"Ο Άγγελος στο Πηγάδι",Παντελής Πρεβελάκης

Μια Μεγαλοβδομάδα

Το μυθιστόρημα "Ο Άγγελος στο Πηγάδι" γράφτηκε από τον Παντελή Πρεβελάκη το 1970 . Είναι το πρώτο της ανολοκλήρωτης τριλογίας του με τίτλο "Ερημίτες και Αποσυνάγωγοι".(Το δεύτερο το έγραψε το 1974,είχε τίτλο "Η Αντίστροφη Μέτρηση"-κυκλοφόρησε χέρι με χέρι ,όταν ακόμα δεν είχε πέσει η χούντα-, και τρίτο δεν υπήρξε.)

Φωτογραφία V.G.


Πρόκειται για ένα πανέμορφο μυθιστόρημα μόλις 182 σελίδων γραμμένο στο έμπα της περίεργης και τόσο δημιουργικής δεκαετίας του΄70,στο μεταίχμιο δηλαδή μιας εποχής,με φόρμα και γλώσσα που στην πρώτη ανάγνωση θα τις λέγαμε παράταιρες με τη λογοτεχνία που γεννιόταν τότε,παλαιικές ίσως ή προσκολλημένες σε ύφη που χάνονταν πια κι έδιναν τη θέση τους σε άλλα,πιο μοντέρνα.Όμως διαβάζοντας εστιασμένα καταλαβαίνουμε ότι ο Πρεβελάκης (1909-1986) σοφά διαλέγει να αφηγηθεί έτσι,με γλώσσα παλιά και ποιητική,ενισχυμένη με αισθητικά στοιχεία που παραπέμπουν στον Νίκο Καζαντζάκη και καλώς τα υιοθετεί κι ο ίδιος εδώ σ΄αυτήν ειδικά την ιστορία με το φύσει και θέσει ιδιαίτερο θέμα της.Μοιάζουν πράγματι ως έναν βαθμό,αυτή η γλώσσα κι αυτή η φόρμα,απότοκα στοιχεία της αισθητικής που διακρίνεται στο καζαντζακικό έργο αλλά δεν είναι έτσι.Ας δούμε τις χρονολογίες για να καταλάβουμε,και όχι απλώς να το πούμε εμείς εδώ,ότι ο Πρεβελάκης δεν μιμείται τον Καζαντζάκη(1883-1957) σε καμία περίπτωση.Έχει άλλωστε προηγηθεί χρονικά στη συγγραφή μυθιστορήματος.¹ Ας μη ξεχνάμε ότι ο Καζαντζάκης είναι αυτός από τους μεγάλους συγγραφείς μας που πήρε την μερίδα του λέοντος σε παγκόσμια φήμη και αποδοχή και πως αυτό και μόνο επηρεάζει ενίοτε την κρίση μας για τους υπόλοιπους αλλά ας μην αδικούμε τον αυτόφωτο και έξοχο Πρεβελάκη που ποτέ,σεβόμενος τη φιλία τους -,δεν πρόταξε εαυτόν.²

Γράφει σχετικά η Έλλη Αλεξίου στο βιβλίο της "Για να Γίνει Μεγάλος" (α΄έκδοση από τον Δωρικό, τώρα από Καστανιώτη) το 1966:Απορεί κανείς με την ανεξάντλητη αφοσίωση, με την υπομονή, με την υποταγή του Π. στα ατελεύτητα θελήματα του ηγούμενου...Πώς άνθεξε;Πώς μπόρεσε επί σαράντα χρόνια να ανταποκρίνεται αδιαμαρτύρητα σ' αυτό το φοβερό και συνεχιζόμενο απαιτητολόγιο;Και γιατί;Πιστεύαμε πως μεγάλο ποσοστό της επιβολής του Καζαντζάκη μέσα κ' έξω απ' την Ελλάδα χρωστιόταν στην Ελένη.Τώρα καλά γνωρίζομε πως ηρωικός συμπαραστάτης του-ηρωικός γιατί του παραστάθηκε άνευ αμοιβής, μόνο με θυσίες - υπήρξε και ο Πρεβελάκης.


Λόγοι δηλαδή για μια (λανθασμένη έτσι κι αλλιώς εκτιμώ μα δεν ορκίζομαι κιόλας)ένταξη και των δυο στη ίδια πάνω κάτω μεσοπολεμική λογοτεχνική γενιά/ετικέτα,παρά τα στοιχεία συνομιλίας που υπάρχουν,δεν προκύπτουν από τον "Άγγελο στο Πηγάδι".Στα 1970 τη λογοτεχνία του μεσοπολέμου έχει διαδεχτεί από χρόνια ένα φάσμα ειδών, τάσεων και σχολών.Ο Πρεβελάκης των ύστερων έργων του είναι πολύ περισσότερο κοντά με την νεότερη γενιά του΄30 παρά με τον προηγηθέντα ηλικιακά Καζαντζάκη που πολλοί μελετητές εντάσσουν στη γενιά όπως τη λένε του ΄20 με Παλαμά,Σικελιανό, Βάρναλη,Καρυωτάκη,-που βέβαια είναι ποιητές-,κά μα όπως να΄χει η χρήση μερικών καζαντζακικών θεωρούμενων στοιχείων αργότερα (και)από τον Πρεβελάκη δεν το αλλάζει αυτό.Τι είδους στοιχεία; Η χαρακτηριστική, και έντονη κρητικοσύνη -ας ονομάσω έτσι ένα από αυτά-,που θεωρούμε ότι πρωτοείδαμε στον Καζαντζάκη,να κυριαρχεί στους αρσενικούς του χαρακτήρες.Ο Πρεβελάκης έχει προηγηθεί με τον "Κρητικό"του και διατηρεί κι εδώ,στον "Άγγελο" χρωματικές πινελιές από αυτή την αισθητική,πολύ εκλεκτικά πάντως,ίσως γιατί εμπλέκεται κι ο ίδιος εξωδιηγητικά απευθυνόμενος στο θυμικό του αναγνώστη σε κάποια σημεία της αφήγησης,όπου η αίσθηση η οποία ξεχειλίζει στα βίαια δρώμενα της αφήγησής του είναι η ίδια μ΄εκείνη που κυρίως ένα συγκεκριμένο κομμάτι της γενιάς του μεσοπολέμου(΄20 και ΄30),οι ποιητές,καδράρουν με εικαστική διάθεση και πολύ επίμονα με φόντο το ελληνικό τοπίο που το υμνούν ακάματα και με νήματα παρμένα όλα από το διαφορετικής ομορφιάς, πότε θαλασσινό πότε ορεινό, όμως πάντα ελληνικό τοπίο εντάσσοντας αναπόσπαστα σ΄ αυτό τον ντόπιο Άνθρωπο που γίνεται υποκείμενο της γραφής τους και οπωσδήποτε φέρει τα πατρογονικά χαρακτηριστικά,αυτά που εξαρτώνται από τον συγκεκριμένο κάθε φορά τόπο. Η λατρεία του τόπου -άλλοι μιλούσαν ή και μιλούν ακόμα για την ελληνικότητα³ της γενιάς του ΄30-, ενώνει ή αν θέλετε τοποθετεί μεγάλο αριθμό πολύ διαφορετικών λογοτεχνών κάτω από την ίδια στέγη.Ας αφήσω όμως τους θεωρητικούς μπελάδες στους μελετητές και τους ιστορικούς της λογοτεχνίας και ας πω δυο λόγια από καρδιάς για τον " Άγγελο στο Πηγάδι ".

Το  προτελευταίο αυτό μυθιστόρημα του Πρεβελάκη (1909-1986) νομίζω πως δεν το έχουμε ψάξει πολύ καλά, δεν έχουμε ασχοληθεί επαρκώς μαζί του,δεν θελήσαμε να ξέρουμε γιατί άραγε, όπως υποστηρίζω,δεν μπορεί- ευτυχώς- να τσαλαπατηθεί με επιφανειακές ή σοβαροφανείς αναλύσεις σαν αυτές που έχουν κάνει την Φόνισσα,ας πούμε, φτηνό ψωμοτύρι στα σχολικά βιβλία λογοτεχνίας και γιατί ετούτο δεν πρόκειται να μπει σ΄αυτά κι από μια άποψη,πάλι,ευτυχώς.
Ξέρω πως θεωρείται από πολλούς πιο αδύναμο από τα πρώτα του,προσωπικά θα το έκρινα ως απλώς πολύ διαφορετικό,επειδή είναι επικίνδυνα ανθρώπινο κι απρόσμενα,σχεδόν σκανδαλιστικά ερωτικό, κι αυτός είναι ο κύριος λόγος που δεν κάνει για σχολικές διεκπεραιώσεις ύλης

Η ιστορία διαδραματίζεται στη διάρκεια μιας Μεγαλοβδομάδας,στο πιο υποβλητικό σκηνικό που θα μπορούσαμε να θέλουμε,στο μετόχι ενός αντρικού μοναστηριού χωμένο κυριολεκτικά στον γκρεμό ενός δύσβατου κρητικού φαραγγιού,όπου ο ήλιος φτάνει με τρεις ώρες καθυστέρηση ως εκεί κάτω και γι αυτό το λένε και Πηγάδι,με αντι-ήρωες έναν δόκιμο μοναχό,τον Λουκά,που παλεύει με τα θεριά της ένοχης συνείδησής του κι ένα όμορφο πουλάρι,που γεννιέται στα χέρια του και γίνεται κατά την θολωμένη κρίση του η έσχατη ευκαιρία σωτηρίας της ψυχής του,το νοερό υποκατάστατο της κόρης που δεν άγγιξε,δεν χόρτασε,της αρραβωνιαστικιάς που δεν χάρηκε τον έρωτά της επειδή έπρεπε να πάει σε πόλεμο αλλά και της αμόλυντης αγάπης που αφορά όλα τα πλάσματα ενός εξανθρωπισθέντος Θεού,που πήρε πάνω Του τις αμαρτίες τους.

Από το 1928 ο Πρεβελάκης έχει εκδηλώσει την συμπάθειά του για τους Έλληνες που πολέμησαν στη Μικρασιατική εκστρατεία.Έχει γράψει το επύλλιο «Στρατιώτες» στα 18 του και το έχει αφιερώσει ειδικά στους Κρητικούς ,που ζώστηκαν τα όπλα αυτή την φορά όχι για να ελευθερώσουν , αλλά να σκλαβωθούν οι ίδιοι,διαπαντός ενοχικά,από τις συνέπειες μιας ακόμα διπλωματικής βρωμιάς των συμμάχων Μεγάλων Δυνάμεων σε βάρος της Ελλάδας και του μεγαλοϊδεατισμού του Βενιζέλου, που βγαίνοντας νικητής μαζί τους από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο,όμως έθρεψε (;) αυταπάτες,πίστεψε(;) στους Άγγλους -ναι,πάλι αυτοί-,και αλλιώς ξεκίνησε,αλλού κατέληξε και άφησε κληρονομιά και αποτέλεσμα της πολιτικής του βεβαίως το μεγάλωμα των ελληνικών συνόρων αλλά και τη συμφορά της Μικρασίας.
Ο δόκιμος μοναχός,ο ακόμα κατά κόσμον Λουκάς,είναι ένας απ΄αυτούς τους Κρητικούς στρατιώτες του΄22,δάσκαλος στο επάγγελμα,όμορφος,νεαρός άντρας με καλόγνωμη κατ΄ουσίαν ψυχή,που  όμως έχει φορτώσει την συνείδησή του με τον πόλεμο της Μικρασίας και με τα προσωπικά του βάρη, γεννήματα δαιμονικά από τον σαρκικό έρωτα που δεν ευοδώθηκε χαραμισμένος σ΄έναν αρραβώνα μισοαρχινισμένο και κομμένο από τον πόλεμο και ο οποίος-δεν μαθαίνουμε πώς και γιατί κι ούτε χρειάζεται-,ξέπεσε σε προδοσία από την αρραβωνιαστικιά συντελεσμένη με τον ίδιο του τον γονιό.
Το μίσος του-δύσκολο να μην έχει-,είναι σταθερά εστιασμένο σε τρεις αποδέκτες,τον πατέρα του και την αγαπημένη που τον πρόδωσαν ερωτικά αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό,που έπραξε στον πόλεμο όσα ανομολόγητα κι ανείπωτα ακόμα και στον γέροντά του,ριγμένα ανεξόφλητα,όλα μαζί ,σ΄ένα απύθμενο τεφτέρι μίσους.
Ο Λουκάς έχει φτάσει στα δυόμιση χρόνια από τα τρία της δοκιμασίας που έχει καθιερωθεί ως χρόνος για να κριθεί άξιος μοναχός και να μπορέσει να υπηρετήσει πλήρως τον Θεό του μα δεν έχει καταφέρει να διώξει ούτε το μίσος,ούτε την λύσσα της  αυτοχειρίας,  που ακόμα ταράζει το νου του. 
Έχει καταφύγει στο μοναστήρι ακριβώς για να σωθεί απ’ αυτό το μίσος κι έχει δουλέψει ήδη γι αυτό σαν βαλμάς,δηλαδή εκτροφέας αλόγων,στο βαλμαδιό της μονής,καθώς  αυτή σαν ένα μικρό χωριό που είναι,με τις ανάγκες  διαβίωσης για καλόγερους,μετοχάρηδες,λαϊκούς και άλλους που φτάνουν συχνά πυκνά εκεί και επιβάλλει η αγάπη του Θεού κι η αρχή της φιλοξενία να φιλεύονται κι αυτοί με ένα καρβέλι ψωμί και για να έχει  τέλος πάντων την ανεξαρτησία και τους τρόπους του να πορεύεται, συντηρεί τα κηπικά,όπως τα λέει ο Πρεβελάκης,το βαλμαδιό του,οι δε καλόγεροι - μετοχάρηδες ή διαβιούντες στο κυρίως μοναστήρι-, κάνουν και κάποια τέχνη,είναι καλαθάδες για παράδειγμα,για να΄χουν μερικά χρήματα όταν δεν ανταλλάσσουν δικά τους προϊόντα με εκείνα των ντόπιων,είναι εξ ανάγκης δε και δεντροκόμοι και μελισουργοί και χτίστες και ό,τι άλλο .
Παράλληλα  με τα παραπάνω μαθαίνουμε ότι στρώνεται κι ένας μεγάλος δρόμος, που θα ενώσει περιοχές πάνω από το φαράγγι κι οι εργάτες και τα μηχανήματα ακούγονται ,φτάνει ο απόηχός τους ως το Πηγάδι να κόβουν ελιές ,να σπάνε πέτρα και ν ΄ανατινάζουν γύρω σε μεγάλη ακτίνα καθώς, κι ας μπαίνει Μεγαλοβδομάδα,πρέπει να δουλεύουν εντατικά,για να προλάβουν την παράδοση του δρόμου , χαλώντας αλύπητα , όπως λέει ρητά και κατηγορηματικά ο Πρεβελάκης δια στόματος του ηγούμενου, την ευλογημένη  φύση γύρω.

Το μυθιστόρημα αποτελείται από 8 ισομερή κεφάλαια-το όγδοο έχει δυο υποκεφάλαια-που χρονικά  ξετυλίγονται από το πρωί του Σαββάτου του Λαζάρου και φτάνουν ως και την Μεγάλη Παρασκευή, οι τίτλοι μαρτυράνε πολλά,αλλά δεν είναι φυσικά δυνατόν να αναδείξουν την ομορφιά που κρύβει το ίδιο το κείμενο εντός του:

Καλόγεροι και άλογα-Ένας δόκιμος μοναχός-Γέννηση ενός αγγέλου-Η Εδέμ κι ο πονηρός-Δεύτερη εμφάνιση του πονηρού-Η τελική γνώση του άπιστου-Ο Νιπτήρ-Ελκόμενος επί τον Σταυρόν-Ταφή και εις Άδου κάθοδος.


Ο δόκιμος δεν μπορεί ούτε με τις δικές του δυνάμεις ούτε με τις νουθεσίες του σοφού του γέροντα ν΄ αντιπαλέψει τους δαίμονές του.Η μοναξιά του στο ερημικό μετόχι στο Πηγάδι δεν είναι ικανή να τον φωτίσει.Το πουλαράκι όμως που γεννιέται στα χέρια του,αυτά τα χέρια που έχουν σκοτώσει σ΄ένα πόλεμο και δεν έχουν νιώσει αγάπη σ΄έναν έρωτα, είναι ο λόγος για να ζήσει κι ο ίδιος εξαγνισμένος πια ή αν το πουλαράκι,ο Άγγελός του,χαθεί, να χαθεί τότε κι αυτός,να δώσει τέλος στο μαρτύριό του , όπως πολλές φορές έχει σκεφτεί μα δεν έχει τολμήσει ως τώρα.
Ο Πρεβελάκης δεν δίνει σε καμιά περίπτωση έτοιμη λύση στην εσωτερική αναζήτηση του Λουκά, ούτε του αναγνώστη,που καταφανώς συμπάσχει.Όλα φαίνεται να τελειώνουν Μεγάλη Παρασκευή με τον θάνατο-θυσία του αθώου πουλαριού, από την ανοησία και την βιάση των ανθρώπων, μα κι όλα μοιάζουν να μπορούν ν' αρχίσουν και να πάνε,ίσως, καλύτερα σε μιαν άλλη ζωή είτε στο μοναστήρι είτε ξανά στον κόσμο,ετούτο ή τον άλλο, που να συνεχίζεται,ό,τι και να διαλέξει τώρα εκείνος,με άμωμη αγάπη.

Το μυθιστόρημα είναι από τα πάρα πολύ αγαπημένα μου και χιλιοδιαβασμένα και κάθε φορά βρίσκω κι άλλους λόγους να το λατρέψω και να το επαινέσω.Αντικειμενική λοιπόν- κάτι που τον καλό καιρό δεν ξέρω τι θα πει-,δεν είμαι αλλά δεν πέφτω, λέω,τόσο έξω.Σκέφτομαι ότι λατρεύουμε τον Καμύ και τον Κάφκα κι ένα σωρό σπουδαίους πράγματι κεντροευρωπαίους και καλά και περίκαλα κάνουμε μα κανένας εκεί έξω δεν ξέρει πχ τον Πρεβελάκη,τον Μητσάκη,τον Πεντζίκη κι αρκετούς ακόμα- πώς να τους μεταφράσεις κιόλας-,ούτε όμως κι εμείς τους ξέρουμε και είναι κρίμα,πώς είναι δυνατόν αυτό,είναι κρίμα,κρίμα...
Επομένως μη διστάσετε να βάλετε σκοπό να γνωρίσετε καλύτερα αυτά τα μεγαθήρια,που αποτελούν κατά σωστή ή όχι εκτίμηση την γενιά του΄30 και παραμένουν οι πιο μεγάλοι λογοτεχνικοί θησαυροί μας.Κάπως έτσι.....

Σχετικά με τον Πρεβελάκη,ξέρετε,στο μπλογκοδρόμιο δίπλα, μόνιμη σελίδα  

¹Ο Παντελής Πρεβελάκης γράφει και δημοσιεύει "Το Χρονικό μιας Πολιτείας"το 1938 και την τριλογία "Ο Κρητικός"("Το Δέντρο" το 1948,"Η Πρώτη Λευτεριά" το 1949 και "Η Πολιτεία" το 1950).Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει το 1946 τον "Αλέξη Ζορμπά»,το 1948 το"Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται»,το 1950 τον "Καπετάν Μιχάλη".
Γράφει στην Άγονη Γραμμή τον Σεπτέμεβριο του 2009 ο ΑντώνηςΣανουδάκης:
Στις 20-6-48 από τις Antibes γράφει στον Πρεβελάκη: «Ξαναδιαβάζω, τον πήρα μαζί μου τον Κρητικό. Τι ψυχή, η γλώσσα, τι δύναμη συγκρατημένη, τι πράξη!», ενώ στην ίδια επιστολή τον ενημερώνει ότι «Μεθαύριο θ’ αρχίσω ένα μυθιστόρημα που μ’ έχει κάμει κατοχή και πρέπει να λευτερωθώ» (αριθμ. επιστολής 339). Το ότι διαβάζει και μελετά τα βιβλία του Πρεβελάκη φαίνεται στις επιστολές του: «Έλαβα το βιβλίο Σας [Ο Κρητικός- Η Πρώτη Λευτεριά], το διάβασα και το ξαναδιάβασα με απόλυτη ευδαιμονία, κι ήταν σαν να περνούσα με μεγάλες δρασκελιές γίγαντα, από τη μιαν άκρα ως την άλλη, την Κρήτη. Συχνά τις μέρες τούτες, όταν θέλω να πάρω κουράγιο και ν’ ανασάνω ένα αγέρα κορφής, ανοίγω το βιβλίο αυτό και παρηγοριέμαι» (αριθμ. επιστ. 347).

Ειδικότερα για το μυθιστόρημα «Καπετάν Μιχάλης» και τη συγγραφή του είναι αποκαλυπτικά όσα γράφει ο Καζαντζάκης στον Πρεβελάκη στις 3-12-49 από τις Antibes και τη σχέση του με τα ιστορικά μυθιστορήματα του Πρεβελάκη: «Είμαι βυθισμένος στον Καπετάν Μιχάλη. Μάχουμαι ν’ αναστήσω το Ηράκλειο της παιδικής μου ηλικίας. Τι συγκίνηση, τι χαρά και συνάμα ευθύνη… Πριν αρχίσω να γράφω, ξαναδιάβασα τα τρία βιβλία Σας για την Κρήτη, με ολοένα μεγαλύτερη χαρά και θαμασμό. Τι γλώσσα, τι στέρεο ύφος, τι χτίσιμο χωρίς παραγεμίσματα -σαν τον τοίχο του Απόλλωνα στους Δελφούς! Καθόμουν στον ήλιο, εξαίσιες λιακάδες εδώ, και Σας ξαναδιάβαζα» (αριθμ. επιστ. 359). Και ο Πρεβελάκης σε σημείωσή του ενημερώνει ότι με τα τρία βιβλία «θέλει να πει την Παντέρμη Κρήτη, τον Α΄ και Β΄ τόμο του Κρητικού».

²http://archive.patris.gr/articles/194937#.Wqzhyflubcs

³Για την ελληνικότητα  της γενιάς του΄30 γράφει ο Νάσος Βαγενάς,εδώ

Σχόλια