" Το Γαλάζιο Τετράδιο " , Εμμανουήλ Καζακέβιτς



Αναρωτιέμαι πόσα αναγνωστικά χιλιόμετρα από και προς ωραίους κόσμους βιβλίων, ολωσδιόλου διαφορετικούς-που όμως εισχωρούν ο ένας στον άλλο-μπορεί να καλύψει μέσα σε λίγες μόνον μέρες ένας αναγνώστης,κάνοντας κάποια ευέλικτα διάδοχα διαβάσματα!Αμέτρητα,όπως διαπίστωσα κι η ίδια αυτή την εβδομάδα,που κάλυψα μεγάλες αποστάσεις, πηγαίνοντας από τον Πολωνό Μρόζεκ στον Σοβιετικό (Ουκρανό) Καζακέβιτς.

Ο  Σλάβομιρ Μρόζεκ το 1972 -εκτός κομμουνιστικής Πολωνίας ήδη-εξέδιδε τον "Ελέφαντα", μια συλλογή με 42 διηγήματα στα οποία δεν δίσταζε να κριτικάρει με πολύ κοφτερό χιούμορ ό,τι σαν κομμουνισμό στην πράξη ή παραλίγο κάτι τέτοιο,βίωσε την δεκαετία του ΄60 ,ο ίδιος κι η πλειονότητα των συμπατριωτών του στην ταλαίπωρη Πολωνία,μια χώρα που την έχουν κι εκείνη κατ΄επανάληψη κομματιάσει λογής ευρωπαϊκά ιμπεριαλιστικά πολιτικά συμφέροντα,συγκλίνοντας μάλιστα για τον σκοπό αυτό, παρά την υποτιθέμενη διαφορετικότητά τους...
Ο Μρόζεκ ,τουλάχιστον στην συγκεκριμένη συλλογή,δεν στρέφεται κατά του κομμουνισμού σαν ιδεολογία,αλλά σαν κακοστημένου συστήματος εξουσίας με πολλά κενά στην πράξη.Αυτήν την εντύπωση μου άφησε ,ότι δηλαδή δεν περιγελά  την μαρξιστική πρόταση σαν ένα ακατάλληλο θεωρητικό εργαλείο για ένα δικαιότερο κόσμο,αλλά ότι στηλιτεύει ουσιαστικά και τεκμηριωμένα δεκάδες από τα κακώς κείμενα του καθεστώτος, από τα αμέτρητα,που-βέβαια κι από τεράστια ψέματα  συμπληρωμένα-έπονταν το ένα του άλλου και γίνονταν εύκολη καραμέλα στο στόμα των λογής ανά την υφήλιο αντιπάλων τού αδόκιμου ακόμα μοντέλου και τα οποία πάντως ο Μρόζεκ δεν τα μηχανεύτηκε,τα έζησε,τα υπέστη,είχε δίκιο να τα κατακρίνει και καλά έκανε και τα πολέμησε με την τέχνη του.
Το 1961 όμως,σε προηγούμενη κι ακόμα πιο ρευστή χρονική συγκυρία- επί Χρουστσόφ δηλαδή και με τον ψυχρό πόλεμο να οδεύει στο φόρτε του αν λάβουμε υπ΄όψιν μας τουλάχιστον την κρίση των πυραύλων της Κούβας έναν χρόνο μετά- με άλλο ύφος γραφής κι εντελώς διαφορετικές προθέσεις ο Εμμανουήλ Καζακέβιτς (1913-1962) ο Σοβιετικός συγγραφέας από την Ουκρανία γράφει, λίγο πριν πεθάνει, μιαν ολιγοσέλιδη,πολύ ενδιαφέρουσα- από πολλές απόψεις -νουβέλα  στην οποία ιστορείται ένα κρίσιμο κι επί τούτου, θαρρώ,παρμένο κομμάτι από την συγκλονιστική ζωή του Λένιν.
Τίτλος της "Το Γαλάζιο Τετράδιο". Πηγή έμπνευσης το γνωστό τετράδιο με το γαλάζιο εξώφυλλο  που όντως σ΄αυτό ο Λένιν,συγκέντρωνε το υλικό για ένα από τα κατοπινά πιο σημαντικά του θεωρητικά έργα,το "Κράτος και Επανάσταση".
Ο Καζακέβιτς αναπλάθει την πραγματική δράση και καθημερινότητα των προσώπων,το καλοκαίρι εκείνο του 1917 πριν την επανάσταση ,στην διάρκεια του οποίου, περνώντας στην παρανομία, ο Λένιν έζησε για δυό μήνες στο αγροτικό Ραζλίφ στις όχθες μιας λίμνης,με απλούς μπολσεβίκους, χωρικούς κι εργάτες,μαζί και με τον Γκριγκόρι Ζινόβιεφ,γνωστό στον δυτικό κόσμο αργότερα, από τις  δίκες της Μόσχας.
Στη νουβέλα του ο Καζακέβιτς δείχνει αγάπη και σεβασμό στο πρόσωπο και γενικότερα στην όλη φυσιογνωμία του Λένιν,λογικό μου φαίνεται,κι εμπνέεται από τα στοιχεία της προσωπικότητάς του τα οποία παραθέτει έξυπνα σαν σκέψεις του  Ζινόβιεφ,μετά από συζητήσεις των δύο ανδρών,ήπιες διαφωνίες και διατύπωση διαφορετικών τακτικών για την πραγματοποίηση του κοινού τους σκοπού.
Ο Ζινόβιεφ, βλέπουμε,πως εκτιμά τον Λένιν,ίσως τον ζηλεύει λιγάκι,λογικό κι αυτό,απορεί μεν για το ακατάβλητο πνεύμα του,μα συμμετέχει και συμπάσχει με την αγωνία του για την εξέλιξη των πραγμάτων ακόμα κι αν διαφωνεί κι ο συγγραφέας τον χρησιμοποιεί δημιουργικά και με αρκετή συγκατάβαση για να προβάλει όμως ακόμα πιο πολύ τον Λένιν και το ατελείωτο εύρος της δικής του,μοναδικής,επαναστατικής σκέψης.
Πένες βουτηγμένες σε καλά πληρωμένη αντικομμουνιστική χολή-ειδικά σήμερα που η ξετσιπωσιά τους εξαργυρώνεται ευκολότατα- θα εύρισκαν διάφορα δήθεν αρνητικά να πουν, είμαι σίγουρη.
Η νουβέλα όμως αυτή του Καζακέβιτς δεν είναι μια εγκωμιαστική προσωπογραφία για κομματικές καταναλώσεις υπέρ ή κατά.
Προσωπικά  προσπάθησα να την διαβάσω αντικειμενικά,σαν αυτό και μόνον που  θεωρώ πως τελικά είναι : μια ωραία κι όχι ωραιοποιημένη απόδοση ενός μόνο μέρους, πολύ μικρού,από την ζωή μιας μεγάλης και σπάνιας προσωπικότητας, που δύσκολα χωράει στις σελίδες οποιουδήποτε φιλικού ή εχθρικού βιβλίου.

Ο Καζακέβιτς δεν συγγράφει από υποχρέωση εκτελώντας μια παραγγελία της τότε κυβέρνησής του. Γράφει καλά κι από καρδιάς,είναι ταλαντούχος κι αυτό φαίνεται.Έχει ωραίο ύφος,χαμηλούς τόνους και την γραφή του την διατρέχει μια απροσποίητη γλυκύτητα.Είναι πολύ γλαφυρός,ανθρώπινος κι αφοπλιστικά ειλικρινής όταν για παράδειγμα περιγράφει την αγωνία της λιγομίλητης κι εργατικής Ναντιέζντα Κοντράτιεβνα,της χωρικής που φιλοξενώντας τον Λένιν παίζει κορώνα γράμματα τις ζωές των παιδιών της μα δεν το κάνει και... θέμα,μόνο συνεχίζει τις δουλειές της κάθε μέρα, αντιμετωπίζοντάς τα όλα ,όπως διαβάζουμε, ψύχραιμα και πρακτικά.
Οι περιγραφές του καλοκαιρινού αγροτικού τοπίου και των οικογενειακών στιγμών των χωρικών που φιλοξενούν τον Λένιν είναι αδρές,όλα συμπυκνώνονται σε μια λέξη:πρακτικά.Τα πάντα πρέπει να έχουν μια πρακτική, γερή βάση για να σταθούν οι δοκιμαζόμενοι απλοί άνθρωποι και ν΄αντέξουν,η ζωή κανενός τους δεν είναι για πέταμα,ένα καζάνι η ρωσική κοινωνία και βράζει κι η έκρηξη δεν θ΄αργήσει, υπάρχει ένας υπέρτατος σκοπός.
Οι διάλογοι είναι μετρημένοι ,απλοί κι αυτοί,περιεκτικοί,ταιριαστοί με την λιτή δομή του κειμένου, διόλου δεν το βαραίνουν καθώς, πλέκοντάς τους αρμονικά, ο Καζακέβιτς αποκαλύπτει καλύτερα και συνεχώς ενώπιόν μας την ανθρώπινη πλευρά του  μεγάλου επαναστάτη,που σε λιγοστές στιγμές ανάπαυλας από το γράψιμο ,δεν διστάζει να πέσει στο δροσερό νερό της λίμνης παρέα με τον μικρό Κόλια και να κολυμπήσει για λίγο σαν ξέγνοιαστο παιδί κι αυτός ή να πάει να μαζέψει, πάντα παρέα με τον εύθυμο πιτσιρικά, μανιτάρια!
Δεν αποφεύγει βέβαια μερικές ηρωικού ύφους κοινοτυπίες αλλά αυτές είναι ελάχιστες κι ασήμαντες μπροστά στην ομορφιά της κεντρικής ιδέας, που είναι η ανάδειξη της απλότητας και την ίδια στιγμή της ιδιαίτερα ευφυούς  και μαχητικής προσωπικότητας του Βλαντίμιρ Ιλίτς Ουλιάνοφ,του Λένιν.
Τρομερά ενδιαφέρουσα εν ολίγοις η τόσο γνωστή αυτή νουβέλα.Έκανα πολύ καλά που την διάλεξα για ανάγνωση μετά τον "Ελέφαντα" και με αφορμή τα δυό βιβλία άρχισα να σκέφτομαι πώς θα ήταν τα πράγματα στον παγκόσμιο χάρτη αν δεν πέθαινε τόσο νωρίς ο Λένιν κι ακόμα ακόμα τι θα γινόταν αν δεν τον διαδεχόταν ο Στάλιν μα ο Τρότσκι κτλ κτλ κι αν ήταν ένας άλλος ηγέτης στο τιμόνι της ΕΣΣΔ κι όχι ο Στάλιν μήπως αυτός δεν θα κομμάτιαζε τόσο ψυχρά την Πολωνία παρέα με τον Χίτλερ ή δεν θα άδειαζε τους Έλληνες κομμουνιστές στον τραγικό εμφύλιο  κτλ σε-περιττή λέω- δουλειά να βρισκόμαστε...
Κλείνω λοιπόν λέγοντας ότι το βιβλίο αξίζει,το προτείνω επισημαίνοντας ότι η μετάφραση του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου είναι, όπως πάντα, πολύ καλή κι επισημαίνοντας ότι το βιβλίο είναι καινούργιο,του 2012,άψογα τυπωμένο, σε πολύ καλό χαρτί από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή και κοστίζει 7 ευρώ,ε,μη μου πείτε,γιατί στάθηκα σ΄αυτό,ξέρετε...

Σχόλια

  1. Στέλιος Μαρκάκης5/3/13 17:19

    Καλή η ανάρτηση,ξεκάθαρη και η θέση σου μπράβο.
    Στην ίδια έκδοση υπάρχει ένα διήγημα που λέγεται Εχθροί.Το ξέχασες ή δεν ήθελες να το αναφέρεις;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ούτε το ένα ούτε το άλλο.Απλά η νουβέλα ήταν αυτή που με συγκίνησε,μου προκάλεσε κριτικές σκέψεις,ήταν αυτή που σε αντιδιαστολή με τον Ελέφαντα του Μρόζεκ που είχε πρηγηθεί,μου έφερε και μια μελαγχολία.
      Όταν λέτε ξεκάθαρη τη θέση μου, τι εννοείτε;
      Η Γερμανοσοβιετική Συνθήκη που υπέγραψαν στις 23 Αυγούστου 1939 ο Στάλιν και το άλλο το τέρας δεν είναι εφεύρημα,ιστορική αλήθεια και πολύ βαριά μάλιστα είναι.

      Διαγραφή

  2. Σκέφτηκα να σας δώσω ένα απόσπασμα που δείχνει την αγωνία διαχρονικής επαναστατικής αναζήτησης.Ελπίζω να το αφήσετε.


    Σσσσ, έκανε ο Εμελιάνοφ.
    Δυο βάρκες πλησίαζαν τη στεριά. Οι κιθάρες και τα τραγούδια ακούστηκαν πολύ σιμά.
    - Λέτε να κάνουν προς τα δω; Ψιθύρισε ο Ζινόβιεφ.
    Στη μια βάρκα τραγούδαγε ο ένας άνδρας.
    Μικρό μου, την άνοιξη μην ψάχνεις για ρόδα, ρόδα θα βρεις και μετά.
    Την άνοιξη έλα βιολέτες να μάσεις, βιολέτες δε θα ‘βρεις μετά.
    Βιολέτες μετά θα ζητάει η ψυχή σου μα δε θα τις βρεις πουθενά.
    Πικρά θε να κλάψεις, μα η άνοιξη πάει κι όσο να κλάψεις δε θα ‘ρτει ξανά.
    Μια μεθυσμένη φωνή αντήχησε ξαφνικά από την άλλη βάρκα:
    Στάζουν τα χειλάκια σου σιρόπι από κεράσι το μάγουλο σου ρόδο “γκλουάρ ντε Ντιζόν”…
    - Σιωπή, αναιδέστατε! ακούστηκε με νάζι γυναικεία φωνή.
    - Σιωπή, βλακέντιε! σιγοντάρησε τη γυναίκα αντρική φωνή.
    Μια ψιλή παθιάρικη φωνή αντήχησε από την πρώτη βάρκα:
    Ζακετάκι αν βογκ από του Πακέν
    κατόπιν η φούστα της κυματιστή
    κατόπιν η δαντέλα η φουφουλιαστή
    κατόπιν, κατόπιν…Αυτή!
    Η δεύτερη βάρκα πήρε τους άλλους στο ψιλό:
    Μαντάμ Κλοτς! Πάρτε το μωρό,
    το καημένο κλαίει και δε μωρώνει…
    Άνοιξε στο πάτωμα λίμνη…
    - και δεν πατώνει!
    Ακούστηκαν χάχανα. Πήραν αμέσως άλλο σκοπό:
    Γερμανοί κατάσκοποι,
    σπιούνοι Γερμανοί,
    του Κάιζερ τσιράκια! - Αυτό για την αφεντιά μας, ψιθύρισε ο Λένιν και γέλασε σιγανά.
    Οι βάρκες απομακρύνθηκαν.
    “Λευκά χλομά και μοσχομυρωδάτα-τ’ άνθη της νυκτός ονειροπολούν”- ερχόταν από πέρα το τραγούδι με παραφωνίες. Σιγά-σιγά χαμήλωνε κι έσβηνε. Ξανάγινε σιωπή.
    - Ε και που να ‘ξεραν ποιος είναι ‘δω! γέλασε με χαρά και πείσμα ο Εμελιάνοφ. Που να ΄ξεραν!
    - Τι σάχλες, τι αηδίες! έτρεμε από το κακό του ο Ζινόβιεφ.
    Ο Λένιν χαμογελούσε σκεφτικός.
    - Αυτά λοιπόν, έκανε κατόπιν…Το μάγουλο σου ρόδο “γκουάρ ντε Ντιζόν”
    Σηκώθηκαν και τράβηξαν σιωπηλοί για το καλύβι. Μια δυσάρεστη, πικρή διάθεση άφησε σ’ όλους, ακόμη και στον Κόλια, τούτο το πέρασμα της προστυχιάς και της φτηνοζωής που ‘φερε μια μπόχα κρασιού και ξετσιπωσιάς στο απάνεμο καταφύγιο τους. Έκανε ο καθένας μια δική του σκέψη. Ο Ζινόβιεφ ότι η παλιά Ρωσία είναι ζωντανή ακόμη, σώα και αβλαβής και πανταχού παρούσα-σαχλοτράγουδα, βλακείες, μπεκριλίκι με λαθραίο τσίπουρο και συχνά, αντί για τσίπουρο, σκέτο οινόπνευμα, εκφυλισμός και παρακμή, ξεπούλημα των πάντων, μια ζωή άθλια και τιποτένια…
    Και κάνεις δεν δίνει δεκάρα για τους επαναστάτες που καταδιώκονται κι αναγκάζονται να κρύβονται. Ελάχιστοι, σταγόνα στον ωκεανό του μικροαστισμού, οι εργάτες που ξέρουν και καταλαβαίνουν
    Ο Εμελιάνοφ σκεφτόταν ότι τούτη τη φορά γλίτωσαν φτηνά, αφού οι βάρκες δεν άραξαν, μα μεθαύριο που θ’ αρχίσει το κυνήγι τα πράματα θα ‘ναι ζόρικα, δίκιο είχε ο Σβερντλόφ που είπε να βρουν κανένα άλλο μέρος…
    Ο Κόλια είχε ακόμη στο νου του το κολύμπι που έκανε ο Λένιν και θύμωνε μ’ εκείνους εκεί στις βάρκες που τραγούδησαν για τους Γερμανούς κατασκόπους. Το τραγούδι πείραξε, φαίνεται, τον Λένιν κι ο Κόλια τόσο πολύ τον λυπόταν τώρα που του ερχόταν να κλάψει κρυφά μες στο σκοτάδι…
    Μα ο Λένιν δε θυμόταν το τραγούδι…οι σκέψεις του είχαν πάρει άλλο δρόμο: θέλεις δε θέλεις, σκεφτόταν, θα τα πάρεις μαζί σου κι αυτά τ’ ανθρωπάκια για να κάνεις την επανάσταση, αλλιώς δεν γίνεται. Τους ανθρώπους που θα φτιάξουν το σοσιαλισμό δεν μπορείς να τους αποκτήσεις με ειδική παραγγελία, θα βολευτείς λοιπόν, κατά κάποιο τρόπο με τούτους εδώ, θ’ αγωνιστείς να τους κάνεις ανθρώπους. Δεν υπάρχει πουθενά καμία μακάρια χώρα Ουτοπία, υπάρχει μόνο η Ρωσία και απ αυτή θα ξεκινήσεις.
    Δύσκολο το εγχείρημα, τα εμπόδια τρομαχτικά και διαβολεμένα κι ίσως η δουλειά με τους ανθρώπους αυτούς θα είναι δυσκολότερη και από την ίδια την επανάσταση. Μα τι να γίνει, άλλη λύση δεν υπάρχει Θα έρθουν κατόπιν άλλοι άνθρωποι, θα μεγαλώσει και η γενιά του Κόλια…θα έχουν βέβαια και ετούτοι τα δικά τους βίτσια, μα θα ναι αλλιώτικα τα πράματα τότε, πολύ αλλιώτικα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλόδεχτο και σας ευχαριστώ.Κι εμένα μου άρεσε αυτό το κομμάτι,όπως κι εκείνο που περιγράφει την αγωνία της γυναίκας του Εμελιάνοφ και που έγραψα στην ανάρτηση σχετικά.Αλλά βαρέθηκα να το αντιγράψω...

      Διαγραφή
  3. Η ρομαντική πλευρά της επανάστασης πριν την πραγματοποίησή της και η πικρή αλήθεια της απομάκρυνσης από το ταμείο με τα καλά,όταν έγινε αντιληπτό το λάθος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Θάνος5/3/13 19:29

      Κάτι ήξερε λοιπόν ο Μαγιακόφσκι.

      Διαγραφή
    2. Μάριε,τα είπες όλα με 26 απλές λέξεις.Έτσι ακριβώς.

      Διαγραφή
  4. Οι σκέψεις με τις οποίες τελειώνεις έχουν περάσει από το μυαλό και πολλών πολλών άλλων ... Και τι σύμπτωση, σαν σήμερα (ίσως ή ... περίπου λένε, γιατί ένα μυστήριο άφησαν να πλανιέται τότε) πριν από 70 χρόνια πέθανε ο Στάλιν. Και σαν σήμερα επίσης πέθανε η τραγική Άννα Αχμάτοβα! Μέρα που διάλεξες...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νύχτα να λες, γιατί δεν είχε ακόμα ξημερώσει στις 3.30 που σκεφτόμουν χίλια δυο γράφοντας αυτές τις τελευταίες γραμμές.Πόσοι άνθρωποι,
      πόσες ζωές,πόσες θυσίες...
      Και να ψηφίζει,ακούς,να ψηφίζει η ελληνική κοινωνία,μια από τις πιο ταλαιπωρημένες της Ευρώπης,τους ναζήδες,πού καταντήσαμε,ξανά στα σκοτάδια...

      Διαγραφή
  5. Θεοδώρα Κουμενάκου6/3/13 01:58

    Υπέροχο βιβλίο πράγματι.Η διάσταση του απλού και ανθρώπινου που προσδίδεται στον μεγάλο στοχαστή και επαναστάτη κάνει το βιβλίο του Καζακέβιτς ξεχωριστό.Η περιγραφή ενός μόλις διμήνου από την ζωή του είναι αρκετή να καταλάβουμε ποιός ήταν ο Λένιν.Ο Καζακέβιτς πολύ σωστά δεν θεοποιεί τον Λένιν,κάτι τέτοιο θα ήταν ανόητο.Θα άγγιζε την προσβολή.
    Πολύ ειλικρινές και ωραίο το σχόλιό σας στο τέλος του κειμένου.Δυστυχώς ο Λένιν δεν έζησε όσο έπρεπε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος6/3/13 22:56

    Σε δική σου ανάρτηση για τον Ρίτσο το βρήκα:
    "Εμείς μερτικό δεν ζητήσαμε.Τίποτα.Μόνον θυμηθείτε το:αν η Ελευθερία δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας,εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα.Γειά σας."
    Ας το σκεφτούμε όλοι καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου