" Ο Άγγελος στο Πηγάδι " , Παντελής Πρεβελάκης

Μια Μεγαλοβδομάδα

Το μυθιστόρημα "Ο Άγγελος στο Πηγάδι" γράφτηκε από τον Πρεβελάκη το 1970 . Είναι το πρώτο της ατελείωτής του τριλογίας με τίτλο "Ερημίτες και Αποσυνάγωγοι". (Το δεύτερο το έγραψε το 1974 , είχε τίτλο "Η Αντίστροφη Μέτρηση", κυκλοφόρησε χέρι με χέρι ,όταν ακόμα δεν είχε πέσει η χούντα και τρίτο δεν υπήρξε.)

Ο " Άγγελος στο Πηγάδι ".Πόσο αντικειμενική μπορώ να είμαι για το πλέον αγαπημένο μου απ΄όλα τα ελληνικά μυθιστορήματα;Δεν μπορώ και δεν με απασχολεί πια το ότι αναφέρομαι σ΄αυτό έχοντάς το προσεγγίσει με υποκειμενική ματιά.
Πρόκειται για ένα  έξοχο μυθιστόρημα μόλις 182 σελίδων, πολύ ιδιαίτερο, που σε ξεγελά εξ αιτίας του παλαιικού ύφους που έχει ως προς την φόρμα του και ειδικά τη γλώσσα,την οποία επέλεξε ο συγγραφέας να χρησιμοποιήσει εν έτει  1970, για να αποδώσει ακόμα πιο ποιητικά ,πιστεύω,την ευαίσθητη κεντρική ιδέα της μυθιστορίας αλλά και τον βαθύτατο (ανα)στοχασμό πάνω στην ζωή και στον θάνατο που το διατρέχει,γλώσσα σαν μεταξωτή κλωστή κεντήματος,ενισχυμένη με στοιχεία που εύκολα θα ισχυριστεί ο βιαστικός αναγνώστης πως πατάνε στα (κρητικά) χνάρια του Καζαντζάκη -στενότατου προσωπικού φίλου τού Πρεβελάκη και στέκομαι εδώ για να πω ότι χάρη στον σεβασμό του προς εκείνον,ίσως,ο Πρεβελάκης δεν επιχείρησε ποτέ να βγει μπροστά,χωρίς βέβαια και να τον μιμείται- αλλά που στην παρούσα μυθοπλασία υιοθετεί κι ο ίδιος την αυτή αισθητική,αυτήν που έχουμε γνωρίσει στο πλατύ καζαντζακικό έργο,μη ξεχνώντας ότι ο Καζαντζάκης είναι διαχρονικά αυτός,που ανάμεσα στους μεγάλους μας συγγραφείς συνεχίζει να νέμεται την μερίδα του λέοντος σε παγκόσμια φήμη και αποδοχή.  
Τα πράγματα όμως,νομίζω, δεν είναι ακριβώς έτσι.Ο Πρεβελάκης θεματικά ή αν όχι με το θέμα του το ίδιο πάντως με τον πιο μοντέρνο τρόπο που το εξελίσσει,είναι πολύ περισσότερο κοντά σε συνάφεια με την νεότερη γενιά του΄30,παρά στον προηγηθέντα ηλικιακά Νίκο Καζαντζάκη,σε τούτο το αφήγημα τουλάχιστον, στο οποίο εμπλέκεται απευθυνόμενος κι αυτός στιγμές στιγμές στον αναγνώστη και μάλιστα συγγενεύει η συναίσθηση που ξεχειλίζει τα βίαια δρώμενα μ΄εκείνα τα αντίστοιχα που ένα κομμάτι της συγκεκριμένο , οι ποιητές -ας το κρατήσουμε αυτό-αρέσκονται να καδράρουν με εικαστική διάθεση και συνεχώς,παρμένα όλα από  το εναλλασσόμενης ομορφιάς , πότε ορεινό πότε θαλασσινό, απόλυτα ελληνικό *όμως τοπίο ,καθώς το θαυμάζουν απερίφραστα κι εντάσσουν αναπόσπαστα σ ΄αυτό και τον ντόπιο  Άνθρωπο ,με τα πατρογονικά του χούγια που εξαρτώνται από τον συγκεκριμένο τόπο μα και τα κατοπινά του καμώματα,πάντα  σχετικά με τον τόπο που ζει.
Το  προτελευταίο αυτό μυθιστόρημα του Πρεβελάκη (1909-1986) δεν το έχουμε ψάξει πολύ καλά, δεν έχουμε ασχοληθεί επαρκώς μαζί του,δεν θελήσαμε να ξέρουμε γιατί άραγε , όπως υποστηρίζω , δεν μπορεί- ευτυχώς- να τσαλαπατηθεί με αναλύσεις σαν αυτές που έχουν κάνει την Φόνισσα,ας πούμε, φτηνό ψωμοτύρι στα σχολικά βιβλία λογοτεχνίας και γιατί ετούτο δεν πρόκειται να μπει σ΄αυτά κι από μια άποψη, πάλι ,ευτυχώς.
Ξέρω πως  θεωρείται από πολλούς πιο αδύναμο από τα πρώτα του,προσωπικά θα το έκρινα ως απλώς πολύ διαφορετικό,επειδή είναι επικίνδυνα ανθρώπινο κι απρόσμενα και σκανδαλιστικά ερωτικό, διαδραματιζόμενο μάλιστα μέσα σ΄ένα υποβλητικό σκηνικό δράσης ,μια Μεγαλοβδομάδα, σ΄ένα μετόχι μοναστηριού χωμένο κυριολεκτικά σ΄έναν γκρεμό του δύσβατου κρητικού φαραγγιού, που ο ήλιος φτάνει με τρεις ώρες καθυστέρηση ως εκεί κάτω γι αυτό το λένε και Πηγάδι με αντι-ήρωες ένα δόκιμο μοναχό,που παλεύει με τα θεριά της ένοχης συνείδησής του κι ένα πουλάρι,που γεννιέται στα χέρια του και γίνεται κατά την θολωμένη κρίση του δόκιμου η έσχατη ευκαιρία σωτηρίας της ψυχής του,το νοερό υποκατάστατο της γυναίκας που δεν άγγιξε ,δεν αποχόρτασε,της αρραβωνιαστικιάς που δεν χάρηκε τον έρωτά της επειδή έπρεπε να πάει σε πόλεμο αλλά και της αμόλυντης αγάπης που αφορά όλα τα πλάσματα ενός εξανθρωπισθέντος Θεού, που πήρε πάνω Του τις αμαρτίες τους.

Από το 1928 ο Πρεβελάκης έχει εκδηλώσει την συμπάθειά του για τους Έλληνες που πολέμησαν στη Μικρασιατική εκστρατεία.Έχει γράψει το επύλλιο «Στρατιώτες» στα 18 του και το έχει αφιερώσει ειδικά στους Κρητικούς ,που ζώστηκαν τα όπλα αυτή την φορά όχι για να ελευθερώσουν , αλλά να σκλαβωθούν οι ίδιοι,διαπαντός ενοχικά,από τις συνέπειες μιας ακόμα διπλωματικής βρωμιάς των συμμάχων Μεγάλων Δυνάμεων σε βάρος της Ελλάδας και του μεγαλοϊδεατισμού του Βενιζέλου, που βγαίνοντας νικητής(;) κοντά τους από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο έθρεψε(;) αυταπάτες,πίστεψε(;) πρωτίστως στους Άγγλους -ναι,πάλι αυτοί- αλλιώς ξεκίνησε ,αλλού κατέληξε κι έμεινε αποτέλεσμα της πολιτικής του τελικά η μέγιστη καταστροφή του σύγχρονου ελληνισμού,κι όχι η ανάκτησή του.
Ο δόκιμος μοναχός ,ο ακόμα κατά κόσμον Λουκάς,είναι ένας απ΄αυτούς τους Κρητικούς στρατιώτες του ΄22, δάσκαλος στο επάγγελμα,όμορφος,νεαρός άντρας με καλόγνωμη κατ΄ουσίαν ψυχή,που  όμως έχει φορτώσει την συνείδησή του με τον πόλεμο της Μικρασίας αλλά και με τα προσωπικά του βάρη, γεννήματα δαιμονικά  από τον σαρκικό έρωτα που δεν ευοδώθηκε χαραμισμένος σ΄έναν αρραβώνα μισοαρχινισμένο και κομμένο από τον πόλεμο και ο οποίος-δεν μαθαίνουμε πώς και γιατί κι ούτε χρειάζεται-ξέπεσε σε προδοσία από την αρραβωνιαστικιά συντελεσμένη με τον ίδιο του τον γονιό.
Το μίσος του-δύσκολο να μην έχει- είναι σταθερά εστιασμένο σε τρεις αποδέκτες,τον πατέρα του και την αγαπημένη που τον πρόδωσαν ερωτικά αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό,που έπραξε στον πόλεμο όσα ανομολόγητα κι ανείπωτα ακόμα και στον γέροντά του, ριγμένα ανεξόφλητα, όλα μαζί ,σ΄ένα απύθμενο τεφτέρι μίσους.
Ο Λουκάς έχει φτάσει στα δυόμιση χρόνια από τα τρία της δοκιμασίας που έχει καθιερωθεί ως χρόνος για να κριθεί άξιος μοναχός και να μπορέσει να υπηρετήσει πλήρως τον Θεό του.Δεν έχει όμως καταφέρει να διώξει ούτε το μίσος ,ούτε την λύσσα της  αυτοχειρίας,  που ακόμα ταράζει το νου του.Έχει καταφύγει στο μοναστήρι ακριβώς για να σωθεί απ’ αυτό το μίσος κι έχει δουλέψει ήδη γι αυτό σαν βαλμάς, δηλαδή εκτροφέας αλόγων,στο βαλμαδιό της μονής,καθώς  αυτή σαν ένα μικρό χωριό που είναι, με τις ανάγκες  διαβίωσης για καλόγερους, μετοχάρηδες, λαϊκούς και άλλους που φτάνουν συχνά πυκνά εκεί και επιβάλλει η αγάπη του Θεού κι η φιλοξενία να φιλεύονται κι αυτοί με ένα καρβέλι ψωμί και για να έχει  τέλος πάντων την ανεξαρτησία του και τους τρόπους του να πορεύεται,συντηρεί  τα κηπικά ,όπως τα λέει ο Πρεβελάκης,το βαλμαδιό του,οι δε καλόγεροι - μετοχάρηδες ή διαβιούντες στο κυρίως μοναστήρι- κάνουν και κάποια τέχνη, είναι καλαθάδες για παράδειγμα,για να΄χουν μερικά χρήματα όταν δεν ανταλλάσσουν δικά τους προϊόντα με των ντόπιων, είναι εξ ανάγκης  δε και δεντροκόμοι και μελισουργοί και χτίστες και ό,τι άλλο .
Παράλληλα  με τα παραπάνω μαθαίνουμε ότι στρώνεται κι ένας μεγάλος δρόμος, που θα ενώσει περιοχές πάνω από το φαράγγι κι οι εργάτες και τα μηχανήματα ακούγονται ,φτάνει ο απόηχός τους ως το Πηγάδι να κόβουν ελιές ,να σπάνε πέτρα και ν ΄ανατινάζουν γύρω σε μεγάλη ακτίνα καθώς, κι ας μπαίνει Μεγαλοβδομάδα,πρέπει να δουλεύουν εντατικά,για να προλάβουν την παράδοση του δρόμου , χαλώντας αλύπητα , όπως λέει ρητά και κατηγορηματικά ο Πρεβελάκης δια στόματος του ηγούμενου, την ευλογημένη  φύση γύρω.

Το μυθιστόρημα αποτελείται από 8 ισομερή κεφάλαια-το όγδοο έχει δυο υποκεφάλαια-που χρονικά  ξετυλίγονται από το πρωί του Σαββάτου του Λαζάρου και φτάνουν ως και την Μεγάλη Παρασκευή, οι τίτλοι μαρτυράνε πολλά,αλλά δεν είναι φυσικά δυνατόν να αναδείξουν την ομορφιά που κρύβει το ίδιο το κείμενο εντός του:
Καλόγεροι  και άλογα-Ένας δόκιμος  μοναχός-Γέννηση ενός αγγέλου-Η Εδέμ κι ο πονηρός-Δεύτερη εμφάνιση του πονηρού-Η τελική γνώση του άπιστου-Ο Νιπτήρ-Ελκόμενος επί τον Σταυρόν-Ταφή και εις  Άδου κάθοδος.
Ο δόκιμος δεν μπορεί ούτε με τις δικές του δυνάμεις ούτε με τις νουθεσίες του σοφού του γέροντα ν΄ αντιπαλέψει τους δαίμονές του.Η μοναξιά του στο ερημικό μετόχι στο Πηγάδι δεν είναι ικανή να τον φωτίσει.Το πουλαράκι όμως που γεννιέται στα χέρια του,αυτά τα χέρια που έχουν σκοτώσει σ΄ένα πόλεμο και δεν έχουν νιώσει αγάπη σ΄έναν έρωτα, είναι ο λόγος για να ζήσει κι ο ίδιος εξαγνισμένος πια ή αν το πουλαράκι,ο Άγγελός του,χαθεί, να χαθεί τότε κι αυτός,να δώσει τέλος στο μαρτύριό του , όπως πολλές φορές έχει σκεφτεί μα δεν έχει τολμήσει ως τώρα.
Ο Πρεβελάκης δεν δίνει σε καμιά περίπτωση έτοιμη λύση στην εσωτερική αναζήτηση του Λουκά, ούτε του αναγνώστη,που καταφανώς συμπάσχει.Όλα φαίνεται να τελειώνουν Μεγάλη Παρασκευή με τον θάνατο-θυσία του αθώου πουλαριού, από την ανοησία και την βιάση των ανθρώπων, μα κι όλα μοιάζουν να μπορούν ν' αρχίσουν και να πάνε,ίσως, καλύτερα σε μιαν άλλη ζωή είτε στο μοναστήρι είτε ξανά στον κόσμο,ετούτο ή τον άλλο, που να συνεχίζεται,ό,τι και να διαλέξει τώρα εκείνος,με άμωμη αγάπη.

Έχω ξαναναφερθεί στο μυθιστόρημα,είναι από τα πάρα πολύ αγαπημένα μου και χιλιοδιαβασμένα και κάθε φορά βρίσκω κι άλλους λόγους να το λατρέψω.Αντικειμενική λοιπόν- κάτι που τον καλό καιρό δεν ξέρω τι θα πει-δεν είμαι αλλά δεν πέφτω, λέω,τόσο έξω.
Σκέφτομαι ότι λατρεύουμε τον Καμύ και τον Κάφκα κι ένα σωρό βαρείς κεντροευρωπαίους και καλά και περίκαλα κάνουμε αλλά κανένας εκεί έξω δεν ξέρει πχ τον Πρεβελάκη,πώς να τον μεταφράσεις κιόλας,ούτε όμως κι εμείς τον ξέρουμε κι είναι κρίμα.Δεν ξέρουμε σε βάθος τον Πρεβελάκη,τον Μητσάκη,τον συγκλονιστικό Πεντζίκη,πώς είναι δυνατόν αυτό,είναι κρίμα, κρίμα...
Επομένως μη διστάσετε να βάλετε σκοπό να γνωρίσετε καλύτερα αυτά τα μεγαθήρια,που αποτελούν κατά σωστή ή όχι εκτίμηση την γενιά του΄30 και παραμένουν οι πιο μεγάλοι λογοτεχνικοί θησαυροί μας. Κάπως έτσι.....

Σχετικά με τον Πρεβελάκη,ξέρετε,στο μπλογκοδρόμιο δίπλα, μόνιμη σελίδα  

* η περίφημη ελληνικότητα  της γενιάς του΄30

Σχόλια