" Η Χώρα του Χιονιού ",Γιασουνάρι Καβαμπάτα



 

Γιασουνάρι Καβαμπάτα (1899-1972).Σπουδαίος σαν συγγραφέας , οξύνους  και λεπτολόγος παρατηρητής της παραδοσιακής και με τόσο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ιαπωνικής ζωής αλλά και των μεταβολών της, διαυγής εκφραστής της,πριν η δύση κάνει εμφανή την μεγάλη της επέλαση στη χώρα του,ο πιο λυρικός εκπρόσωπος της σχολής εκείνων των σύγχρονων, κατανοητών από όλο τον κόσμο μεγάλων Ιαπώνων συγγραφέων,με τη χαρακτηριστική ευγενική,εκλεπτυσμένη,οπωσδήποτε ερωτική αλλά μαζί και μελαγχολική και μονοκόματη κάπως αντίληψη της ομορφιάς και της σκληρότητας των ανθρώπων, όταν αγαπούν κάτι ή κάποιον απρόσμενα , κτητικά,εκτός κοινωνικών πλαισίων,που δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να τα υπερβούν, επομένως και αδιέξοδα.
Ο Καβαμπάτα είναι γνωστός στους περισσότερους αναγνώστες από το "Σπίτι των Κοιμισμένων Κοριτσιών" και το Νόμπελ,που έχει πάρει, δικαίως και μάλιστα πριν αυτό γίνει μέσον πολιτικών σκοπιμοτήτων, τουλάχιστον όχι τόσο απροκάλυπτων.Όμως όλο το έργο τού Καβαμπάτα είναι πολύ ενδιαφέρον κι ελκυστικό κι αξίζει να μη σταθεί ο  βιβλιόφιλος σε ένα,αλλά να διαβάσει και δεύτερο-οποιοδήποτε -βιβλίο του και τότε είναι βέβαιο πως θα μπει για τα καλά στην ατμόσφαιρα της έξοχης γραφής του,η οποία θα τον γοητεύσει με την έντονη εσωτερικότητά της, πέρα από τις τεχνικές της αρετές (τον πλούσιο στρωτό λόγο,την αρμονία στο δέσιμο της πλοκής,την θεατρικότητα των ηρώων και των διαλόγων τους,την οικονομία της δράσης και την εστίαση στα πραγματικά σημαντικά σημεία της).

Στην "Χώρα του Χιονιού"-ένα ιδανικό βιβλίο για συνειδητή απόδραση* από όποια ασχήμια και να γίνεται γύρω μας-ο Καβαμπάτα,στην εν έτει 1956 - μετά από τις εκδόσεις του ίδιου έργου, που έχουν προηγηθεί το 1937 και στην δεκαετία του ΄40- οριστικοποιημένη μορφή του κειμένου του, αφηγείται κι αυτός –καθώς το θέμα δεν είναι πρωτόλειο και το έχουμε διαβάσει στις λογοτεχνίες όλου του κόσμου-την ατελέσφορη ερωτική ιστορία του Σιμαμούρα, εύπορου, νέου άνδρα, που μπορεί να απολαμβάνει, όσο εκείνος επιθυμεί κάθε φορά,την απόδραση από τον έγγαμο βίο και την ζωή του στο Τόκιο, ταξιδεύοντας στους χειμερινούς τόπους της πατρίδας του κι έχοντας, όσο κι όπως θέλει την συντροφιά ελκυστικών γκεϊσών και, εδώ, της γκέισας Κομάκο,με την οποία ερωτεύονται , ίσως λιγότερο ή διαφορετικά αυτός απ΄όσο εκείνη.
Είναι ένας τρόπος ζωής συνηθισμένος,όπως καταλαβαίνουμε για τον (πλούσιο) Ιάπωνα των αρχών του 20ού αιώνα και μια (ανδρική)αισθητική ζωής πολύ διαδεδομένη.

Ο Καβαμπάτα βέβαια λέει :να τι δεν μπορούσε να καταλάβει ο άεργος Σιμαμούρα , ο άνθρωπος, που την περιουσία του την είχε κληρονομήσει.
Κι έτσι απ΄την αρχή μας δίνει ένα στίγμα των κοινωνικών συσχετισμών. Αλλά δεν τον κατηγορεί σε καμία περίπτωση γι αυτό,ούτε για το ότι αφήνει σύζυγο και παιδιά κάθε τόσο, επειδή σε μια από τις αποδράσεις του αυτές ερωτεύεται την Κομάκο,την 20χρονη , θελκτική επαρχιώτισσα,  μια κοπέλα που επιλέγει να γίνει γκέισα,ερασιτεχνικά στην αρχή ,με ζήλο μαθητεύοντας στη συνέχεια κοντά σε άλλες για να τελειοποιήσει την δουλειά της.
Ας θυμηθούμε λίγο τις γκέισες.Ακόμα κι αν μείνουμε στην εξωραϊσμένη αντίληψη που τις ήθελε διασκεδάστριες πλούσιων ανδρών κι όχι απαραιτήτως (και) πόρνες,το σίγουρο είναι πως παρά τις ελευθερίες που αυτές μπορεί να είχαν, πρόκειται για ένα ακόμα εκτεταμένο φαινόμενο αδικίας σε βάρος της γυναίκας.Τι θα πει διασκεδάστριες υψηλού επιπέδου..
Ξέρουμε ότι έπρεπε πχ να παίζουν μουσική,να τραγουδούν, μορφώνονταν για να μπορούν να παίρνουν μέρος στις συζητήσεις,να στέκονται στο ύψος του περιστασιακού τους εργοδότη,μάθαιναν να είναι όμορφες, ευγενικές, κάτι σαν γλάστρες δηλαδή . Ανθρώπινη εκμετάλλευση βρίσκω κι εδώ κι όλα τα άλλα τα ακούω βερεσέ, συγχωρείστε με…
Η διαχρονική  πόρνη της δυτικής κοινωνίας ήταν και είναι μυθοποιημένη αλλά μόνον στην λογοτεχνία -μια εμμονή ωραιοποίησης την έχουν παλιοί και σύγχρονοι συγγραφείς με τις έρημες τις πουτάνες,τι υποκρισία- άντε και στον κινηματογράφο, όντας πότε Στέλλα,πότε Ευδοκία, ρημαγμένο όμως στην αληθινή ζωή, πλάσμα δακτυλοδειχτούμενο και κατατρεγμένο είναι,ελεεινή απόδειξη εκμετάλλευσης της γυναίκας από τον άντρα,του ανθρώπου από άνθρωπο.
Η Ιαπωνία των αρχών του προηγούμενου αιώνα όμως δεν αποδεχόταν ότι είχε αυτή την αισχρή αντίληψη για τις επαγγελματίες του έρωτα.Αρεσκόταν να ισχυρίζεται ότι δεν τις αδικούσε,τις εξιδανίκευε,τις εκπαίδευε και τις χρησιμοποιούσε!
Η γκέισα προφανώς ήταν σε καλύτερη μοίρα από την δυτική πόρνη ,που συντηρούσε η δυτική καθολικοκρατούμενη και ενισχυμένη με μπόλικη δόση προτεσταντισμού υποκρισία , συγγενεύει με την εταίρα της αρχαιότητας,δεν είναι (ο )αποδιοπομπαίος τράγος, ήταν η επαγγελματίας για ένα επάγγελμα,για το οποίο έπρεπε να έχει ένα... επίπεδο και που αυτό όμως το επάγγελμα αφορούσε γυναίκες και οριζόταν από πρωτόκολλα,κατασκευασμένα από άντρες, που ήταν-τί άλλο- ταιριαστά, προφανώς,στις δικές τους εξουσίες.
Κατακριτέα κατάσταση,αν αναλύεται με έντιμη ματιά,εκείνη της  πραγματικής καθιέρωσης της ισότητας των ανθρώπων,σ΄όλες τις περιπτώσεις, γιαπωνέζικες και δυτικές.
Όμως.Όμως ο Καβαμπάτα ανακοινώνει ευθαρσώς αυτές τις κατακριτέες ιδιότητες των ηρώων του-εκείνη του αργόσχολου άντρα και της επ΄αμοιβή ερωμένης- βάζοντάς μας στην αλήθεια της χώρας και της εποχής της, μόνο και μόνο για να τους θεωρήσει εν τέλει ένα Άνδρα και μια Γυναίκα,που ερωτεύονται αλλά δεν μπορούν να είναι μαζί . Απλά πράγματα, ανθρώπινα, όποιες κι αν είναι οι τυπικές αισθητικές φόρμες στις οποίες μπαίνουν.
Αυτός ο έρωτας είναι ο πυρήνας της ιστορίας κι απ΄αυτόν εκτινάσσονται οι δευτερεύουσες σχέσεις και καταστάσεις, που τις εκφράζουν σαν σε χορό ή καλύτερα σαν εκείνο το παραδοσιακό αργόσυρτο θέατρο των Ιαπώνων,τα υπόλοιπα πρόσωπα:η Γιόκο που είναι η κοπέλα που ο Σιμαμούρα γνωρίζει στο τρένο,εντυπωσιάζεται αλλά  και ποτέ δεν μαθαίνει την σχέση της ακριβώς με την Κομάκο της οποίας είναι και δεν είναι το alter ego και που ο θάνατός της στην φωτιά δείχνει, με βίαιο τρόπο, πως ήρθε η ώρα να πέσει η αυλαία σ΄αυτή την σχέση,η δασκάλα της μουσικής που δεν την βλέπουμε πουθενά μα ο ρόλος της είναι καταλυτικός,ο άρρωστος γιός της δασκάλας αυτής και η φήμη που κυκλοφορεί πως η Κομάκο χάριν αυτής της γυναίκας γίνεται γκέισα-για να κερδίσει χρήματα για την φροντίδα του άρρωστου-τα βοηθητικά πρόσωπα,ο ξενοδόχος,η τυφλή μασέρ και όλοι όσοι είναι ο υπάκουος , καλοσυντονισμένος, χάρτινος θίασος του Καβαμπάτα.
Ένας έρωτας σε μια Ιαπωνία που έχει αλλάξει και που περιγράφεται με ρυθμούς ήρεμους, σχεδόν νωχελικούς, διανθίζεται αρμονικά με τα μυστικά και φανερά φερσίματα,με τις πράξεις και τις σκέψεις των ηρώων,που διατυπώνονται ποιητικά και υπαινικτικά ,μέσα σε μια ερωτική ατμόσφαιρα  και ρομαντική αλλά μαζί και απόλυτη στις απαγορεύσεις της, βαλμένη τέλεια σε φόντο ενός λευκού από το χιόνι στα βουνά τοπίου.
Οι αναφορές του συγγραφέα στο ωραίο αναζωογονητικό κρύο του χιονιού αλλά και της ζέστης,που έρχεται από τις παραδοσιακές εστίες θέρμανσης των δωματίων στα παλιά γιαπωνέζικα σπίτια αλλά εκπορεύεται και από τα ερωτευμένα σώματα των εραστών είναι συνεχείς και γλαφυρές,κρυώνεις και ζεσταίνεσαι μαζί τους,τινάζεις το χιόνι από τα παπούτσια σου,διπλώνεις το ρούχο στους ώμους σου να απαγκιάσεις,χαλαρώνεις ή μεθάς όπως η Κομάκο , που συμβιβασμένη με την μοίρα της ψάχνει διέξοδο σε όποιο περιθώριο ελευθερίας τής έχουν αφήσει,θυμώνεις,κλαις ,γελάς κι εσύ.Τόσο άμεσος είναι ο Καβαμπάτα.
Και τι είναι όλο αυτό τελικά,μήπως ένας συμβολισμός του καθαρού και αγνού στην ερωτική σχέση; Διακήρυξη ενός τέλους εποχής που έρχεται από τα χιόνια και πρέπει να φύγει εξαγνισμένη σαν εποχή από μια φωτιά; Ίσως ναι,ίσως όχι.Τι σημασία έχει;
Οι άνθρωποι σ΄όλα τα μήκη και πλάτη της γης θ΄αγαπούν,θα μισούν,θα ζηλεύουν,θα ερωτεύονται ,θα προδίδουν,θα αθετούν,θα είναι ανασφαλείς,θα είναι ευτυχισμένοι,θα γίνονται δυστυχείς κι όλα τα υπόλοιπα και οι ποιητές κι οι συγγραφείς θα γράφουν και γύρω τους και γύρω μας θα συμβαίνουν χίλια δυο.


ΥΓ.
Τον Καβαμπάτα τον θυμήθηκε η  αγαπητή σχολιάστρια κ.κ. και στην σχετική κουβεντούλα  που κάναμε,όταν της είπα ότι έχω διαβάσει Καβαμπάτα("Το Σπίτι των Κοιμισμένων Κοριτσιών" και την "Λίμνη") εκείνη  μου πρότεινε και την "Χώρα του Χιονιού".Την ευχαριστώ πολύ.


*Ιδανικό βιβλίο για συνειδητή απόδραση* από όποια ασχήμια και να γίνεται γύρω μας. Κάπου μου βγήκε αυθόρμητα αυτή η φράση, σε τούτη εδώ την ανάρτηση για την "Χώρα του Χινιού" του Καβαμπάτα.Και αμέσως έκανα ένα κατεβατό σκέψεις.Πώς πρόφερα (κι εγώ) αυτήν την λέξη- απόδραση-που μπορεί να σημαίνει χίλια καλά αλλά και κοπάνα, λιποταξία, φεύγω,κόφτε το λαιμό σας, ο σώζων εαυτόν σωθήτω κι ένα σωρό άλλα;Γιατί το είπα αυτό;
Ή μήπως είχα κατά νου άλλη λέξη και από κεκτημένη ταχύτητα έγραψα την εύκολη λέξη απόδραση; Λοιπόν έτσι είναι.Η λέξη που τριγυρίζει στο μυαλό μου εδώ και πολλούς μήνες δεν είναι η λέξη απόδραση μα η λέξη σιωπή.
Σιωπή απέναντι στην τρέλα μιας χώρας, της οποίας ο λαός που την κατοικεί δεν σέβεται την ιστορία και δεν εννοεί να διδαχθεί τίποτα από τα μαρτύρια, που έχει περάσει. Αναζήτηση του ανθρώπινου στις ιστορίες των κατοίκων μιας άλλης-μακρινής- χώρας, ιστορίες μιας άλλης εποχής,με τα ζητήματά της , μα άλλης.
Σιωπή.Επειδή σιωπή δεν σημαίνει απαραίτητα άνανδρο φευγιό.Σημαίνει και εύρεση νέων στοχασμών και ανασυγκρότηση. Έννοιες που μαζί με την Ηθική είναι σε εθνική έλλειψη....
Σιωπή,όπως την περιγράφει ο πανεπιστημιακός μας δάσκαλος ο Γιώργος Γραμματικάκης;
Ναι,θα συμφωνήσω, σ΄αυτή την συγκυρία, μ΄αυτή την σιωπή.

Σχόλια

  1. Σέβομαι, εκτιμώ και διαβάζω το Γιώργο Γραμματικάκη, ο ίδιος δεν είναι σιωπηλός, αν θεωρήσουμε ότι σιωπή είναι αποχή. Και όταν σιωπή είναι αναστοχασμός, είναι αυτό που έχουμνε ανάγκη. Όμως, φοβάμαι ότι καμιά φορά η επίκληση της σιωπής είναι και μια καλή δικαιολόγηση της αποστασιοποίησης, της μη συμμετοχής. Πάντως, σήμερα δεν ξέρω αν η σιωπή βοηθά...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κατερίνα,νομίζω ότι μιλάει κατά της χυδαιότητας που βγαίνει πολύ έντονα κι από χείλη που δεν το περιμέναμε.Επιλέγει την σιωπή απέναντι στις άνευ ουσίας συζητήσεις τύπου όλα τα ξέρω,δεν αφήνω χώρο σε κανέναν διότι υπάρχει μόνον η δική μου αλήθεια και κάτι τέτοιο.
      Άρα δεν είναι ακριβώς σιωπή,είναι κάτι βαθύτερο.
      Σ΄αυτή την συγκυρία μπορεί να είναι μια σιωπή πολύτιμη επειδή δεν είναι κυριολεκτική αλλά επιλεκτική,στοχευμένη.Ίσως,λέω,δεν ξέρω,ψάχνω.

      Διαγραφή
  2. Κ.Καλλιφατίδης25/4/13 13:25

    Εγώ αλλιώς ερμήνευσα το κείμενο του Γραμματικάκη.Σιωπή μπορεί να είναι το να μην συμμετέχεις σε κόμματα και στα επικοινωνιακά,πολιτικά τους παιχνίδια.Για μένα ο Γραμματικάκης φωτογραφίζει ας πούμε τον Σύριζα στον οποίο πολλοί άνθρωποι,ανάμεσά τους και εγώ, εναπόθεσαν τις ελπίδες τους,δούλεψαν σκληρά για να γίνει αξιωματική αντιπολίτευση αλλά διαψεύδονται από την ανευθυνότητα της ηγεσίας και τον τραγικό μικροαστισμό των μικρομεσαίων του στελεχών,που λειτουργούν περίπου σαν επόπτες εταιρείας,σαν θυρωροί, που εμποδίζουν την συνεννόηση ανάμεσα στο πάνω και στο κάτω.
    Σιωπώ λοιπόν για μένα σημαίνει ότι δεν συμμετέχω πια στον σύριζα,δεν ακούω να μου λένε αλλά και δεν λέω μεγαλόστομες ανευθυνότητες.
    Υπάρχει ένα κίνημα έξω από όλους αυτούς τους επαγγελματίες της πολιτικής που γεννά την μη ρατσιστική αλληλλεγγύη και την αληθινή ανθρωπιά,έστω όχι πάντα ή όχι πάντα με επιτυχία,όμως υπάρχει και το μόνο που δεν χρειάζεται για να συνεχίσει είναι οι κραυγές και οι φανφάρες των κομμάτων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νάσος25/4/13 14:10

      Η Μανωλάδα δεν θα ερχόταν ποτέ στο φως αν είχε επικρατήσει η σιωπή.
      Κι εγώ πιστεύω ότι ο Γραμματικάκης μιλάει αλληγορικά.

      Διαγραφή
    2. Η Μανωλάδα, φίλε Νάσο, ήρθε τυχαία στο φως, όπως λες, επειδή η κτηνωδία εκδηλώθηκε με άμεσο δολοφονικό τρόπο και παραλίγο να έχει νεκρούς.Μερικοί δημοσιογράφοι είχαν και παλιότερα αναδείξει το θέμα αλλά ποιός τους είχε ακούσει πριν πέσουν οι πυροβολισμοί;
      Και τι θα γίνει στην συνέχεια;Θα σταματήσει οριστικά και σε όλα τα επίπεδα αυτό το αίσχος;Ή στη θέση των Μπαγκλαντεσιανών απλώς θα δούμε φτωχά Ελληνάκια να δουλεύουν για ένα ξεροκόμματο,βεβαίως ανασφάλιστα ή με κανα ένσημο για στάχτη στα μάτια και μετά θα αναφωνήσουν οι έμμισθοι κοντυλοφόροι, ε,καιρός ήταν να δουλέψουν τα κακομαθημένα παιδιά της μεσαίας τάξης....Και τα αφεντικά κάθε τύπου θα είναι πάλι κερδισμένα,τι θαρρείς;

      Διαγραφή
  3. Μαρία Βασιλάκη25/4/13 14:41

    Εγώ θα πω για το βιβλίο.Επειδή είναι πολύ φθηνή όλη η σειρά του Καστανιώτη με τα νόμπελ τα αγόρασα όλα και από τα καλύτερα ήταν του Καβαμπάτα.Λάτρεψα το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών.΄Ετσι γνώρισα τον συγγραφέα και αναζήτησα και τα άλλα βιβλία του από τα οποία ξεχωρίζω την χορεύτρια του ίζου και την χώρα του χιονιού.Ωραία ανάρτηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ειρήνη25/4/13 18:42

      Με 1,80 το κάθε βιβλίο;Δεν το συζητάω.Τα έχει κι άλλο κεντρικό μαγαζί με 2 ευρώ,ας είναι καλά ο ανταγωνισμός,μικρή διαφορά,εμείς με τέτοια χαιρόμαστε.

      Διαγραφή
  4. Ανώνυμος25/4/13 22:10

    Εννοείται ότι δεν χρειάζεται ...εύφημος μνεία για το βιβλίο που, έτσι κι αλλιώς, σκοπεύατε να διαβάσετε. Η χαρά μου είναι μεγάλη όταν βλέπω ότι σας αρέσουν βιβλία που αγαπώ, όπως το σημερινό και "Η γυναίκα της άμμου", που το σχολίασα στο φίλτατo Read for a life και όχι εδώ, για να μην επαναλαμβάνομαι.

    κ.κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η επίσπευση οφείλεται σε σας πάντως.

      Διαγραφή
  5. Ανώνυμος25/4/13 22:21

    Να συμπληρώσω ότι κι εγώ πρόσεξα πριν από μέρες το άρθρο του Γραμματικάκη και το βρήκα εξαιρετικό.
    Χάρηκα που το συνάντησα εδώ.

    κ.κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος25/4/13 22:48

    Ἢ λέγε τί σιγῆς κρεῖττον,ἢ σιγὴν ἔχε.Επιλέγω και εγώ το δεύτερο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου