" Γάτα και Ποντίκι ",Γκύντερ Γκρας


Σεντόνι τεράστιο  άπλωσα σήμερα στη συννεφιά της Παρασκευής, με μανταλάκια παρμένα όπως όπως από την  τρύπια πολιτική σακκούλα της κρίσης.....Μπερδεύεται όμως από τον αέρα,μια έτσι μια αλλιώς γυρίζει και τσαλακωμένο θα βγει στο τέλος.Ας όψεται ο κύριος Γκύντερ Γκρας.



 

Στο μυαλό μου κατά την διάρκεια της ανάγνωσης του αγορο- ή αν προτιμάτε αντροβιβλίου   "Γάτα και Ποντίκι", που έγραψε ο  Γκύντερ Γκρας το 1961  και το οποίο εκδόθηκε από τον Καστανιώτη φέτος το καλοκαίρι με μετριότατη μετάφραση, έρχονταν συνεχώς σκηνές από την εξαίσια ταινία που έκανε ο Φόλκερ Σλέντορφ το 1979 ,εκείνη την  βασισμένη στο άλλο βιβλίο του Γκρας "Το Τενεκεδένιο Ταμπούρλο" (1959),το πρώτο και πιο γνωστό από την λεγόμενη Τριλογία του Ντάντσιχ.
Δεν ξέρω γιατί  σκεφτόμουν τόσο έντονα την ταινία ,αντί να εστιάσω  στο αντικείμενο  της τωρινής δικής μου ανάγνωσης,το υποψιάζομαι όμως: επειδή  το φιλμ τότε με είχε στοιχειώσει με μια συγκεκριμένη σκηνή, που είχα χρόνια και ζαμάνια να την ανακαλέσω στην μνήμη!
Το ανεμοδαρμένο μου μυαλό,ζορισμένο από τον θυμό με τον οποίο το εφοδιάζουν ανελλιπώς τα ελληνικά κυβερνητικά καμώματα του τρίο ξεφτίλα ,που διαδέχονται το ένα το άλλο, έκανε φαίνεται αυθαιρέτως τον άσχετο και μαζί σχετικό συνειρμό άρνησης-επιλογής-απόδρασης, διότι το μονομερώς βιωματικό  "Γάτα και  Ποντίκι" δεν έδειχνε να με  αφορά πραγματικά,τουλάχιστον στην αρχή, με όλες εκείνες τις εφηβικές, γερμανοπολωνικές και κυρίως αντρο-αγορίστικες από το Β΄ Παγκόσμιο αναμνήσεις των ηρώων του, που αριστοτεχνικά όμως ενοποιεί ως μία ιστορία , πολύ ενδιαφέρουσα οπωσδήποτε,ο πολύφερνος και πολυσυζητημένος συγγραφέας του και που με αυτές ως πρόφαση επιχειρεί και πετυχαίνει ν΄ αφηγηθεί   συμπλεγματικές καταστάσεις και πεπραγμένα χαλεπών καιρών, δύσκολα ως προς την προσέγγιση, αποτελέσματα της διαφορετικότητας των ανθρώπων και του πώς  εισπράττουν την αποτύπωσή της σαν  ένα συνεχές αντιγύρισμα πάνω τους από την κοινωνία ,άλλοτε ως μομφή της , άλλοτε ως  οίκτο συχνά σαν  αδιαφορία ή ρατσισμό τού ενός ή άλλου τύπου και τής σε κάθε περίπτωση πιο δραματικής εμπειρίας απ'όλες, που στιγματίζει παντού και πάντα τους πάντες  και η οποία  εμπειρία είναι ο πόλεμος, τραγικός  και γι΄ αυτούς που τον έχουν ξεκινήσει πρώτοι ...
Να σας ομολογήσω ότι  άρχισα αμέσως ,αθέλητα,να κάνω παραλληλισμούς, αναλογιζόμουν τι γινόταν τότε εδώ,στην δική μου την χώρα. 1941, 1942, ΄43 και ΄44 και ούτε ψύλλος στον κόρφο του Γκρας, ο κοσμάκης στην Ελλάδα στέναζε όσο ποτέ και λιμοκτονούσε εξ αιτίας ενός πολέμου που δεν τον παρήγαγε εκείνος αλλά  εξ ανάγκης τον αποδέχτηκε και πολέμησε γενναία προκειμένου  να υπερασπιστεί τα χώματά του και  χωρίς να έχει ηττηθεί κατέληξε να μετράει τους αμέτρητους νεκρούς του όχι στα πεδία των μαχών, αλλά στους δρόμους!
Εκεί,στους δρόμους   σωριάζονταν οι άνθρωποι νεκροί από την πείνα που είχε επιβάλει ένας στρατός κατοχής, από τους χειρότερους στην Ιστορία! Σκελετοί  καταντούσαν οι  Έλληνες και με  τις κοιλιές τουμπανιασμένες  και τα μάτια βαθουλωμένα ως τις κόγχες,έπεφταν νεκροί στους δρόμους.Από πείνα... Μπορεί να ξεχαστεί αυτό έτσι εύκολα,ό,τι μεγαλοστόχαστο κι αν διαβάζεις;
Εκτελέσεις,πείνα,προδοσία και αθώο αίμα ήταν η εικόνα της καθημερινότητας που είχαν επιβάλει σε έναν μη ηττημένο λαό οι ναζήδες συμπατριώτες του Γκρας,όχι βεβαίως ότι  αν είχε ηττηθεί θα νομιμοποιούνταν να τον εξοντώσουν.
Υπήρξε θα μου πείτε μεγαλειώδης αντίσταση ,συγκλονιστική απελευθέρωση από τον φασισμό  αλλά  τα βάσανα  δεν ήταν γραφτό να κλείσουν εκεί, διότι ακολούθησε ο εμφύλιος,όχι φυσικά ουρανοκατέβατος  αλλά επειδή έτσι ήθελαν οι  "Σύμμαχοι" όλων των χρωμάτων,επειδή δεν ενέκριναν τον αληθινό νικητή!
Στα ζάρια του χάρτη  έπαιξαν στυγνά τον ελληνικό λαό και οι Γερμανοί μα και οι Άγγλοι και οι Αμερικάνοι και οι Σοβιετικοί-άλλα τομάρια κι αυτοί....
Ποιός Ελληνας έφηβος λοιπόν στον Β΄ Παγκόσμιο  -και για να είμαι ακριβοδίκαιη  ποιό  παιδί  κατεχόμενης και πεινασμένης χώρας-κολυμπούσε κι έκανε καταδύσεις (!) ανάμεσα στα θεωρούμενα ηρωικά κουφάρια των πολεμικών πλοίων του στόλου της πατρίδας του και είχε μάζωξη στο σχολείο του για  τις  προπαγανδιστικές  παρλάτες του πρώην απόφοιτου και νυν πιλότου με τις σαράντα καταρρίψεις σπιτφάιερ,του κομψού ναζί υποπλοίαρχου του  τάδε σούπερ υποβρυχίου  που βύθισε τόσα πλοία του εχθρού κτλ κτλ, για ποιόν Έλληνα κι Ελληνίδα  -εξαιρούνται βεβαίως οι δοσίλογοι,οι συνεργάτες των Γερμανών,οι μαυραγορίτες και τα λοιπά μπουμπούκια-είχε αντίκρυσμα η φράση... διακοπές τα καλοκαίρια;

Ο αφηνιασμένος στρατός του Χίτλερ κι ο συνένοχός του ,ο άπραγος γερμανικός λαός -αυτό ποτέ μου δεν το καλοκατάλαβα αλλά βλέπω και τώρα τον δικό μας πώς έχει χειραγωγηθεί και δεν μιλάω πια για την παθητικότητα κανενός αν και δεν είναι το ίδιο, εμείς δεν βγήκαμε να ρημάξουμε ,μας ρημάζουν- αιματοκύλισαν λοιπόν μαζί και γέμισαν στρατόπεδα συγκέντρωσης την Ευρώπη  αλλά  ο (μετέπειτα) σοσσιαλδη μοκράτης Γκύντερ Γκρας παρ΄όλα αυτά είχε την πολυτέλεια, του ισχυρού, να έχει μόλις δυο δεκαετίες μετά, νοσταλγικές, εφηβικές αναμνήσεις από σχολικές, καλοκαιρινές διακοπές, ώστε να τις παραθέσει,να τις δέσει μεταξύ τους για να φτάσει σε ένα εμμέσως αντιπολεμικό μυθιστόρημα.
Και πώς στήνει το μυθιστόρημά του ο Γκρας;Σιγά σιγά,με προσεκτικά αυξανόμενη την ένταση.Με προσοχή,με λόγια μετρημένα,με φειδώ.Κινεί σαν καλοφτιαγμένη μαριονέτα τον ήρωά του,τον συνθλίβει αλύπητα για να στήσει το τέλειο σκηνικό, κάπου γράφει σαν να τον λυπάται που τον εκθέτει συνεχώς εμφανιζοντάς τον οπωσδήποτε σαν φρικιό, τον λατρεύει σε μια φάση και τον μισεί σε κάποιαν άλλη και βέβαια  εκείνος μένει σταθερά απ΄έξω και μόλις λίγο πριν την τελική συντριβή-αυτού του ενός,του διαφορετικού,που φορτώνεται αγόγγυστα την διαφορετικότητα και ζαλώνεται το σακί της σε ανηφόρα-ως αφηγητής και μάρτυρας των γεγονότων του δείχνει λίγη  συμπόνια ή μάλλον τον αναγνωρίζει επιτέλους και παραμένοντας σκληρός μαζί του τον στέλνει στον χαμό και έτσι,στο δεύτερο πια μέρος του κειμένου του,απογειώνοντας την γραφή,μπαίνει βαθιά στα σκατά του πολέμου, έστω από την μεριά αυτών που τον έκαναν,οι γελοίοι, σε βάρος και των δικών τους παιδιών  και του δικού τους λαού.
Στο κάτω κάτω αυτή ήταν η πλευρά από την οποία εκείνος κι οι συνομήλικοί του μπορούσαν να ξέρουν για τον πόλεμο...

Πενήντα χρόνια μετά εγώ,μια τυχαία αναγνώστρια βιβλίων από την χώρα που πλήρωσε και πληρώνει τις πολιτικές των κυβερνώντων την χώρα του Γκρας δεν είμαι σίγουρη αν μπορεί να φτάνει η έξοχη γραφή,η αιχμηρή περιγραφή,η μαστόρικη τεχνική για να χαρακτηρίζεται ως αντιπολεμικό και πολύ περισσότερο ως αντιφασιστικό ένα τέτοιο πυκνό μυθιστόρημα αν λείπει το κατ΄ εμέ κυριότερο υλικό:η άμεση,η καθαρά διατυπωμένη αντιπολεμική καταγγελία.
Δεν ξέρω αν αξίζει  να είναι έτσι τέλεια και καλογραμμένα τα αντιφασιστικά και αντιπολεμικά μυθιστορήματα αν δεν είναι και αντικαπιταλιστικά,αν δεν λένε τα πράγματα με το πιο σκληρό τους  και κακόηχο όνομα και  επομένως αν μπορεί κι ο Γκρας να δικαιούται  να είναι θετικά διάσημος ο ίδιος για την αντιναζιστική του  άφεση  αμαρτιών επειδή  υπήρξε κι εκείνος νεολαίος των SS αλλά το ομολόγησε,και αν μπορεί τελικά,ελέω υπολειμμάτων ταλέντου, να γράψει κι ένα.... ποίημα για την σύγχρονη Ελλάδα της κρίσης και την κακή Ευρώπη!
Ίσως είμαι παρωπιδάκιας τύπος εγώ.Ίσως να περιμένω βλακωδώς να είναι όλοι οι Γερμανοί σαν τον Μπρεχτ. Ίσως και να με τσίτωσε αυτό το πανηλίθιο ποίημα του Γκρας υπέρ της Ελλάδας,αυτή η αηδία, που διάβασα στον ένθετο σελιδοδείκτη-που την έγραψε στο ποδάρι,έτσι μοιάζει- και βρωμάει... τζατζικίλα , ξέρετε, από το τουριστικό σουβλάκι, μια γύρο απ΄όλα,όπου γύρος είναι αυτά τα γελοία  δήθεν αρχαιολατρικά των κεντροευρωπαίων, τα λατρεμένα σνακ των πεφωτισμένων δυτικών που έχουν το κλασσικό περιτύλιγμα, την γνωστή χαρτολαδόκολλα Σωκράτης-Μουσακάς-Ζορμπάς...

Τον  Σωκράτη, που βέβαια δικοί τον γελοιοποίησαν, οι ατάλαντοι στην.... Γιουροβίζιον.
Τον  Ζορμπά, όχι του μεγάλου Καζαντζάκη αλλά τον θλιβερό,τον γελοίο, τον λιγδιάρη  του Κακογιάννη, παιγμένο ακόμα πιο ραγιάδικα και φτηνά από τον Κουήν  που χειροκροτάγανε οι Έλληνες διανοούμενοι της εποχής, μας υποχρεώσανε κι αυτοί...
Ευτυχώς γλύτωσε,νομίζω, ο Μουσακάς...

Μια παρέα  αγοριών λοιπόν,για να δούμε και τι λέει το μυθιστόρημα, ζει τον πρώτο καιρό του Πολέμου χωρίς αυτός να της αλλάζει  συνήθειες και  καθημερινότητα, τουλάχιστον όχι πολύ.Οι δεκατετράχρονοι Γερμανοί,μαθητές όλοι σε σχολεία του (σημερινού στην Πολωνία)  Γκντανσκ, βολτάρουν στο λιμάνι και περνούν τις ώρες της ανεμελιάς μετρώντας τα πολεμικά πλοία που καταπλέουν,μαθαίνουν  τα ονόματα, το τονάζ, τον αριθμό των πυροβόλων και διάφορα τέτοια σχετικά με τα πλοία και τα υποβρύχια , κάποιοι μπαίνουν στη χιτλερική νεολαία, σχεδόν οι περισσότεροι κι όταν το καλοκαίρι του 1939 εντοπίσουν ένα μισοβυθισμένο πολωνικό πολεμικό  σε μια αμμοσύρτη στα ανοιχτά του λιμανιού θα αρχίσουν ένα διαφορετικό παιχνίδι: καταδύσεις από το κατάστρωμά του  για να ανασύρουν διάφορα αντικείμενα ανταγωνιζόμενοι ποιός θα ανεβάσει τα  περισσότερα , παρεϊκούς...αυνανισμούς σαν να κάνουν κάποιο άθλημα  με φιλοθέαμον κοινό το  μοναδικό κορίτσι (!) που πότε πότε συμπληρώνει την ομήγυρη κι αυτά  τα κάνουν  διατυπώνοντας με θαυμασμό σχόλια για τον ηρωισμό του γερμανικού Στρατού, του στρατού τους που, εντάξει, δεν γνωρίζουν όντας παιδιά τι ακριβώς κάνει αυτός ο στρατός στον υπόλοιπο κόσμο, έξω από τον εφηβικό μικρόκοσμό τους  και επίσης βαριούνται,κάνουν τις σκανταλιές τους στην εκκλησία που πάνε σαν παπαδοπαίδια και την επόμενη μέρα πάλι τα ίδια και ξανά μανα τα ίδια.. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει σύντομα ο Μάλκε και ο συγγραφέας, ως  Πίλεντς Κλάους μας συστήνεται κάπου στο βιβλίο,  αναλαμβάνει να αφηγηθεί   την ιστορία της διαφορετικότητας του Μάλκε και τα κομμάτια της κοινής τους,που του αναλογούν με φόντο τον πόλεμο.



Γράφει παρακάτω, ωραία ομολογουμένως,ο Γκρας:
Εγώ όμως, που έδειξα το ποντίκι σου σε αυτή τη γάτα, και σε όλες τις γάτες, πρέπει τώρα να στρωθώ να γράψω. Και φανταστικά πρόσωπα να ήμασταν κι οι δυο μας, και πάλι θα όφειλα να το κάνω.
Αυτός που μας επινόησε, για δικούς του, επαγγελματικούς λόγους, με πιέζει να πάρω στα χέρια μου το καρύδι σου και να το πάω σ’ εκείνο το μέρος όπου θεάθηκε να κερδίζει ή να χάνει· βάζω λοιπόν πρώτα το κατσαβίδι να χοροπηδάει πάνω απ’ το καρύδι, βάζω κι ένα κοπάδι χορτασμένους γλάρους να πε­τούν ψηλά πάνω από τη χωρίστρα του Μάλκε κόντρα στον άστα­το άνεμο, ας πούμε πως έχει πιάσει καλοκαιράκι, το ναυάγιο είναι το παλιό καράβι της κλάσης Τσάικα, τη Βαλτική τη βάζω να έχει χρώμα ίδιο με χοντρό γυαλί μπουκαλιών νερού· και μιας και η δράση τοποθετείται νοτιοδυτικά από το σημείο όπου βρίσκεται η τελευταία σημαδούρα της διώρυγας Νοϊφαρβάσερ, βάζω να τρέχουν ρυάκια νερού πάνω από την ανατριχιασμένη επιδερμίδα του Μάλκε, σαν καλυμμένη είναι με μικρούτσικα γρομπαλάκια κοντά κοντά, ή με μεγαλύτερες μπαλίτσες σαν χαλάζι.
Δεν ήταν από φόβο η ανατριχίλα αυτή που είχε αφαιρέσει τη λεία υφή του δέρματος, από το κρύο ήταν, γιατί είχε μείνει ώρα στο νερό.

Εμείς καθόμασταν ανακούρκουδα πάνω στα σανίδια που είχαν απομείνει από τη γέφυρα με χέρια και πόδια ανοιχτά σαν αράχνες στη γέφυρα επάνω. Πάντως δεν ήμασταν εμείς που του ζητήσαμε να ξαναβουτήξει κάτω από την πλώρη του βυθισμένου ναρκαλιευτικού, ούτε στο μηχανοστάσιο στη μέση του κήτους, για να σκαλίσει, να ψαχουλέψει, να βρει κάτι να φέρει με το κατσαβίδι του: καμιά βίδα, καμιά ροδέλα, μια μπρούντζινη ταμπελίτσα με πυκνογραμμένες επάνω της τις οδηγίες χρήσης κάποιου μηχανήματος, στα αγγλικά και στα πολωνέζικα· το λέω γιατί το μέρος όπου καθόμασταν ήταν η επιπλέουσα γέφυρα ενός πολωνέζικου ναρκαλιευτικού της κλάσης Τσάικα, που είχε ναυπηγηθεί στο Μοντλίν και η κατασκευή του είχε ολοκληρωθεί στο Γκντίνγκεν και το οποίο είχε βυθιστεί πέρυσι νοτιοδυτικά από τη σημαδούρα της διώρυγας, δηλαδή έξω από τη διώρυγα, χωρίς να εμποδίσει την κυκλοφορία των άλλων πλοίων.
Από τότε σκέπαζαν τη σκουριά οι ξεραμένες κουτσουλιές των γλάρων, που πετούσαν με κάθε καιρό ξυστά πάνω απ’ την γκριζόλα,* με αυτά τους τα γυάλινα μάτια, ύστερα τινάζονταν πάλι ψηλά σαν σαΐτες, σαν να ακολουθούσαν ένα ανεξιχνίαστο σχέδιο πτήσης, και εκτόξευαν τις υγρές κουτσουλιές, σημαδεύοντας πάντα τη σκουριά των υπολειμμάτων της γέφυρας και ποτέ το υγρό στοιχείο, τη θάλασσα. Έτσι μαζεύονταν οι κουτσουλιές, άμορφοι, σκληροί σβόλοι. Κι όταν καθόμασταν εμείς πάνω στο πλοίο υπήρχαν πάντα δάχτυλα και νύχια, ποδιών και χεριών, που πάλευαν να τις ξεκολλήσουν. Γι’ αυτό έσπαζαν τα νύχια μας κι όχι επειδή τα τρώγαμε όλοι – εκτός βέβαια από τον Σίλινγκ, που είχε παρανυχίδες. 
Μόνο ο Μάλκε είχε μακριά νύχια, κιτρινισμένα απ’ τις πολλές βουτιές, και τα κράταγε μακριά γιατί ούτε τα ’τρωγε, ούτε έξυνε κουτσουλιές. Ήταν επίσης ο μόνος που δεν μασούλαγε τα ξύσματα, ενώ εμείς τα βάζαμε στο στόμα αυτά τα ασβεστώδη μπαλάκια, που ήταν σαν τρίμματα από όστρακο και τα φτύναμε με αφρισμένο σάλιο στη θάλασσα. Γεύση δεν είχαν, θα ’λεγα όμως πως κάτι στη γεύση τους θύμιζε γύψο ή ιχθυάλευρο ή οτιδήποτε φανταζόταν ο καθένας από μας: ευτυχία, κορίτσια, το Θεό τον ίδιο. Ο Βίντερ, που είχε καλή φωνή, έλεγε: «Το ξέρετε πως οι τενόροι τρώνε κάθε μέρα κουτσουλιές γλάρων;» Συχνά οι γλάροι έπιαναν τα ασβεστώδη φτυσίματά μας στον αέ­ρα – δεν ήξεραν τι είναι.
Στην αρχή του πολέμου, όταν ο Μάλκε έγινε δεκατεσσάρων χρο­νών, δεν ήξερε ούτε κολύμπι ούτε ποδήλατο· τότε ακόμα δεν τον πρόσεχε κανείς, ούτε βέβαια και το περίφημο μήλο του Αδάμ, που τράβηξε αργότερα τη γάτα. Είχε πάρει απαλλαγή από τα μαθήματα της γυμναστικής και της κολύμβησης με χαρτί από γιατρό. Στη διάρκεια της χειμερινής περιόδου, πριν ακόμα μάθει πο­δήλατο (ήταν απίστευτη η εικόνα του στις πρώτες δοκιμές, με αυ­τιά κατακόκκινα και πεταχτά και γόνατα που ανοιγόκλειναν σαν σπαστικά στο πλάι καθώς προσπαθούσε να κρατήσει την ισορροπία του), ερχόταν στο κλειστό κολυμβητήριο στην Κάτω Πόλη, τον έβαζαν όμως να μαθαίνει έξω απ’ το νερό, μαζί με πιτσιρίκια οχτώ δέκα χρονών. Έφτασε το καλοκαίρι και δεν ήταν ακόμα έτοιμος για κανονικό μάθημα. Ο προπονητής του κολυμβητηρίου Μπρέζεν, με χαρακτηριστική κοψιά που θύμιζε σημαδούρα και με αδύνατα, άτριχα πόδια, τον έβαλε κι αυτός πρώτα να κάνει ασκήσεις έξω απ’ το νερό και μετά τον έβαλε μέσα, και πάλι όμως τον κράταγε με το σκοινί. Ύστερα όμως, αφού του κά­ναμε τους έξυπνους κάθε απόγευμα κομπάζοντας για τα κατορθώματά μας στο βυθισμένο ναρκαλιευτικό, έβαλε τα δυ­νατά του και σε δυο βδομάδες τα είχε καταφέρει.
Τις επόμενες μέρες βάλθηκε να βελτιώσει την αντοχή του – τον βλέπαμε να κάνει με ζήλο τη διαδρομή από την προβλήτα ως την εξέδρα, κι αργότερα που άρχισε να ασκείται στις καταδύσεις πηδώντας από τον κυματοθραύστη της προβλήτας. Στην αρ­χή έφερνε επάνω όστρακα, ύστερα ένα μπουκάλι μπίρας γεμάτο άμ­μο, που το πέταξε μάλιστα αρκετά μακριά πάνω απ’ την επιφάνεια του νερού. Προφανώς έμαθε να βουτάει και να την ξαναπιάνει με άνεση, γιατί όταν βρεθήκαμε όλοι μαζί στο ναρκαλιευτικό ήταν ήδη έμπειρος στην κατάδυση.
Μας ικέτεψε να ’ρθει μαζί μας για μπάνιο. Είχαμε μαζευτεί εφτά οχτώ μαντράχαλοι για την καθημερινή μας βουτιά και βρεχόμασταν σε μια ρηχή μπανιέρα των οικογενειακών λουτρών όταν ήρθε και μας βρήκε: «Πάρτε με μαζί σας – θα τα καταφέρω σίγουρα».
Είχε κρεμάσει ένα κατσαβίδι στο λαιμό του, για να αποσπά την προσοχή απ’ το περίφημο μήλο του Αδάμ.
«Άντε, έλα!» Ο Μάλκε ήρθε μαζί μας. Μας προσπέρασε ανάμεσα στην πρώτη και στη δεύτερη αμμοσύρτη, αλλά τον φτάσαμε πάλι άνετα: «Θα ξεθεωθεί έτσι που πάει». 

Σε ένα άλλο σημείο :

Μπορώ ακόμα να πω-ανάμεσα σε δυο απλωτές το νερό με κρατάει στην επιφάνεια - πως ήταν η τελευταία Κυριακή πριν από τις μεγάλες διακοπές.Τι συνέβαινε τότε;Είχε καταληφθεί η Κριμαία,ο Ρόμελ προέλαυνε πάλι στη Βόρεια Αφρική.Από το Πάσχα πηγαίναμε στην τρίτη λυκείου.Ο Ες και ο Χότεν Ζόνταγκ είχαν καταταγεί οικειοθελώς στη Λουφτβάφε,όμως αργότερα ήρθαν κι αυτοί στο Πεζικό,στα Τεθωρακισμένα,όπως κι εγώ,που αμφιταλαντευόμουν για καιρό μήπως θα΄πρεπε να προτιμήσω το Ναυτικό. Ο Μάλκε δεν πήγε να καταγαγεί,προτίμησε να αποτελέσει για μια ακόμα φορά εξαίρεση,μας είπε μάλιστα:"καλά,σας έστριψε;"


Ή ακόμα:

Κολύμπησα τα τελευταία διακόσια μέτρα ακόμα πιο αργά,πάντα πρόσθια,για να επανέλθει η αναπνοή μου μέχρι να φτάσω.Ο Μεγάλος Μάλκε καθόταν όπως πάντα στη σκιά της γκριζόλας και μόνο τα γόνατά του ήταν στον ήλιο.Πρέπει να είχε βουτήξει ήδη,τουλάχιστον μία φορά.Γουργουριστά υπολείμματα μιας ουβερτούρας στροβιλίζονταν με τον άνεμο που ερχόταν κόντρα και με πιτσίλιζαν ανάμεικτα με σταγόνες νερού.




Σας το προτείνω παρά την γκρίνια μου-είναι πολύ υποκειμενική-το βιβλίο του Γκύντερ, όλη την τριλογία.Αν μπορέσετε να δείτε και την ταινία  του Σλέντορφ, ακόμα καλύτερα.Είναι πολύ επίκαιρη.Δυστυχώς.



Σχόλια