" Η Τριλογία των Συνόρων ", Κόρμακ Μακ Κάρθυ/The Border Trilogy/"Όλα τα Όμορφα Άλογα " -"Το Πέρασμα" -"Πεδινές Πολιτείες"

The Border Trilogy
"All the Pretty Horses" (1992), "The Crossing" (1994), "Cities of the Plain' (1998)
Η Τριλογία των Συνόρων 
"Όλα τα Όμορφα Άλογα " ,"Το Πέρασμα" ,"Πεδινές Πολιτείες"

Στην πρόσφατή μου απόπειρα προσέγγισης του  έργου του Κόρμακ Μακ Κάρθυ, πρότεινα τα μυθιστορήματα της " Τριλογίας  των Συνόρων ",να μην τα διαβάσει όποιος ενδιαφέρεται να το κάνει, σαν αυτόνομα και ας είναι,ούτε με τυχαία σειρά, αλλά να αρχίσει πειθαρχημένα με το πρώτο, μετά να πιάσει το δεύτερο και να κλείσει με τις "Πεδινές Πολιτείες", που είναι το τελευταίο και το πιο σκληρό, υποκειμενικά κρίνοντας και του οποίου η σκοτεινιά και η μελαγχολία κοντράρεται-κι αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον-από τον ηρωισμό και την ευαισθησία του "Περάσματος",που εμένα με γοήτευσε, ομολογώ,λίγο περισσότερο....
Η Τριλογία των Συνόρων αποτελείται από τα μυθιστορήματα "Όλα τα Όμορφα Άλογα ", που γράφτηκε το 1992, "Το Πέρασμα"  γραμμένο  δυο χρόνια μετά και τις "Πεδινές Πολιτείες", με τις οποίες το 1998 ο Μακ Κάρθυ την ολοκλήρωσε .


 " Όλα τα Όμορφα Άλογα "

Όλα τα όμορφα άλογα

Στο πρώτο αυτό μυθιστόρημα,κεντρικός ήρωας είναι ,ο Τζων  Γκρέηντυ Κόουλ  που ξεκινά την σύντομη ζωή του με δραματικό τρόπο,χάνοντας το ράντσο στο οποίο έχει μεγαλώσει,εξαιτίας της αδιάφορης μάνας του και των εγωτικών αποφάσεών της να το ξεφορτωθεί.
Η ευκαιρία του εξανεμίζεται κι ας είναι ο τελευταίος μιας σειράς ιδιοκτητών κι ας έχει δεθεί αληθινά με τη γη και τα άλογα και μάλιστα  παρά την πολύ νεαρή ηλικία του ας έχει  ήδη αποδείξει τις ικανότητές  του.Άλλη επιλογή από το άρον άρον φευγιό, ο Τζων Γκρέηντυ στα δεκάξι του δεν θεωρεί ότι έχει και καταλήγει  στο Μεξικό,όπου η ζωή και το επάγγελμα τού παραδοσιακού καουμπόι δείχνουν να τον καλωσορίζουν.
Εκεί αναζητά πρωτίστως δουλειά- αυτήν που αγαπάει κι είναι γεννημένος να κάνει καλά, αλλά- υποσυνείδητα-ψάχνει θαλπωρή  οικογενειακή ,την χαμένη τόσο άγαρμπα και πρόωρα, που του άξιζε, μα την οποία η Ειμαρμένη πάλι δεν φαίνεται να του εξασφαλίζει,ούτε καν να προτίθεται...
Το ταξίδι αυτό καθαυτό προς το Μεξικό, που το κάνει παρέα με τον πιο στενό του φίλο,τον Λέησι Ρόουλινς, η συνάντησή τους με έναν περίεργο πιτσιρικά που λεέι ψέμμτα για την ηλικία του και δεν έχει στον ήλιο μοίρα και προσκολλάται πάνω τους ως το άδικο τέλος της επεισοδιακής ζωούλας του, η δουλειά που βρίσκουν στο ράντσο του Μεξικάνου γαιοκτήμονα,η σχέση με τους άλλους ραντσέρο, ντόπιους ή συμπατριώτες του,διάφορες καταστάσεις που περνάνε αυτός  και ο Λέησι και τελικά μπαίνουν ως  και φυλακή,ο έρωτας με την κόρη του τσιφλικά και όλα όσα βιώνει, ξεμπερδεύοντας με την εφηβεία του με τρόπο σκληρό, παρόλο που στον αναγνώστη  δεν αποκλείεται να μοιάζει ειδυλλιακός και περιπετειώδης,δεν είναι αρκετά για να καταλαγιάσουν το ατίθασο και αντισυμβατικό στοιχείο τού χαρακτήρα του, συνδαυλιζόμενου από την νιότη και έτσι γυρεύοντας, θαρρείς επί τούτου, μια ζωή με μπελάδες, ξαναπαίρνει τον δρόμο της επιστροφής στις ΗΠΑ, που όμως μέσα στα τρία χρόνια της απουσίας του έχουν αλλάξει ακόμα περισσότερο,έχουν περάσει σε εντονότερη αστικοποίηση του πληθυσμού και σε πιεστικότερη εκβιομηχάνιση και της αγροτικής οικονομίας, με αποτέλεσμα η καθημερινότητα των ανθρώπων να  ταλανίζεται από τον αμοραλισμό  μιας  κεντρικής διοίκησης, που βέβαια δεν σκοτίζεται για άλογα,αγρότες,καουμπόι, βουνά, ράντσα και φύση-ψιλά γράμματα- αλλά για το άμεσο χρήμα.

Ο Μακ Κάρθυ βέβαια έστω και περιγράφοντας τα παραπάνω δεν επιχειρεί κανενός είδους ταξική περιγραφή,η θεματολογία του είναι πάνω κι απ΄αυτά, δεν έχει σχέση το ύφος και η δομή του δικού του μυθιστορήματος ,ούτε κοινές-ενδεχομένως ευρωπαϊκές-καταβολές με εκείνα, ας πούμε,του μαρξιστή Τζακ Λόντον,αληθινού χείμαρου ιδεών και απόψεων.
Η  ωμή και μαζί τόσο ευαίσθητη,μακαρθική πένα είναι μοναδική,δεν μπαίνει σε φιλολογικά καλούπια,παρεπέμπει πιο πολύ στον ανελέητο,αριστουργηματικό Φώκνερ και στο ιδιόμορφο κοινωνικό περιθώριο του american southern gothic, χωρίς όμως να είναι συνέχειά του.
Η έντονη σκληρότητα  των ηρώων,ο κυνισμός,η βιαιότητα και ο χοντροκομμένος τρόπος που αντιλαμβάνονται την κάθε καλή και κακή πράξη της σκληρής ζωής τους πάνω στα βουνά, είναι ο  ασφαλής λογοτεχνικός αγωγός του Μακ Κάρθυ ώστε,αφού περιγράψει πρόσωπα και καταστάσεις όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται,να μπορέσει να μετακυλήσει στον αναγνώστη, ανεμπόδιστα, μέσα απ'αυτόν τον αγωγό τα πάμπολλα , μεγαλειώδη συναισθήματα της ιστορίας του .

   " Το Πέρασμα "

Το πέρασμα

Το "Πέρασμα" ξαφνιάζει,από τις πρώτες σελίδες κερδίζει τον αναγνώστη με την διαφορετικότητά του και μια ρομαντική, συγγραφική οπτική.Εδώ ο Μακ Κάρθυ μεταχειρίζεται ένα στυλ γραψίματος εξαρτημένο από την αισθητική δύναμη της γλώσσας και μας αφηγείται την προσωπική ιστορία του Μπίλυ Πάρ(χ)αμ, ενός έφηβου που η οικογένειά του είναι ο πλούτος του κι ό,τι καλό στοιχείο έχει ενσωματωμένο στον δυνατό χαρακτήρα του, αυτό έχει δομηθεί στέρεα από την παρουσία ενός πατέρα που ζει κι αναπνέει  για την οικογένειά του και μιας μητέρας που ξεχειλίζει από αγάπη γι αυτούς τους δυό και τον μικρότερο γιό.
Ο Μπίλυ καθώς τελειώνει η δύσκολη δεκαετία του '30 κι αφήνει σιγά-σιγά,θα έλεγα προστατευμένα, την εφηβεία του,όσο  η χώρα του επίσης αλλάζει , βρίσκεται από τη μια στιγμή στην άλλη μπροστά σε ό,τι μέλλει να του καθορίσει την κατοπινή του ζωή: πιάνει μετά από πολλές προσπάθειες μια γκαστρωμένη λύκαινα, που έχει ξεκοπεί από την αγέλη της και ρημάζει γελάδια που βόσκουν σε τόσο μεγάλες εκτάσεις,που για να τις καλύψει πρέπει να περάσει  μια ολόκληρη μέρα έφιππος, από το πρώτο φως της ως την δύση του ήλιου.
Σπουδαίο κατόρθωμα δηλαδή για έναν πιτσιρικά των βουνών,που μόλις αρχίζει την ζωή του, μα ως εκεί.Ο Μπίλυ πρέπει να κάνει την επόμενη κίνηση άμεσα και χωρίς την πολύτιμη συμβουλή του πατέρα, που για πρώτη φορά δεν είναι μαζί του στο γεγονός,παίρνει μονάχος του μια συνταρακτική, τρελή κι ασυνήθιστη απόφαση: δεν θανατώνει τον ηττημένο εχθρό,γιατί απλούστατα δεν βλέπει  κανέναν εχθρό στην λύκαινα, που παλεύει για την επιβίωσή της και τίποτα περισσότερο!

Αποφασίζει να την γυρίσει πίσω στα βουνά από όπου πιθανολογεί ότι έχει έρθει,τα δύσβατα βουνά του Μεξικού κι είναι πρωτάρικο στην αγροτική ζωή παλικαράκι,δεκάξι χρόνων και το κάνει με μια συγκλονιστική γενναιότητα στα όρια της απόλυτης, αλτρουιστικής ξεροκεφαλιάς, που συνεπάγεται εκείνος ο συγκεκριμένος σεβασμός που σπάνια άνθρωπος μπορεί να δείξει σε μη εξημερωμένο-δηλαδή χρήσιμο άμεσα γι αυτόν -ζώο,κάτω από συνθήκες απειρίας,με  ελάχιστα ή και καθόλου εφόδια,καταχείμωνο και με χίλιους κινδύνους.

Η εμπειρία του ταξιδιού είναι συγκλονιστική και για μας που διαβάζουμε.Βλέπουμε την απέραντη ομορφιά των τοπίων μέσα από τα μάτια του αγοριού και φτάνοντας στα εσώτερα φυλλοκάρδια ενός ωραιότατου κειμένου.
Αισθανόμαστε,κρυώνουμε κι αγωνιούμε,φοβόμαστε, θυμώνουμε,αμυνόμαστε ή ορμάμε, ζούμε,  σκεφτόμαστε,κάνουμε ό,τι κι όπως ο Μπίλυ.Είμαστε στο κατόπι του καθώς κι αυτός σέρνει  ξωπίσω το αγρίμι του.
Δεν θα αποκαλύψω  τι επακολουθεί,που καταλήγουν ο Μπίλυ και η λύκαινα και πόσο ελεεινοί είναι τελικά οι περισσότεροι άνθρωποι στα δύσκολα.Τα πρόσωπα που παρελαύνουν στο "Πέρασμα", οι καταστάσεις που υφαίνονται στις  μέρες και τις βδομάδες που διαδέχονται η μια την άλλη,η μικρότητα αλλά και το μεγαλείο τους, όταν υπερασπίζονται ή ξεστρατίζουν από την Φύση είναι πέρα από κάθε  υποκειμενική περιγραφή.Το "Πέρασμα" πάντως δεν αφηγείται μόνο την εντυπωσιακή ιστορία της λύκαινας,θα έρθουν κι άλλες καταστάσεις εξίσου καταιγιστικές για τον Μπίλυ και τον αναγνώστη μα αυτή η λύκαινα είναι που θα στοιχειώνει τις αναγνωστικές μνήμες,θαρρώ,πολύ περισσότερο...

 " Πεδινές Πολιτείες "



Στις "Πεδινές Πολιτείες" η σκυτάλη δίνεται πάλι στον Τζων Γκρέηντυ Κόουλ αλλά σ'αυτό το τρίτο βιβλίο που η ιστορία του αρχίζει το 1952, συναντάμε  και τον Μπίλυ Πάραμ,τον οποίο παρακολουθούμε σε έναν σχετικά δεύτερο ρόλο, ως φίλο καρδιακό,συνοδοιπόρο του Τζων Γκρέηντυ,με σημαντικό  κομμάτι δράσης,καίριο,σταθερά και συγκινητικά υποστηρικτικό,στο πλάι του.
Στο πρώτο και το τρίτο  μέρος της τριλογίας κυριαρχεί η άδολη,ακατέργαστη προσωπικότητα του Τζων Γκρέηντυ ,που δεκαέξι χρόνων στο ένα και σχεδόν είκοσι στο άλλο, αντιπροσωπεύει με σφοδρότητα,πάθος,αγνότητα,νεανικό ενθουσιασμό αλλά και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά έναν τύπο Αμερικανού των βουνών και της παλιάς ζωής στα βοσκοτόπια,μετά τον Β ' Παγκόσμιο Πόλεμο,λίγο πριν αυτά ξεπατωθούν για να καλλιεργηθούν μονοκαλλιεργειακά, να γίνουν πυρηνικά εργοστάσια ή mall * και καζίνα και πετρελαιοπηγές, έναν τύπο αγρότη δηλαδή που χάθηκε εύκολα στην δίνη της μετάβασης ολόκληρης της χώρας σε άλλες  νοοτροπίες,μέσα από πολιτικά λάθη, σχεδόν αποκλειστικά λάθη,το ένα κατόπιν του άλλου,που κανένας ατομικός ηρωισμός,κανενός Τζων Γκρέηντυ  δεν θα μπορούσε ποτέ να τα αποτρέψει...
Πιστεύω πως ειδικά αυτόν τον ήρωά του, τον Τζων Γκρέηντυ Κόουλ,ο Μακ Κάρθυ τον έχει αγαπήσει πιο πολύ από όσους παρουσιάζει στην τριλογία και μόχθησε ιδιαίτερα για να τον φτιάξει έτσι καθαρό και αγνό,παρά τις πρότερες νεανικές του χαζομάρες , ώστε να  φτάνει ατόφιος σε μας, βρίσκω πως έκλεψε κομμάτια ψυχής από τον παλιότερο, υπέροχο χαρακτήρα που συνέθεσε, τον συγκλονιστικό Μικρό που συναντήσαμε στο έπος του "Ματωμένου Μεσημβρινού".
Νέος,ορμητικός,δυνατός,πάνω στα καλύτερά του ο Τζων Γκρέηντυ σημαδεύει τήν και με την παρουσία του μια ολόκληρη εποχή και αντίληψη σε μια χώρα ίσως κιεκείνη στα καλύτερά της, που πάντως σε μεταβατικό στάδιο όντας αλλάζει κι εκείνη με καταιγιστικούς ρυθμούς.
Ο Τζων Γκρέηντυ Κόουλ δεν αφήνει τίποτα ορθό στο διάβα του.Τα θέλει όλα και τα θέλει τώρα. Χαλαλίζει την ζωή του χωρίς να το πολυσκεφτεί,έτσι,για ένα σήμερα που κρατάει όσο μια ανατολή και μια δύση,δεν τον νοιάζει, στα είκοσί του αυτός έχει ζήσει καταστάσεις και φάσεις που άλλοι δεν ζουν ούτε στα πιο φιλόδοξα όνειρά τους, αλλά κι αυτό ,δεν θα του είναι αρκετό.
Θα σπάσει κάθε αλυσίδα καθωσπρεπισμού με τον τρελό,μπωντλερικό έρωτά του για το επιληπτικό κορίτσι,την Μεξικάνα πόρνη που θέλει να παντρευτεί, θα  κάνει τα πάντα να την τραβήξει από την ταξική δυστυχία στην οποία υπάνθρωποι που υπηρετούν ένα σάπιο σύστημα την έχουν καταδικάσει, θα παλέψει ακριβώς σαν την λύκαινα του "Περάσματος",θα συγκρουστεί όσο δεν μπορεί να διανοηθεί,θα ηττηθεί από διαβολικές συγκυρίες,θα εκτιναχθεί στο Αιώνιο- Άπειρο, μα τελικά θα κατατροπώσει  την Ειμαρμένη που τον έχει τάξει, από τον ερχομό του κιόλας, στον βωμό αίματος τού  βουλιαγμένου σε κάθε λογής πολέμους και βία, του ακατανόητου και τρελού ετούτου κόσμου των σάρκινών μας υπάρξεων!

*************************

Το γράψιμο του Μακ Κάρθυ είναι γλωσσικά και υφολογικά διαφορετικό στο καθένα από τα  βιβλία της τριλογίας και αξίζει να το δούμε πιο αναλυτικά γιατί αποδεικνύει-και αυτό- την κλάση του συγγραφέα και δικαίωνει την όλο και περισσότερη φήμη που αποκτά,έστω κι αν αυτή προήλθε κυρίως από τις μεταφορές κάποιων μυθιστορημάτων του στο σινεμά..
Στις "Πεδινές Πολιτείες"  κάνει σχεδόν ή τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος της, πειθαρχημένη ευθύγραμμη αφήγηση -που δεν θεωρείται και δεν είναι η πιο δελεαστική-και παρόλα αυτά καταφέρνει χωρίς να καταφεύγει σε εμβόλιμα,γλωσσικά στολίσματα να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.Δύο ή τρεις  φορές όλες κι όλες μετατοπίζει χρονικά την αφήγηση σε ένα παρελθόν επιστρατευμένο ίσα ίσα για την τόνωση της κεντρικής του ιδέας , κάνοντας αυτήν την αναδρομή όσο πιο ήπια γίνεται,επιλέγοντας πολύ εύστοχα κατά την ταπεινή μου γνώμη να την αναδείξει , περιφερειακά διατυπωμένη όμως, από το στόμα ενός στωικού και σοφού πια γέρου,που δεν θα μπορούσε να λείπει ως φιγούρα από μια τέτοια σύλληψη χαρακτήρων,ενός βετεράνου συνάδελφου του Τζων Γκρέηντυ,δικαιολογώντας την ως αναπόληση νεανικής εποχής,με σκοπό βέβαια να μας δώσει πληροφορίες που συνδέουν την μια εποχή με την άλλη, σαν ιστορικές γέφυρες, για να πατήσουμε σταθερά και να κατανοήσουμε καλύτερα τα υπόλοιπα παράλληλα δρώμενα.
Ολόκληρη δε την ιστορία του δεν διστάζει να την κλείσει και να την οδηγήσει σε έξοδο με μιαν αιφνιδιαστική κι ευθεία προβολή, με μεγάλη αναγωγή στο μέλλον,σε πολύ κατοπινούς χρόνους στους οποίους πετάγεται αλματωδώς θα έλεγα και χρησιμοποιώντας τον Μπίλυ Πάραμ περίπου ως αφηγητή ,χωρίς πάντως να τον φορτώνει υπέρμετρα, χαλώντας όλη την προηγούμενη ατμόσφαιρα και σε βάρος της κύριας ιστορίας.
Διακόπτει  έτσι την αφηγηματική ροή με την οποία μας έχει καθηλώσει, με τόσες σελίδες που έχουν προηγηθεί, αλλά μας προδιαθέτει ομαλά για την πιθανότητα μιας τέτοιας μελλοντικής  εξέλιξης, αντλώντας ιδέες και εικόνες από τα επιπλέον ταλέντα σκηνοθεσίας και  σκηνογραφίας,ισχυρά ταλέντα που συνοδεύουν το συγγραφικό του χάρισμα,ώστε  σχεδόν δεν το καταλαβαίνουμε,σε όλα του τα βιβλία γενικότερα,πότε και πώς μπαίνουμε από την μια στην άλλη φάση.

Στις "Πεδινές Πολιτείες" αυτή η εντυπωσιακή συγγραφική σκηνοθεσία είναι δωρική,μονοκόμματη, βαριά,σου κόβει την ανάσα.Στο "Πέρασμα" είναι  πιο ευέλικτη με καταπληκτικές και γενναιόδωρα δοσμένες περιγραφές των χώρων και των τόπων, που ενισχύονται με ένα ανόθευτο οικολογικό σκεπτικό το οποίο μοιράζεσαι αμέσως εύκολα και που κάνει, εικονοποιητικά τουλάχιστον, πιο ευδιάκριτη την καταλυτική συγγραφική σκηνογραφία.
Νομίζω ότι ο Κόρμακ Μακ Κάρθυ στην τριλογία συγγράφει σκηνοθετώντας και σκηνοθετεί (περι)γράφοντας  τα σκηνικά του με σκοπό  να σε γραπώσει και να σε κλείσει μια και καλή, όταν διαβάσεις τις τρεις ιστορίες του, μέσα σ'αυτές.

Οι  "Πεδινές Πολιτείες" και  το "Όλα τα όμορφα άλογα" έχουν αρκετά κοινά μεταξύ τους,όχι μόνον θεματικά-επειδή συναντάμε και στα δύο τον Τζων Γκρέηντυ και συμπάσχουμε-αλλ΄ επειδή κινούνται  στο ίδιο επίπεδο ύφους και γλώσσας κι αυτό είναι ένας από τους λόγους που  προτείνω την τήρηση της χρονολογικής σειράς έκδοσης για το διάβασμά τους,γιατί το "Πέρασμα" σαν  ενδιάμεσο διάβασμα δίνει την  ανάσα, που χρειάζεται η τριλογία για να γίνει μοναδική θεματικά και να είναι ταυτοχρόνως μοναδικά και πολυποίκιλα γραμμένη.

Ανέφερα ανάμεσα στα άλλα στην σχετική ανάρτηση στις αρχές Γενάρη πως βρίσκω ομηρικό, τουλάχιστον ομηρικότερο των πιο πολλών σύγχρονων ,τον Μακ Κάρθυ.Το εννοώ.
Χαρακτηριστικά ετεροδιηγητικός ως αφηγητής ο Μακ Κάρθυ και στα τρία του βιβλία λειτουργεί όπως ο Όμηρος-αν κι αυτό είναι κατά βάθος πολύ βαριά  κουβέντα- αναζητώντας,  όπως κι ο πρόγονός μας, μαζί με το προφανές ηρωικό στοιχείο και το δυσδιάκριτο θεϊκό, εκλιπαρώντας στην μια σκηνή την σοφία του Θεού, προκαλώντας την παρανοϊκή Ειμαρμένη και  την εσωστρεφή Πίστη στην άλλη, βάζοντας εμπόδια στο οπωσδήποτε ανηφορικό και δύσκολο  μονοπάτι που  στέλνει τους χαρακτήρες να δοκιμάζονται ακατάπαυστα, αλλά και κατεβάζοντάς τους στα πιο σκοτεινά βάθη, χωρίς εκείνος να μπαίνει στην πλοκή,όπως συνηθίζει ας πούμε ο Μισέλ Φέημπερ,που βέβαια πρέπει να φάει πολλά ψωμιά ακόμα για να σταθεί στο ίδιο σκαλί,αν ποτέ σταθεί,με τον Μακ Κάρθυ.
Ο Όμηρος υμνεί παρατηρώντας τον πόνο του ήρωα, που κάνει για παράδειγμα μια αποκοτιά για την πατρίδα, εμπνεόμενος από τους τόσο ανθρώπινους Θεούς του.Ο Μακ Κάρθυ υμνεί τους δικούς του ήρωες,για τον ίδιο πάντα λόγο,εδώ βέβαια υπάρχει ένας Θεός και σαν πατρίδα λογαριάζεται η Φύση .
Ο πόνος είναι το κοινό,το διαχρονικό συναίσθημα,που οδηγεί στην κάθαρση.
Ο Μπίλυ Πάραμ στο "Πέρασμα" είναι μια τυπική και ασφαλής απόδειξη των παραπάνω. Κάθε βήμα του σε πεδία πόνου τον οδηγεί στον Θεό,όπως και σε όποια εποχή κι αν τον εννοεί  καθένας. Ίσως ο Πάραμ να τον αναζητά συνειδητά μα σε λάθος χρόνο και τόπο ή το αντίστροφο, μπορεί  και να τον κουβαλάει μαζί του,μέσα του, με την μορφή του πατέρα του, που θα ανακαλέσει μα δεν  θα ξαναδεί, όταν τελειώσει αυτή η περιπέτειά του κι αρχίσουν οι άλλες,που τον περιμένουν,οι  σκληρότερες και λιγότερο ηρωικές. Αυτή την εργώδη αναζήτηση ή την απόρριψη του θείου και του θεϊκού,την κοπιώδη κατάκτηση της γνώσης ή της άγνοιας του Θεού από αδύναμα, ανθρώπινα πλάσματα,ο Μακ Κάρθυ την ζυμώνει ακούραστα  με τον ατομικό πόνο τους και τον πόνο των γύρω τους, όταν γίνονται άγγελοι ή τέρατα και αυτό διατρέχει όλη την τριλογία.

Η γραφή στις "Πεδινές Πολιτείες" και στο " Όλα τα Όμορφα Άλογα " είναι πιο τραχιά -δεν μιλάω για τις μεταφράσεις-αν κι ο Μακ Κάρθυ χρησιμοποιεί γενικά κατανοητές λέξεις τις οποίες αγαπά να μεταχειρίζεται  σαν υλικό για προτάσεις ,που  τις συνδέει με συστηματική (κατά)χρηση του και,ίδιον του λόγου του που περιέργως δεν κουράζει, αντιθέτως φωτίζει  το περιεχόμενο των προτάσων αυτών, τις κάνει περισσότερο επίσημες και πιο σημαντικές και μέσα στην απλότητά τους,αν τις διαβάσει κάποιος δυνατά,ηχούν σαφώς ομορφότερες.
Στο "Πέρασμα" ,τέλος,ο συγγραφέας κάνει πιο θεωρητικό γράψιμο,σχεδόν φιλοσοφεί κεντώντας, σαν πρόσθετα στολίδια, ολόκληρες παραγράφους με συμπυκνωμένες πολλές υπαρξιακές αγωνίες και κρίσεις,που πότε τις εκστομίζει ένας νευρωτικός και κάτισχνος γέρος στο κατώφλι του θανάτου,πότε μια τυχαία και που δεν την ξανασυναντάμε στον κορμό της αφήγησης,απλή,λαϊκήγυναίκα.




ΥΓ.Να κι ένα εφημεριδίσιο αρθράκι με διάφορες πληροφορίες περί Μακ Κάρθυ,για να κλείσω ....

Σχόλια

  1. Παντελής25/1/13 14:41

    Εκτενέστατη ανάρτηση,τεκμηριωμένη καλά,έστω με τον τρόπο του ερασιτέχνη.Εννοώ, Βιβή,για να μην παρεξηγηθώ,ότι σωστά εδώ ασχολήθηκες ενώ δεν είσαι όπως εσύ λες και ξαναλές φιλόλογος,με το φιλολογικό προφίλ των μυθιστορημάτων.Ένας επαγγελματίας ενδεχομένως θα έβλεπε κι άλλα και θα ενίσχυε αυτά τα στοιχεία περισσότερο αλλά κι έτσι καλώς σκέφτηκες το δεύτερο μέρος της ανάρτησης να περιλαμβάνει αυτά.
    Ο Μακ Κάρθυ στην χώρα μας δεν είναι επαρκώς γνωστός ούτε καν στα σχετικά λογοτεχνικά sites και μου άρεσε που δεν τον προτείνεις απλώς αλλά εξηγείς γιατί,πέρα από την προσωπική σου προτίμηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ για τα καλά λόγια,με μια επισήμανση,ότι ίσα ίσα,δεν κινούμαι πέρα από την προσωπική προτίμηση.Όλα είναι προσωπικές τεκμηριώσεις,συναισθηματική επιχειρηματολογία.Δεν είμαι φιλόλογος αλλά σκέτος αναγνώστης

      Διαγραφή
  2. Θάνος Λαμπρόπουλος31/1/13 23:07

    Πολύ ωραία ανάλυση Βιβή μου!Ελπίζω παροτρυνόμενοι απ΄αυτήν περισσότεροι αναγνώστες να αναζητήσουν αυτό τον σπουδαίο συγγραφέα.Μπράβο σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μακάρι.Ευχαριστώ για τα καλά λόγια.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου