" Με Λένε Αράμ ",Ουίλιαμ Σαρογιάν


Τα δεκατέσσερα ωραία διηγήματα του αρμενικής καταγωγής Αμερικανού λογοτέχνη Ουίλιαμ Σαρογιάν αποδείχτηκαν καλή επιλογή για το Σαββατοκύριακο που μόλις πέρασε.
Στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν το 1989 από τις  εκδόσεις Νεφέλη σε μετάφραση Νόρας Αναγνωστάκη κι είναι μαζεμένα σ΄ένα βιβλίο, απ΄αυτά τα ωραία που τυπώνουν στην Νεφέλη,με τα εικαστικά εξώφυλλα.Το συγκεκριμένο το έχει φιλοτεχνήσει ο Νίκος Χουλιαράς και το πήρα  από φίλη με την οποία κάναμε... ανταλλαγή διότι, καταλαβαίνετε,οι πολύ βαρεμένοι βιβλιόφιλοι,ένα φετιχάκι το έχουμε και δύσκολα δανείζουμε αλλά και δανειζόμαστε βιβλία,αλλά η ανταλλαγή πχ κάποιων που μπορεί να τα έχουμε ακόμα και διπλά-ναι,συμβαίνει κι αυτό-ή δεν μας καίει να τά κρατάμε στα ράφια,είναι μια χαρά φάση.Βεβαίως και το να χαρίζουμε που και που τα διπλά μας ή γενικότερα κάποια από τα δεκάδες, που περιφέρονται παντού στα σπίτια μας κι αυτό καλή φάση είναι.

Οι δεκατέσσερις μικρές ιστορίες της συλλογής αυτής, που εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1940 είναι μικρές,πικρές,αστείες,τρελούτσικες,γλυκές,ποιητικές,καθημερινές,άμεσες κτλ οικογενειακές ενθυμήσεις που κουβαλούσε ο Σαρογιάν σαν παιδί Αρμένιων μεταναστών,που έχασε τους δικούς του στα εφτά του χρόνια και μεγάλωσε με πολλές στερήσεις σε ορφανοτροφεία και με τα επακόλουθα που συνεπάγεται αυτό,για κάθε -άτυχο-άνθρωπο που έχει ζήσει κάτι τόσο έντονα τραυματικό,όπως η ορφάνια.

Θα παραθέσω τους τίτλους,γιατί χωρίς να είναι κραυγαλέοι,δίνουν τέλειες κι ακριβείς συντεταγμένες για το ωραίο ταξίδι που θα κάνει ο αναγνώστης ανακαλύπτοντας το μαστόρικα δομημένο και πραγματικά καλογραμμένο περιεχόμενό τους.

Το καλοκαίρι του ωραίου άσπρου αλόγου-Το ταξίδι στο Χάνφορντ-Οι ροδιές-Ίσως ένας από τους μέλλοντας ποιητάς μας-Ο δρόμος των εκατό μέτρων-Ένα όμορφο ρομάντζο παλιάς μόδας,με έρωτα,λυρικά ποιήματα κι ό,τι άλλο θες-Ο ξάδερφός μου Ντικράν,ο ρήτορας-Οι πρεσβυτεριανοί τραγουδιστές της χορωδίας- Το τσίρκο-Οι τρεις κολυμβητές και ο μπακάλης απ΄το Γεηλ- Αμαξοστοιχία 38,ο Ότζιμπγουέη-Παλιά προγονική συμβουλή για τον Αμερικάνο ταξιδιώτη-Ο καημένος και καψερός Άραβας-Μία λέξις προς τους σκώπτας.
Και τι καλύτερο κλείσιμο από ένα ολόκληρο διήγημα για να πάρετε μιαν αρκετά καλή ιδέα του στυλ του Σαρογιάν,παρόλο, που δεν είναι αυτό που σ΄εμένα άρεσε περισσότερο*, αλλά αυτό που βρήκα έτοιμο για...copy paste κάπου στο διαδίκτυο και που μ΄ενα ctrl+ θα μεγαλώσετε τα γραμματάκια και θα το διαβάσετε μια χαρά.

Παλιά προγονική συμβουλή για τον Αμερικάνο ταξιδιώτη
 Μια χρονιά ο θείος μου ο Μελίκ ταξίδεψε από το Φρέσνο στη Νέα Υόρκη. Πριν πάρει το τρένο, τον επισκέφτηκε ο θείος μου ο Γκάρο και του μίλησε για τους κινδύνους του ταξιδιού.– Όταν μπεις στο τρένο, είπε ο γέρος, πρόσεξε τη θέση που θα διαλέξεις, κάθισε και μην το κουνήσεις από κει.– Μάλιστα, είπε ο θείος μου.– Λίγη ώρα αφού ξεκινήσει το τρένο, είπε ο γέρος, δυο άνθρωποι με στολή θα έρθουν να σου ζητήσουν το εισιτήριό σου. Να τους αγνοήσεις. Θα είναι απατεώνες.– Πώς θα το καταλάβω; είπε ο θείος μου.– Θα το καταλάβεις, είπε ο γέρος. Δεν είσαι πια παιδί.– Μάλιστα, είπε ο θείος μου.– Πριν κάνετε είκοσι μίλια, ένας πολύ ευγενικός νεαρός θα σε πλησιάσει και θα σου προσφέρει τσιγάρο. Να τους πεις ότι δεν καπνίζεις. Το τσιγάρο θα είναι χασισωμένο.
– Μάλιστα, είπε ο θείος μου.– Πηγαίνοντας στο βαγκόν-ρεστοράν, μια πολύ ωραία νεαρή γυναίκα θα σκοντάψει επίτηδες, θα πέσει επάνω σου και σχεδόν θα σ’ αγκαλιάσει, είπε ο γέρος. Θα σου ζητήσει χίλιεςσυγνώμες, θα είναι πολύ ελκυστική και θά ’χεις τη φυσική παρόρμηση να επιδιώξεις σχέσειςμαζί της. Να καταπνίξεις αυτή τη φυσική παρόρμηση, να προχωρήσεις και να πας να φας. Η γυναίκα αυτή θα είναι μια τυχοδιώκτρια.
– Μια τι; είπε ο θείος μου.– Μια πόρνη, φώναξε ο γέρος. Να προχωρήσεις και να πας να φας. Να παραγγείλεις τοκαλύτερο φαΐ, κι αν έχει πολύ κόσμο στο ρεστοράν κι η ωραία γυναίκα κάτσει απέναντί σου,μην την κοιτάς στα μάτια. Αν μιλήσει, κάνε πως είσαι κουφός.– Μάλιστα, είπε ο θείος μου.– Κάνε πως είσαι κουφός, είπε ο γέρος. Είναι ο μόνος τρόπος για να τη γλιτώσεις.– Να τη γλιτώσω από τι; είπε ο θείος μου.– Για να γλιτώσεις απ’ όλον αυτόν τον αθεόφοβο μπελά, είπε ο γέρος. Κι εγώ έχω ταξιδέψει.Ξέρω τι σου λέω.– Μάλιστα, είπε ο θείος μου.– Αρκετά λοιπόν είπαμε, είπε ο γέρος.– Μάλιστα, είπε ο θείος μου.– Ας μην ξαναμιλήσουμε γι’ αυτά, είπε ο γέρος. Τέλειωσαν πια όλα αυτά. Έχω εφτά παιδιά.Έζησα μια γεμάτη και ενάρετη ζωή. Καλύτερα να μην τα ξαναθυμάμαι όλα αυτά. Έχω χτήματα, αμπέλια, δέντρα, ζωντανά και χρήματα. Δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα – παρά μια-δυο μέρες κάποτε.– Μάλιστα, είπε ο θείος μου.– Γυρίζοντας στη θέση σου μετά το φαΐ, είπε ο γέρος, θα περάσεις απ’ το καπνιστήριο. Εκεί θά ’χουν στρώσει γερό χαρτοπαίγνιο. Οι παίχτες θα είναι τρεις μεσόκοποι άντρες, με φανταχτερά δαχτυλίδια στα δάχτυλα. θα σε χαιρετήσουν ευγενικά κι ένας απ’ αυτούς θα σε καλέσει να παίξεις μαζί τους. Πες τους: Μιλώ όκι αγγλικά.– Μάλιστα, είπε ο θείος μου.– Αυτά είχα να σου πω, είπε ο γέρος.– Σας ευχαριστώ πολύ, είπε ο θείος μου.– Α, και κάτι άλλο ακόμα, είπε ο γέρος. Όταν πλαγιάσεις το βράδυ, βγάλε τα λεφτά σου απ’ την τσέπη σου, και βάλε τα μέσα στο παπούτσι σου. Βάλε το παπούτσι κάτω απ’ το μαξιλάρι σου, έχε το κεφάλι σου πάνω στο μαξιλάρι όλη νύχτα και μην κοιμηθείς.
– Μάλιστα, είπε ο θείος μου.– Αυτά είχα να σου πω, είπε ο γέρος.
Ο γέρος έφυγε και την άλλη μέρα ο θείος μου ο Μελίκ πήρε το τρένο και ταξίδεψε διασχίζοντας την Αμερική ως τη Νέα Υόρκη. Οι δύο άντρες με τη στολή δεν ήταν απατεώνες, ο νεαρός με το χασισωμένο τσιγάρο δεν ήρθε, η όμορφη νεαρή γυναίκα δενκάθισε απέναντι στο θείο μου στο τραπέζι του ρεστοράν και δεν υπήρχε κανένα στρωμένοχαρτοπαίγνιο στο καπνιστήριο. Ο θείος μου την πρώτη νύχτα έβαλε τα λεφτά του στο παπούτσι του και το παπούτσι του κάτω απ’ το μαξιλάρι του και το κεφάλι του πάνω στο μαξιλάρι και δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα, αλλά τη δεύτερη νύχτα εγκατέλειψε όλη αυτή τη διαδικασία.Την άλλη μέρα πρόσφερε αυτός τσιγάρο σ’ έναν άλλο νεαρό, κι ο νεαρός το δέχτηκε. Στο ρεστοράν ο θείος μου άλλαξε θέση για να κάτσει σ’ ένα τραπέζι που καθόταν μια νεαρή κυρία.  Άρχισε ο ίδιος ένα παιχνίδι πόκερ στο καπνιστήριο και που πριν το τρένο φτάσει στη Νέα Υόρκη, ο θείος μου γνώριζε τους πάντες μέσα στο τρένο, κι οι πάντες τον γνώριζαν. Κι όταν το τρένο περνούσε απ’ το Οχάιο, ο θείος μου κι ο νεαρός που δέχτηκε το τσιγάρο και δυο νεαρές κυρίες που πήγαιναν στο Βάσαρ, έκαναν κουαρτέτο και τραγούδησαν The Wabash Blues.
Το ταξίδι ήταν πάρα πολύ ευχάριστο.Όταν ο θείος μου ο Μελίκ γύρισε πίσω απ’ τη Νέα Υόρκη, ο γερο-θείος μου ο Γκάρο τον ξαναεπισκέφτηκε.– Βλέπω πως είσαι μια χαρά, του είπε. Ακολούθησες τις οδηγίες μου;– Μάλιστα, είπε ο θείος μου.Ο γέρος κοίταξε πέρα στο κενό.– Είμαι πολύ ευχαριστημένος που κάποιος επιτέλους επωφελήθηκε από την πείρα μου, είπε.
* Μου άρεσε, πάλι, περισότερο εκείνο το διήγημα του Σαρογιάν με τον τίτλο "Οι Ροδιές",που το είχα δαβάσει και παλιότερα  στα συμπεριλαμβανόμενα στον β΄τόμο της συλλογής "Αμερικάνικα Διηγήματα" των εκδόσεων Γράμματα, αλλά είναι πολλές σελίδες και δεν άντεχα να σας το μεταφέρω...


Σχόλια