"Το Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης " , Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης



Δευτέρα,11 του Φλεβάρη

Ωραία,κρύα μέρα σήμερα,με δυνατό,χειμωνιάτικο αττικό φως,ωραία μέρα για βόλτα.Αλλά εγώ προτιμώ να μείνω στο σπίτι.Εδώ κι έναν μήνα που έκλεισε το βιβλιοπωλείο -λόγω της κρίσης,μην το ξεχνάω,να το τονίζω,να το ξανατονίζω και να το καταγγέλλω αυτό το αισχρό και όχι από λάθη δικά μου που συνέβη και σε μένα και σε χιλιάδες άλλους ανθρώπους,που χάσαμε την δουλειά μας εξαιτίας της υποτελούς και ανίκανης κυβέρνησης αυτής της εξόχως ωραίας αλλ΄ άτυχης χώρας-,δεν μπορώ να ξεκολλήσω από το σπίτι.Μου είχε λείψει πολύ,φαίνεται.

Κάνω διάλειμμα από τις δουλειές μου-της καλής νοικοκυράς,ξέρετε,σήμερα ολημερίς μαγειρεύω, ναι,ακόμα έχουμε να φάμε,βάζω σκούπες,πλυντήρια,όλα μαζί,πότισα κι επιθεώρησα τα γλαστρικά μου ένα ένα,σκούπισα τη βεράντα,άντε να΄ρθει η άνοιξη,την πεθύμησα,ξεσκόνισα,έραψα και της ζακέτας τα κουμπιά-και μπαίνω στο διαδίκτυο να θυμηθώ ημερομηνίες και στοιχεία  βιογραφικά και εργογραφικά σχετικά με τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, διότι από σήμερα τη νύχτα αργά,που μ΄αυτά και μ΄ εκείνα δεν μου κολλάει ύπνος,λέω να πιάσω επιτέλους το "Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης" του,που έχω βδομάδες στα υποψήφια προς ανάγνωση.Διαβάζω ανάμεσα στ΄ άλλα ότι έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά,ιταλικά,ολλανδικά ,γερμανικά.Καλά,λέω,εντάξει και δεν ψάχνω ποια έργα ακριβώς,δεν χρειάζεται.Αναρωτιέμαι αμέσως,πώς μπορεί να έχει μεταφραστεί επαρκώς ο Πεντζίκης σε μιαν άλλη,οποιαδήποτε,γλώσσα εκτός απ΄ αυτή στην οποία έγραψε.Τι χαζή που είμαι,σαν να μην ξέρω ήδη την απάντηση στο ερώτημα αν αντέχει  ή όχι ο βασιλικός στο ολλανδικό κρύο,όταν του στερήσεις την λιακάδα!
Αποφασίζω να μη διαβάσω τίποτ΄άλλο,καμία κριτική,κανένα άρθρο,καμιά βιογραφία,να μην αφήσω τίποτα να μπει ανάμεσα σε μένα και το αντικείμενο του τρέχοντος αναγνωστικού μου πόθου,το πολυσυζητημένο πλήν ανεξερεύνητο, πιστεύω,ακόμα και από το πιο ελίτ βιβλιόφιλο κοινό "Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης" του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη.
Κάνω,τέλος,και μια συμφωνία με τον φιλολογοδικαστή, που ώρες και φορές υποδύομαι (για να δείξω ότι κάτι σκαμπάζω κι εγώ από λογοτεχνικούς όρους) ότι δεν θ΄ανακατευτεί διόλου.Τελεία.Τέλεια.
Ο Πεντζίκης διαβάζεται μόνο με τα μάτια της καρδιάς,το νιώθω.Έτσι προσέγγισα ό,τι έργο του βρέθηκε μπροστά μου εδώ και χρόνια κι αυτό θα κάνω και τώρα.Θα γράψω μετά ό,τι μου φέρει η κυρία Έρση με την βελόνα της...

Τρίτη,12 του Φλεβάρη

Εννοείται ότι θα μείνω στο σπίτι.Όλη μέρα ανοίγω στην τύχη σελίδες από το "Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης " και διαβάζω αποσπάσματα, σαν κι αυτό:

Σαν λιθάρι που τυχαία έπεσε στο νερό και παραμένει όπου βρέθηκε ανάμεσα στ΄άλλα αντικείμενα,τα μόρια της συστάσεως του βυθού,ένιωθα τριγυρνώντας επί πολλές ημέρες μόνος,στους πολυάριθμους αρχαίους Ναούς της Βυζαντινής πολίχνης,ελάχιστα πληροφο-ρημένος ώστε να μπορώ να ικανοποιήσω γνωστικά την διαρκή απορία μου.Στο χαρακτη-ριστικό ημίφως των Εκκλησιών,ύψωνα το χέρι ίσαμε τα γραπτά και έγχρωμα σχήματα,με την συνεχή προσδοκία να ψαύσω την ιδεατή γραμμή της συνθέσεως, που θα επέτρεπε στις αισθήσεις ν΄ακούσουν εύγλωττα τη βυθισμένη στη σιωπή ομιλία τους.

Ή ετούτο:

Σκόνταψαν και πέσαν χάμου.Το κορίτσι βάνει τα κλάματα.Το πρόσωπό του γεμίζει δάκρυα σαν τα μαργαριτάρια στις Εικόνες από τις Άγιες που μαρτύρησαν.Το χτυπημένο γόνατο μοιάζει με κάστανο που προβάλει από τον αχινό των τριγύρω στο τραύμα χωμάτων. Τ΄ αγοράκι χωρίς να κλαίει,κοιτά με το στόμα ανοιχτό.Θυμάται την ιστορία της τσουκνίδας και της μολόχας.Η πρώτη αγκυλώνει,η δεύτερη είναι καλή.Άμα τρίψεις το πόδι μ΄αυτή κι έμπει μέσα, γίνεσαι καλά."Βγες τσουκνίδα,μπες μολόχα". Επαναλαμβάνει πολεμώντας το πονεμένο γόνατο μ΄ένα φύλλο χορτάρι.Στο τριανταφυλλί καμπανάκι ενός λουλουδιού σκυμμένου στη γη,μια απ ΄τις μέλισσες που επέστρεψαν στην ποτίστρα χώθηκε βαθιά, αντλώντας νέκταρ από την σπιρουνάτη απόφυση του άνθους.Το κοριτσάκι δεν παραπονιέται για το πόδι,μόνο κουτσαίνει λίγο καθώς επιστρέφουν, αφήνοντας το δάσος στον ύπνο,όπου μόνη της μιλά η βρύση.

Και κάπου αλλού:

Ποιός είναι αυτός;Έλληνας βέβαια,μια και γράφω στην γλώσσα μας,και μέσα από τα τεχνάσματά της και τους τρόπους της αναγνωρίζω και μαθαίνω τον κόσμο.Με την κοινή μας λαλιά υφαίνω την σαγήνη, το δίχτυ που ρίχνω για ν΄ανελκύσω τις λαχτάρες μου.

Κι ακόμα:

Τόσο που αν δεν ντρεπόμουνα τους συνταξιδιώτες μου θα ’βανα τα κλάματα, σαν το παιδὶ που του πέφτει απ’ τα χέρια το παιχνίδι και σπάνει, βλέποντας τα ερημωμένα χωριά,που εγκαταλείφθηκαν γιὰ να συνοικισθούν εκ νέου.Γιατί ο τόπος μας νά’ναι γεμάτος με τόσα ερείπια;Γιατί κι’ ό,τι κτίζεται νέο,τόσο εύκολα καταντάει ερείπιο;Τα παιδιὰ της πατρίδας μας γιατί τόσο νέα να διακόπτουν γέλια καὶ παιχνίδια για να εργαστούν;Μού ’ρχοταν καθὼς περνούσα βιαστικὰ με τ’αυτοκίνητο ν’ απλώσω το χέρι και όπως κάνουν τα μικρὰ παιδιὰ για τα  παιχνίδια τους που χάλασαν,να πάρω να τα βάνω στο στόμα να τα γιατρέψω,ν’ αποκατασταθεί η  απολεσθείσα τάξη μ’ ένα φίλημα στα παθιασμἐνα σπίτια που μίλαγαν για στέρηση.Τόσο δυνατὸ ήταν το αίσθημα στα χείλη μου ότι φιλούσα, ώστε ευθὺς ξεχνούσα την όρεξή μου πού ’χα για κλάματα και μια ελπίδα ευφρόσυνη μου μπαλσάμωνε την καρδιά.Γιατί ο Παύλος και η Έρση να μη μ΄ακούσουν;Τόσο πολὺ ή προβολὴ του συγκεκριμένου και γνωστού σκοτώνει τη φαντασία τους και τους αφήνει αδιάφορους, δίχως ενθουσιασμό; Κι’ όμως πού αλλού παρὰ στο συγκεκριμένο φυτρώνουν όλα τα λουλούδια, τα πολυπληθή, ποικίλα και  έμορφα;

Τετάρτη,13 του Φλεβάρη

Πάντα στο σπίτι.Ξεκινάω επιτέλους κανονικά την ανάγνωση του βιβλίου που γυρόφερνα μήνες κι απορώ με τον εαυτό μου τι είδους αναγνώστρια είμαι, που δεν το έχω διαβάσει ως τώρα,ενώ από το πρώτο εκείνο έργο του "Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση" που είχα διαβάσει χρόνια πριν, τον είχα πολύ αγαπήσει ,παρά τα ολότελα διαφορετικά, από το συνολικότερο ύφος του Πεντζίκη,διαβάσματα που με έλκουν.Από τα ενδελεχή και αμέτρητα χτεσινά ξεφυλλίσματα ξέρω κιόλας τι πραγματεύεται,τι στοχάζεται,τι μοιράζεται με τον αναγνώστη.
Ξέρω πως ο Πεντζίκης έχει γράψει ένα  αριστούργημα.Στην δέκατη πέμπτη σελίδα του βιβλίου,την τρίτη του μυθιστορήματος στην πραγματικότητα,είμαι,κατηγορηματικά βέβαιη γι αυτό,πως πρόκειται όντως για α ρ ι σ το ύ ρ γ η μ α:

Αμαρτία η απουσία  από το παρόν.Το αστείρευτο ποτάμι που αρδεύει τα μέσα μας. Ανεβαίνει πολλές φορές ίσαμε το στόμα,αλλά διστάζεις να μιλήσεις γιατί σου φαίνεται θ΄ αφήκεις την τελευταία πνοή. Μένουμε στενά συνδεδεμένοι στα εφήμερα μορφώματα. Περισσότερο προσέχουμε τα σκουπίδια και απορρίματα παρά το νερό.Επάνω όμως στο πρόσωπο του νερού εφάπτεται το πνεύμα της αληθείας το ζωοποιό.

Πέμπτη,14 του Φλεβάρη

Διαβάζω μια μια λέξη,πολλές φορές διαβάζω δυνατά ολόκληρες σελίδες,όταν απομένω μόνη στο σπίτι-φυσικά και δεν σκοπεύω να ξεμυτίσω-διαβάζω σαν τρελή,έχοντας παρατήσει τα πάντα.  Ξαφνικά πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται τον  Χούλιο Κορτάσαρ.
Ω,ναι,το εξαίσιο "Κουτσό"  του 1963 και το "Μυθιστόρημα της Έρσης" του 1966 αγκαλιάζονται σφιχτά στο υποσυνείδητό μου και θα φωλιάζουν εκεί ,πανέμορφα δίδυμα διζυγωτικά, αποκτημένα σε μια  μη αιτιολογήσιμη σύγκλιση ενός μείζονος ιδιωτικού,λογοτεχνικού χρόνου. 





Παρασκευή,15 του Φλεβάρη

Η Γιόλα, φίλη από την λέσχη ανάγνωσης του Degas, με ξεσηκώνει.Μετά από μέρες, βγαίνω από το σπίτι, για να πάμε στο Ίδρυμα Κακογιάννη στην Πειραιώς,αγαπημένος μου δρόμος. .Έχουν ένα αφιέρωμα στον παλιό γιαπωνέζικο κινηματογράφο.Τις περισσότερες ταινίες τις έχω δει,αυτήν που προτείνει η Γιόλα, όχι.

Καλά,της λέω, τότε να πάμε.
Και αφήνω, για λίγες ώρες,την κυρία Έρση...
Στην διάρκεια της προβολής ένα με απασχολεί.Να την ξανασυναντήσω.



Βλέπουμε την ταινία του Ακίρα Κουροσάβα "Ο Ηλίθιος".Σωστά μαντεύετε.Ο Κουροσάβα έχει μεταφέρει στην οθόνη το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι κόβοντας και ράβοντάς το στα γιαπωνέζικα μέτρα,τολμώντας να το τοποθετήσει ημερολογιακά στο 1951, έτος,που γυρνάει το φιλμ. Όση ώρα κρατάει η ταινία εγώ έχω αδιάλλειπτα την κυρία Έρση στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Δύσκολα,σκέφτομαι, θα μπορούσε να γίνει ταινία η Έρση του Πεντζίκη.Είναι γραμμένη τόσο λεπτεπίλεπτα, τόσο ευλαβικά,είναι μια πολύ προσωπικά χτισμένη εκκλησία λέξεων, μια αφήγηση ονείρου που δεν έχει τελειωμό.

Ίσως να τα κατάφερνε ο Αβδελιώδης.Αλλά μπα,όχι,δεν χρειάζεται καμιά επικουρική εικονοποίηση.

Είναι Βιβλίο.Είναι Μυθιστόρημα.Είναι Λέξεις.


Νύχτα Παρασκευής προς Σαββάτο συνεχίζω να διαβάζω.Πώς θα καταφέρω αύριο να συμμαζέψω τις εντυπώσεις μου γι αυτό το ποτάμι γραφής που λέγεται Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και το διάβασμα του έξοχου κειμένου του,που μοιάζει με άνοιγμα κρεμμυδιού, αλλεπάλληλα φύλλα κολλημένα αριστοτεχνικά το ένα πάνω στο άλλο και ξεφλουδίζεις,ξεφλουδίζεις,ξεφλουδίζεις...

Σάββατο,16 του Φλεβάρη

Το πρωί  μου τηλεφωνεί η Γιόλα.Αυτή η γυρίστρω.Να πάμε να δούμε τους "Άθλιους" σε μιούζικαλ.
Μα καλά βρε παιδί μου,μου λέει για να τσιμπήσω,δεν έχεις περιέργεια;
Όχι κυρία Γιόλα μας,αυτή την στιγμή δεν έχω.Θα μείνω σπίτι να συνεχίσω με τον Πεντζίκη μου.Έχω εξάλλου να κάνω και μερικά άλλα σημαντικά πραγματάκια.Σχετικά με βιβλία,εύκολη μαντεψιά.

Αργά το απόγευμα πια η ανάγνωση του "Μυθιστορήματος της Κυρίας Έρσης" προχωράει σελίδα σελίδα με μεγάλο,συναισθηματικό κόπο,καθώς συμμετέχω στις δράσεις των ηρώων αλλά πιο πολύ επειδή διεισδύω στην αθέατη και μοναχική στοχαστικότητα της γραφής.
Το κείμενο του Πεντζίκη είναι υπέροχο,δεν έχω λόγια,με χουχουλιάζει μέσα του,ηρεμώ,σκέφτομαι, στοχάζομαι,όλες του οι παράγραφοι είναι  εικόνες  από όνειρο, ενισχυμένες με μουσικές και με ευωδιές που αιωρούνται στο δωμάτιο.Μου προκύπτει καλοδεχούμενη μια ανάγνωση που λέω τρισδιάστατη,σαν βύθιση στο όνειρο με πολλά χρώματα,δεν θέλω να με αποσπάσει κανείς.
Αυτό το όνειρο με οδηγεί σε έναν ελκυστικό, λαβυρινθώδη, απερίγραπτα γοητευτικό λογοτεχνικό παράδεισο. Βαδίζω νωχελικά σε νοερούς οπωρώνες με δέντρα κατάφορτα από ολόγερους,ώριμους γλυκούς καρπούς.Στέκομαι μια και δυο φορές στην κάθε σελίδα,δεν θέλω να την αποχωριστώ,δεν θέλω να αφήσω πίσω την ομορφιά καμιάς αλλά η επόμενη με καλεί να πάω σ΄αυτήν,έχοντάς μου ήδη γνέψει με μια λεξούλα που πήρε κλεφτά το ανυπάκουο μάτι καθώς αναπαυόταν ο νους στην προηγούμενη: σαρδεληδόν.Ή μια άλλη:του πολίσματος.Κι άλλη:υποτονθορίζοντας.Πολλές, εδώ κι εκεί,ως το τέλος:
για να ακουρμαστούν.Που τιθαίβοσκαν.Το λουτρικό της.Στ΄άνανθα φύλλα.Απαιωρημένα εκατέρωθεν.Παγκαλλές και εράσμιον.Ηλιόλαμπα νάματαΤους οαρισμούς.Κυκλοτερής.

Αφεύκτως.Αμενινά κάρηνα.Επίστρωμα αστρίου.Χειρόκτιο.Της ξυστήρας των μολυβιών. Των οινόπων κυμάτων.Τις υψαύχενες φτελιές.

Ωραίες,εύηχες,έξυπνες,περίεργες λέξεις,παλιούτσικες ή απλώς ξεχασμένες ή άγνωστες , αστείες, σοβαρές,απ΄αυτές που λέγονται μ΄αλαφράδα, από αυτές που... τρως κόλλημα μαζί τους!Πώς να τις μεταφράσεις αυτές ...Ρήματα,επίθετα,ουσιαστικά...
Λέξεις,κήποι κρεμαστοί της Βαβυλώνας!


Κυριακή,17 του Φλεβάρη

Στην σελίδα 284 παραδίνομαι.Δεν βάζω άλλα σημάδια με χαρτάκια στα κομμάτια που θέλω να αντιγράψω για να σας πείσω για του λόγου μου το αληθές.Είναι πάρα πολλά!Δεν υπογραμμίζω άλλες λέξεις.Δεν έχει νόημα,πρόκειται για όλο σχεδόν το βιβλίο!
Ο Πεντζίκης πατώντας πάνω στο τρυφερό και θεωρούμενο ελαφρούτσικο μυθιστόρημα " Έρση" του 1922,του Δροσίνη ,ξανασυναντά το καλοκαίρι του 1950 τους ήρωες Έρση και Παύλο Ροδανό, νιόπαντρους και πολύ ερωτευμένους και μαζί με δυό ακόμα βασικά πρόσωπα, που συνθέτει εκείνος, τον αφηγητή εαυτό του και τον πολυπρόσωπο Ρούιτ Χόρας,παρακολουθεί σε πρώτη προσέγγιση ένα ζευγάρι στις καλοκαιρινές του διακοπές στην Χαλκιδική.Απλά πράγματα.

Το μυθιστόρημα έχει τρία μέρη, με διαφορετικό αριθμό κεφαλαίων το καθένα κι αυτά με την σειρά τους αποτελούνται από ευάριθμα επεισόδια επίσης διαφορετικού συνολικού αριθμού στο καθένα.
Οι περιγραφές των τοπίων,των συναισθημάτων,των εντυπώσεων,αλλά και οι μύχιοι στοχασμοί του Παύλου και της Έρσης,του αφηγητή-φίλου,του Ρούιτ Χόρα,οι άπειρές τους αναμνήσεις, η ροή των αφηγήσεων κι οι πότε γρήγοροι πότε άκρως τεμπέλικοι ρυθμοί της,η ποικιλία κι ηεσωτερικότητα ,το δέσιμο εν τέλει όλων των παραπάνω σε ένα πολύ πυκνογραμμένο ,ζωντανό, ενιαίο κείμενο, που δίνει σχήμα στην σκέψη που έπεται ή συνοδεύει την όραση,την αφή,την ακοή,την όσφρηση,την σάρκινη τέλος πάντων εκείνη υλική πλευρά των υποκειμένων,είναι καταπληκτική και δεν την συναντάμε σε πολλά μυθιστορήματα,διατυπωμένη με τέτοια καθαρότητα.
Ο Πεντζίκης-κι εδώ δεν θα συμφωνήσω με όσους λένε το αντίθετο-με τις όχι πάντα συμβατικές δράσεις των ηρώων του, δεν παρεκκλίνει, από τους κύριους λογοτεχνικούς κανόνες ,γενικότερα τους τηρεί, καθώς δεν στερείται αρχής, μέσης και τέλους και καθώς η δομή μόνο χαλαρή δεν είναι  και επίσης ο ίδιος, ούτε ως αφηγητής εντός του κειμένου ούτε ως κύριος του λόγου του,δεν  υπερβάλει στιγμή πατώντας στην απαράμιλλη γλωσσική του δεινότητα.
Η συνολική στοχαστικότητα της γραφής του, νομίζω,ξεγελάει και θαρρείς ότι φορές φορές,εδώ κι εκεί, αποσπάται από την ραχοκοκκαλιά του αφηγήματος που είναι το καλοκαίρι των νιόπαντρων στην Χαλκιδική.Όχι ,απλώς βρίσκει ευκαιρία μέσα από τις βυθίσεις τους,τις σκέψεις,τις επιθυμήσεις και τα όσα καταγράφουν τα δικά τους νεανικά  σώματα κινούμενα στο ελλαδικό τοπίο,το γνώριμο, επιβλητικό  θαλασσινό  τοπίο της μεταπολεμικής Ελλάδας,να λοξοδρομήσει  αφηγηματικά χωρίς όμως να ξεμακραίνει ,ίσα ίσα  ν΄αγναντέψει κοντινές τοποθεσίες,να αναπολήσει συναφείς ιστορικές στιγμές από συλλογικές μνήμες στους ίδιους τόπους,να ανασυνθέσει ατομικούς πόνους και εθνικούς ορυμαγδούς ή και χαρές πάνω στην ίδια γη.
Άλλωστε το λέει σ΄ενα σημείο,σχεδόν απολογούμενος δια της Έρσης:

Γιατί η νεωτέρα Ελλάς να μη μπορεί άξια να ζωντανέψει,στο χώρο που κείται επέκεινα από το παρόν  ό,τι παρουσιάστηκε ευγενές; Μη τάχα με την πάροδο των ετών το μάρμαρο στραγγίχτηκε και δεν μπορεί να μιλήσει στις αισθήσεις των εφημέρων;

Ο Πεντζίκης είναι μια λογοτεχνική σχολή μόνος του,λέω,δεν τον οριοθετείς,είναι δύσκολος, όχι γιατί δεν τον καταλαβαίνεις,απλά γεγονότα κι όχι ιδιαιτέρως πολλά πιάνει ν΄αφηγείται  τουλάχιστον στο "Μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης", μα επειδή δεν έχει όμοιό του στην μεταπολεμική λογοτεχνία, σε παραξενεύει, ώσπου να αντιληφθείς την πολύπλευρη αισθητική του,τον καταλαβαίνεις φυσικά, αλλά η ερμηνεία της σκέψης του απαιτεί περαιτέρω εστίαση και αγάπη για την λογοτεχνία ως τρόπο ζωής. 
Είναι οπωσδήποτε άρτιος τεχνικά και γλωσσικά αλλά δεν σε εντυπωσιάζει μόνο μ΄ αυτά, έχει τέτοιο βάθος εικαστικό η σκέψη του,στήνει υπέροχα σκηνικά αφήγησης χωρίς να είναι περίπλοκα τα υλικά του.Θα την έλεγα σεμνή την γραφή του,μα ταυτοχρόνως πλούσια,δυνατή και σίγουρη,σε αφοπλίζει με την ευγένεια και την ειλικρίνειά της,θαρρείς εξομολογείται κι είναι  αναμφίβολα ποιητική η ανάπτυξή της. 


Μετά απ΄αυτό το εξαίσιο κείμενο δεν ξέρω τι θα ήθελα να διαβάσω...Σκέφτομαι,τέλος ,τι κρίμα, που τον Πεντζίκη δεν τον ξέρει όλος ο πλανήτης κι ούτε θα τον μάθει ποτέ,τι κρίμα.


ΥΓ.Καλωσόρισμα του φετινού Μάρτη κάνει στο ιστολόγιό του ο Πατριάρχης Φώτιος,με μια πολύ ωραία και προσεγμένη προσέγγιση στο "Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης".
Ελπίζω πολλοί να είναι οι  αναγνώστες που θα μπουν στον πειρασμό και θα διαβάσουν το "Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης",είναι πολλαπλή η ανάγκη, ειδικά τώρα,να θυμόμαστε πιο συχνά τους μεγάλους μας λογοτέχνες.

Σχόλια

  1. Τι ενθουσιασμός είναι αυτός;Γράφει όντως τόσο ποιητικά ο Πεντζίκης;Δεν έχω διαβάσει τίποτα από τόσα έργα που έχει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι,Μάριε γράφει ποιητικά,αλλιώτικα.Ειδικά εσύ βρες χρόνο να τον διαβάσεις.

      Διαγραφή
  2. Ελένη18/2/13 16:55

    Με συγκίνησε αφάνταστα που δεν κάνεις κλασική παρουσίαση αλλά μοιράζεσαι τα προσωπικά σου συναισθήματα.Αυτή είναι η αληθινή δύναμη των σπουδαίων βιβλίων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η γνώμη μου είναι ότι χρειάζονται οπωσδήποτε φιλολογικές γνώσεις για να αναλύσει κάποιος τη γραφή του Ν.Γ.Πεντζίκη. Αν δεν είναι φιλόλογος και μάλιστα καλός πρέπει να κάνει ειδική έρευνα και πολύ δουλειά για να μην πέσει σε λάθη και να μελετήσει καλά το έργο του.Οπότε έπραξες σοφά. Ωραίο αν και αδούλευτο το κείμενό σου,ανάλαφρο.Έξυπνες οι παρεμβολές στιγμών από την ζωή σου.Όντως ή έφτιαξες μια πλατφόρμα σωτηρίας;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βρούτε,τι υπονοείς;Ότι δεν ξέρω πού πάνε τα τέσσερα από φιλολογία;Αλήθεια είναι,δυστυχώς.
      Πολύ θα ήθελα να είχα σπουδάσει φιλολογία.
      Και δεν έφτιαξα πλατφόρμα σωτηρίας,αυθόρμητα βγήκε.Πάντως σωστικά λειτούργησε,το παραδέχομαι.
      θα κάνει ανάρτηση κι ο Βιβλιοκαφέ στις 1/3.
      Εσύ,εξυπνούλη,έχεις διαβάσει Πεντζίκη;

      Διαγραφή
  4. Βάσω Βουράκη18/2/13 20:38

    Εγώ δεν πιστεύω ότι δεν έχεις στοιχειώδεις γνώσεις,Βιβή μου,όλο και κάποια θεωρητικά της λογοτεχνίας θα έχεις μελετήσει.Άλλος αναγνώστης-blogger ενεργοποιεί περισσότερο τις λογοτεχνικές του γνώσεις,άλλος το συναίσθημα που του προκάλεσε η υψηλή συγγραφή.Ένας καλός φιλόλογος οφείλει να συνδυάζει και τα δύο.Οπωσδήποτε κάθε προσέγγιση του έργου του σπουδαίου αυτού λογοτέχνη είναι χρήσιμη.
    Να τον προβάλετε όσο μπορείτε.Εάν από τις αναρτήσεις σας προκύψουν 10 επιπλέον αναγνώστες που θα εντρυφήσουν στον Πεντζίκη έχετε κάνει άριστη δουλειά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βάσω, πολύ θα ήθελα να είχα προτιμήσει την Φιλολογία από την ηλίθια την Νομική,δεν μπορώ να καταλάβω πως την πάτησα έτσι.Σκέψου δε ότι είχα δάσκαλό μου τον Ανδρέα Μπελεζίνη και μου το έλεγε,παιδάκι μου,δεν είσαι για την Νομική, εσύ,θα τη σιχαθείς...
      Πάντως σ΄ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια.

      Διαγραφή
  5. Χαίρομαι για την επιλογή σας.Συμφωνώ με την προηγούμενη σχολιάστρια ότι τεράστιοι συγγραφείς σαν τον Πεντζίκη αξίζουν και με το παραπάνω να αναφέρεστε στο έργο τους.Το είδος της ανάρτησης είναι δευτερεύον.Κοντεύουμε να ξεχάσουμε πένες σαν του Πεντζίκη.Δεν πρέπει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος19/2/13 20:41

    Τρυφερή και προσωπική η παρουσίασή σας.Την χάρηκα,ήταν αποτέλεσμα της υποβλητικότητας του κειμένου,έτσι δεν είναι;Δεν πειράζει λοιπόν που δεν είναι φιλολογικώς άρτια.

    Νίκος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βεβαίως κι είναι αποτέλεσμα του έξοχου κειμένου.
      Ξέρετε τι κάνω από τότε που τελείωσα το διάβασμά του; Το ξαναδιαβάζω!
      Αλήθεια,η γραφή του Πεντζίκη είναι μια όαση στην καθημερινότητα.
      Να΄στε καλά.

      Διαγραφή
  7. ΚΩΣΤΑΣ26/2/13 16:16

    ΘΕΛΗΣΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΕΧΩ ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΜΟΥ.
    20,70 Η ΛΙΑΝΙΚΗ ΤΟΥ ΤΙΜΗ ΜΕΙΟΝ 10%,18,60.ΠΟΥ ΝΑ ΤΑ ΒΡΩ.
    Η ΑΓΟΡΑ ΑΝΑΒΑΛΛΕΤΑΙ ΕΠ΄ΑΟΡΙΣΤΟΝ.
    ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΤΙ ΛΕΜΕ ΟΤΑΝ ΣΥΖΗΤΑΜΕ ΠΕΡΙ ΜΕΙΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ανώνυμος27/2/13 01:00

    Χαίρομαι που σας βρήκα.Ωραίες οι αναρτήσεις σας.
    Καλή δύναμη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Κώστα, το βιβλίο το έχει η Αγρα στο παζάρι της, δύο φορές το χρονο (Ιούνιο και Φεβρουάριο) στη μισή τιμή...

    Βιβή, δεν ξέρω πώς να εκφραστώ για όσα γράφεις για το βιβλίο. Μου έρχεται να πω ευχαριστώ, εννοώντας το ότι σκέφτεσαι έτσι: χωρίς φιλολογικές αναλύσεις.
    Κάποιος προχθές μου είπε: φοβάμαι(!) ότι μένεις στην αισθητική της γλώσσας, και δεν προχωράς στο νόημα, όταν του ειπα ότι θα μπορούσα να διαβάζω ξανά και ξανά το Σεφέρη (όλα), τον Τσίρκα και το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (στη μετάφραση του Χουρμούζιου). Κι ας μην υπήρχαν άλλα βιβλία, αυτά θα ήταν αρκετά.
    Έτσι αισθάνθηκα ότι βλέπεις κι εσύ τα βιβλία. Ας μην πω άλλα, νομίζω ότι καταλαβαίνεις.

    Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης το ξεκίνησα πριν μερικές ημέρες, σαν μυθιστόρημα, και μετά κατάλαβα ότι είναι ποίημα, απ'αυτά που τα διαβάζεις για την απόλαυση της γλώσσας, και γιαυτή την ανάταση που σου δίνουν μερικά κειμενα. Που δεν ξέρεις το πώς και το γιατί, νιώθεις όμως το αποτέλεσμα, τις λέξεις (και τις σκέψεις) ως παρηγοριά, ως στήριγμα στη ζωη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Γεια σου lemon,το λέω και το ξαναλέω ότι θα ήθελα να έχω σπουδάσει φιλολογία αλλά αφού δεν,τι να κάνουμε ....
    Άρα με τα μάτια της καρδιάς θα συνεχίσω να διαβάζω και αυτά που νιώθω έτσι θα τα γράφω.

    Σε καταλαβαίνω και πολύ μάλιστα.

    Είδα και το ομώνυμο μπλογκ σου,ωραίο,τρυφερό...Κι ας μην... πλέκω χαχα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου