράβελερ είναι καταιγιστικοί και απόλυτα ακριβείς.Το κείμενο δεν έχει κανένα χιούμορ- και απορώ που στο οπισθόφυλλο έγραψαν ότι είναι ένα κείμενο με χιούμορ-διαφωνώ,είναι ένα καταπληκτικής τεχνικής κι ομορφιάς μα πικρό,λυπημένο,πέρα για πέρα ειλικρινές και σπαρακτικό  κείμενο,που ο αναγνώστης θα κάνει ολοένα και πιο δικό του όσες περισσότερες φορές και με όποιους τρόπους το διαβάσει:με την σειρά,με τα κεφάλαια που προτείνει ο Κορτάσαρ ως επόμενα ,με το ανακάτεμα που του υπαγορεύει η δική του-του αναγνώστη- στιγμή κι ιδιοσυγκρασία, όπως το νιώθει κανείς,όπως βγαίνει η ανάγκη από τα δικά του εντός.

Θα βάλω ως πρόχειρο τέλος των σκέψεών μου την αποτίμηση που έκανε γενναιόδωρα, πετυχημένα  ο Κάρλος Φουέντες για το "Κουτσό": 

"Δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα, αλλά το κουτί της Πανδώρας".

Ναι ,είναι,ανοίξτε το λοιπόν φίλοι,ανοίξτε το,αξίζει όσο λίγα διαβάσματα στην ζωή μας.



ΥΓ 1.Έκανα ασυνήθιστα πράγματα με το βιβλίο ανά χείρας,ένα δεν θα το ξεχάσω εύκολα επειδή το διασκέδασα.Το κουβάλησα μέχρι και μέσα στην...τράπεζα-και διόλου βλέπετε δεν συνηθίζεται,οι Έλληνες κοιτάνε στο μετρό και στον ηλεκτρικό σαν ούφο όποιον διαβάζει,φανταστείτε σε μια... τράπεζα- πέρασε λοιπόν το νούμερό μου,δεν το πήρα είδηση,έτρεχα μετά και φυσικά με καταδιασκέδασε το λαϊκομπλαζέ υφάκι της κυρίας με τα γυαλιά ηλίου περασμένα στέκα στο ανταυγέ μαλλί,με τους κρίκους τους τεράστιους στ' αυτιά,τους ψηλοτάκουνους -όρεξη που την είχε η θείτσα πρωινιάτικα -κοθόρνους, με το βαμμένο ποδαρόνυχο σε πρώτη θέαση και το τζην το σκισμένο αλα Βίσση, που πρέπει να της φαινόμουν πολύ ηλίθια -και πόσο το φχαριστιόμουν-πολύ εκτός τόπου και χρόνου-τι απόλαυση πραγματική μου προκάλεσε η επιτιμητική της ματιά- με ένα βιβλίο στα χέρια και όταν μου έδωσε ένας 7 ,ε,διαβάστε το να δείτε τι θα πει 7,την σειρά του,εγώ, αλλού γι αλλού, έψαχνα κάπου εκεί να εντοπίσω και την Μάγα και τους υπόλοιπους της κορτασαρικής παρέας και χαιρόμουν τόσο, μα τόσο που δεν- είμαι- κάτι -σαν αυτή- την- γυναίκα που με κοιτούσε σαν να ήμουν η παρείσακτη στον εύθραυστο ευρωκόσμο της και της την έσπασε τόσο πολύ η άγνωστή της πρωινή μου αφασία,θα της φάνηκε τραγικό :ένας άνθρωπος με ένα βιβλίο μέσα σε μια τράπεζα που είχε πέσει το σύστημά της και οι αγχωμένοι πελάτες φυσούσαν και ξεφυσούσαν και σκότωναν την ώρα παίζοντας με τα κινητά τους ...Τι πλάκα και τι γελοιότητα,σαν να'παιρνα όμως ενός είδους εκδίκηση για την αδιαβασιά που χαρακτηρίζει τους Έλληνες,σαν να ανέπνεεα ηδονικά καθαρό αέρα μες την κλεισούρα του υποκαταστήματος από την τσαντίλα που της προκάλεσε η αργοπορία εξαιτίας ενός ...βιβλίου! Ενός εξαίσιου βιβλίου που δεν θα το διαβάσει,δυστυχώς,φοβάμαι, ποτέ στην δανεική από το ΔΝΤ ζωή της, η καημένη η ηλίθια....Μετά την ξαναπέτυχα στην κεντρική λεωφόρο της γειτονιάς μου, που προσπαθούσε να παρκάρει την τζιπάρα της μπροστά σ΄ένα ρουχομάγαζο και σκέφτηκα πάλι το Κουτσό και αναρωτήθηκα πώς και τι θα έγραφε ο Κορτάσαρ αν ζούσε στο τωρινό,το ακόμα πιο φαιδρό τσίρκουλό μας των απανταχού δουλοποιημένων με τα υλικά αγαθά καθώς μέσα στο κουτσό του ανάφερεται δις στον Χάξλεϋ και στον Όργουελ αλλά και στον Μπόρχες και στην επικοινωνία-κι έχει πέσει μέσα 100%- και την υλική, εμπορευματική παγκοσμιοποίηση των ανθρώπων-καταναλωτών. Μπορεί,λέω, εκείνος, να είχε όπως πάντα κάτι ευθύβολο να σκεφτεί και να το γράψει βέβαια για την κυρία με τους κοθόρνους,να του περίσσευε μια λύπηση συγγραφική και υπεράνω, όπως αυτή που τον κυρίεψε στην συναυλία της κυρίας Τρεπά.... 
ΥΓ 2.Μωρέ μήπως η θείτσα είναι μια χαρά στην καρακοσμάρα που της έφτιαξε η μέρκελ κι οι υπόλοιποι και γω η τάχατες υποψιασμένη και διαβαστερή κάθομαι και σκάω και την έχω πατήσει από το πολύ ψάχνε -διάβαζε;Λέτε;Παναγίτσα μου Μεγαλόχαρη.... 
ΥΓ 3. Υποτίθεται ότι... λείπω και πως εκεί που... είμαι, δεν έχω ούτε  υπολογιστή ούτε τηλεόραση. Χρειάστηκε όμως να έρθω στην Αθήνα για μια μέρα και όρμηξα στο μπλογκ η σιχαμένη,η αλλοτριωμένη... 
ΥΓ4.Έχω να σας πω πάντως για τα χάλια μας,όσον αφορά στο πως εννοούμε το κεφάλαιο διακοπές,ε, ρε,κάτι φτυάρια θαψίματος για τους Ελληνάρες επισκέπτες των νησιών, που έχω βγάλει....Τι κολοράτσα που είμαστε,τι σκουπιδολάγνοι,τι φασίστες αισθητικής χούντας και όχι μόνον,ρε παιδί μου....

Σχόλια

  1. Παρακαλώ, παρακαλώ.... Κι έπειτα λέγανε για μένα πως είμαι σε ντελίριο με το "Κουτσό" :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ανώνυμος1/2/13 00:11

      Σας καταλαβαίνω πάρα πολύ καλά!Βάζω το "Κουτσό"
      πάνω από τους Ρώσους και τον Μπόρχες.
      Θάλεια

      Διαγραφή
    2. αυτη η δηλωση δεν μπορει να περασει απαρατηρητη...με ιντριγκαρετε...

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος9/1/13 13:54

    Λατρεμένο.Υπέροχο.Άφταστο.Μοναδικό.Γιώργος Νικολουδάκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Cuánto placer me produce cuando las personas se apasionan con Julio. Felicitaciones. Me gustó mucho, che!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Νικολέτα22/4/13 22:04

    Με τόσο σαματα ούτε εγώ έχω επιχειρήσει κι αυτό και τον Οδυσσέα του Τζόις. Καμιά φορά σε ψαρώνουν οι πολλοί έπαινοι,σου φαίνεται βουνό

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ανώνυμος17/8/14 23:43

    Παραληρηματικό λιγάκι και κατιτίς αυτάρεσκο το σχόλιο της Βιβής αλλά αξίζει αλήθεια -ιδίως αν και συ είσαι μεσήλικας- να ταξιδέψεις στο κουτσό με τον Κορτάσαρ. Θα ζήσεις μες τους κόσμους του,είναι κάτι.Αν είσαι νέος ίσως το βαρεθεις κάποια στιγμή, αλλά δε φταίει το βιβλίο που ζεις σε άλλη προβληματική. Αφέσου του και δε θα μετανοιώσεις. Στερήθηκα τη θάλασσα για χάρη του, στη Σύρο. Μου είπαν ''διάβασέ το οπωσδήποτε, είναι από τα πιο σημαντικά που έχουν γραφεί''. Δεν μου αρέσουν οι συγκρίσεις και τα παραληρήματα των υπαλλήλων που νομίζουν ότι ζουν διαβάζοντας λογοτεχνία, το λέει άλλωστε κι ο ίδιος ο Κορτάσαρ. Ζήσε. Όπως μπορείς. Όσα μπορείς. Και τα λοιπά... Άξιζε το κουτσό.Το χιούμορ του απολαυστικό και ανελέητο. Καλό καλοκαίρι 2014 !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. α παπαπαπα,τι διαβάζουν σήμερις τα έμορφά μου μάτια....

      Διαγραφή
  6. το έχω ακόμα δίπλα στο μαξιλάρι μου, πέρασαν 21 χρόνια από την πρώτη συνάντηση, συνάντηση είναι το Κουτσό, ένα άδηλο ραντεβού χωρίς τέλος, επιστρέφω σε αυτό ή εκείνο επιστρέφει σε εμένα δεν γνωρίζω, αυτό που ξέρω με απόλυτη βεβαιότητα είναι πως αν δεν το διάβαζα θα βουτούσα στα νερά του Σηκουάνα....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Λατρεία.Απλά.Δεν εξηγείται με λέξεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. καλησπερα ψαχνω να βρω αυτο το βιβλίο και δεν μπορώ. Αν καποιος μπορει να με βοηθησει ας μου στειλει στο elkechagia@sch.gr ευχαριστώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ένα από τα θέματα που συχνά μας απασχολεί είναι αυτό,ότι εξαντλούνται πολύ σπουδαία βιβλία και μετά κανείς δεν ρισκάρει να τα ξαναβγάλει.Ίσως πρέπει να πάτε σε μερικά παλαιοβιβλιοπωλεία,μην βασιστείτε στις ηλεκτρονικές σελίδες,καμιά φορά δεν καταγράφουν τα πάντα.Αλλά θα ρωτήσω κι εγώ όπου μπορώ κι αν υπάρχει κάπου θα σας πω.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου