"Τέσσερις Συναντήσεις",Χένρυ Τζέημς




Στο μικρό αυτό βιβλίο των εκδόσεων Νεφέλη έχουμε τρία εξαιρετικά διηγήματα του Χένρυ Τζέημς - "Τέσσερις Συναντήσεις",΄"Ένα Διεθνές Επεισόδιο"και "Μέση Ηλικία"-συγκεντρωμένα σε μια συλλογή με τίτλο τον τίτλο του πρώτου,μεταφρασμένα από τον Λουκά Θεοδωρακόπουλο.*
Ο Τζέημς είναι,όπως πάντα,στοχαστικός,καίριος,διεισδυτικός και θίγει με λεπτότητα τις πάμπολλες διαπροσωπικές καταστάσεις και σχέσεις,που ο ίδιος υφαίνει  και χαλάει σιγά σιγά ή μονομιάς για λογαριασμό των ηρώων του,τους οποίους δεν τσαλακώνει αλλ΄ούτε και εξωραΐζει,αφήνοντας σε κάθε περίπτωση αρκετά περιθώρια στον αναγνώστη να σχηματίσει την δική του αντίληψη.
Οι ρυθμοί των κειμένων είναι πιο αργοί σε σχέση με αυτούς που με είχαν εντυπωσιάσει στο υπέροχο "Στρίψιμο της Βίδας",οι περιγραφές φαινομενικά πιο χαλαρές αν και είχα την αίσθηση ότι οι ήρωες και στα τρία διηγήματα τον υπακούουν απόλυτα,τους ελέγχει και εμπλέκοντάς τους,εκείνος,στις καταστάσεις που σκαρφίζεται κι είναι η μια πιο ενδαφέρουσα από την άλλη,έχει εκτός των  υπολοίπων που περιμένει ο αναγνώστης από έναν συγγραφέα της κλάσης του,εμφανή  σκοπό την τέρψη του αναγνώστη με μια έντονα εικονοποίησιμη σωρεία πληροφοριών που δίνει για τις συνήθειες και τις αντιλήψεις των ανθρώπων της εποχής του,κινούμενος, τουλάχιστον στα δυο από τα διηγήματα,στα αγαπημένα του και γνώριμα χωράφια,αυτά της Αγγλίας και της Νέας Αγγλίας, της Βοστώνης και του Λονδίνου, των Άγγλων και της κολλημένης όπως θα λέγαμε σήμερα νοοτροπίας τους, που διαφέρει κατά πολύ απ΄ αυτό που φαίνεται, την ίδια χρονική περίοδο, να διαμορφώνεται ως κοινωνική νοοτροπία των Αμερικανών σαν ανεξάρτητο έθνος. 

Στις "Τέσσερις Συναντήσεις" κάνοντας συναισθηματικά εμπλεκόμενη πρωτοπρόσωπη αφήγηση καταπιάνεται με την υπερατλαντική εξαπάτηση, που ούτε οι συγγενικοί δεσμοί δεν αρκούν για να την εμποδίσουν να συμβεί!
Η Καρολάιν Σπένσερ,η ηρωίδα του,την οποία συναντάει πρώτη φορά σε φιλικό του σπίτι και αυτή μαγεύεται από φωτογραφίες της Ευρώπης που της δείχνει,δασκαλίτσα με πολλές οικονομίες σπυρί -σπυρί μαζεμένες για το ταξίδι αυτό το πολυπόθητο,καταφέρνει και φτάνει στην Γηραιά, όπου όμως μένει ίσα-ίσα δεκατρείς ώρες, διότι ο ξάδελφός της που έρχεται τάχα να την υποδεχτεί -αιώνιος φοιτητής της σχολής των Καλών Τεχνών του Παρισιού,την πείθει για την κάκιστη οικονομική του κατάσταση και τα δεινά της Γαλλίδας συζύγου του,κόμισσας τάδε που οι φαντασμένοι γονείς της αποκλήρωσαν εξαιτίας του ρομαντικού ειδυλλίου και γάμου και η καλόψυχη και αφελής αν και όχι χαζή δασκάλα του δίνει-ως δάνειο υποτίθεται- όλα της τα χρήματα που έχει μαζέψει για το ταξίδι στην Ευρώπη κρατώντας μόνο το εισιτήριο της επιστροφής !
Ο αφηγητής καταλαβαίνει την φριχτή εξαπάτηση,προσπαθεί να της ανοίξει τα μάτια,της το λέει ευθέως,την μαλώνει,την νουθετεί,αλλά εκείνη,φευ, δεν ακούει τίποτα.
Οι επόμενες συναντήσεις τους είναι ακόμα πιο συγκλονιστικές και γίνονται πια στην Βοστώνη.Ο αφηγητής ξανασυναντά την  Καρολάιν Σπένσερ η οποία φιλοξενεί στο σπιτάκι της και συντηρεί... την χήρα πια του εξαδέλφου της την οποία και υπηρετεί σαν να είναι  δουλικό της!Η χήρα που δεν είναι κόμισσα και τα τοιαύτα αλλά μια απατεώνισσα ολκής έχει κουβαληθεί και κατσικωθεί στην καλόψυχη γυναίκα και οι νέες φιλότιμες προσπάθειες του αφηγητή να την κάνει να αντιληφθεί το μέγεθος της απάτης πέφτουν ξανά στο κενό.
Το τέλος δεν το αποκαλύπτω, αλλά ώσπου αυτό να επέλθει, ο Τζέημς δίνει ένα ακόμα ρεσιτάλ αριστοτεχνικής συγγραφικής ψυχογραφικής προσέγγισης και εξαίσιας χαμηλότονης γλωσσικής διατύπωσης αποδεικνύοντας-πάλι-πόσο οξυδερκής, διαχρονικός και ανείπωτα ποιοτικός συγγραφέας είναι.

Το δεύτερο διήγημα με τον τίτλο "Ένα Διεθνές Επεισόδιο" θα μπορούσαμε  να το εκλάβουμε σαν μια περιεκτική,μικρή νουβέλα,καθώς είναι το μεγαλύτερο από τα άλλα κι αρκετά εκτενές αυτό καθαυτό, μην αποτελώντας επ΄ουδενί ένα εφήμερο αφηγηματικό στιγμιότυπο αλλά και επειδή ο Τζέημς με προσήλωση κρατάει την κλασσική τυπική φόρμα.
Συνθέτει μια ωραία ιστορία που μέσα της κρύβει και μερικές ακόμα μικρότερες κι έχοντας αρχή-μέση-τέλος,αφηγείται τριτοπρόσωπα,κρατώντας εδώ κάπως περισσότερο τις αποστάσεις από τα περιγραφόμενα,πράγμα που, κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν εμποδίζει καθόλου την πεποίθηση, που αποκομίζει ο αναγνώστης ,ότι στην πραγματικότητα παίρνει θέση και δηλώνει δικές του ιδέες.
Σ΄αυτό το κείμενο ανακατεύονται Άγγλοι αριστοκράτες με εύπορες μορφωμένες Αμερικανίδες και λόγω των απολύτως διαφορετικών νοοτροπιών τους το μόνο που τελικά προκύπτει-μετά από ένα κατά βάσιν ερωτικό γαϊτανάκι,που πρωτοπλέκεται κατά την φιλοξενία των Άγγλων στην Νέα Υόρκη και καταλήγει-κυριολεκτικά-σε αδιέξοδο με την παραμονή των Αμερικανίδων στην Ευρώπη και την άφιξή τους στο Λονδίνο που αποβαίνει σωτήριο,σαν τέλος,για τις Αμερικανίδες,που ήδη στα 1879 ζουν πολύ πιο χειραφετημένα και ελεύθερα αν και σε συντηρητικά τυπικά πλαίσια από τις τόσο υπεροπτικές και στριμωγμένες σε πρωτόκολλα και ποικίλες κοινωνικές υποκρισίες Αγγλίδες.
Αυτά όλα έχουν και μια διακριτή και διακριτική ταξική χροιά,είναι καταστάσεις που αφορούν κυρίως την ανώτερη τάξη-αν και των Αμερικανίδων το αυτί δεν ιδρώνει ιδιαιτέρως από τέτοια-και ευκαιρίας δοθείσης ο Τζέημς με μιαν ειρωνεία εκλεπτυσμένη μεν εστιασμένη δε, στοχεύει στην ανάδειξη της ανόητης υπεροψίας των αγγλικών προτύπων συμπεριφοράς, που -ενώ ένας κόσμος αλλάζει και σ΄αυτόν οι γυναίκες είναι ολοφάνερο ότι επιτέλους πρέπει να έχουν μια άλλη θέση-αναπτύσσει και συντηρεί κωδικοποιημένους τρόπους ζωής,ανομολόγητα καταπιεστικούς,με τις Αγγλίδες της αριστοκρατίας, ειδικά αυτές να είναι θλιβερά πιο ανελεύθερες, παρά την υποτιθέμενη και πάντως έτσι προβαλόμενη παντού, δήθεν κοινωνική τους ανωτερότητα . 


Το τρίτο διήγημα τιτλοφορείται "Μέση Ηλικία" και εδώ ο Τζέημς αφηγείται επίσης τριτοπρόσωπα.

Είναι διαφορετικής θεματολογίας και σκηνικό του δεν είναι η Βοστώνη και γενικά οι άποικοι που ανεξαρτητοποιούνται κτλ.Ήρωάς του ο μεσήλικας, καταξιωμένος συγγραφέας Ντενκόμπ.
Ο Ντενκόμπ,σοβαρά άρρωστος πια, φτάνει ένα ζεστό Απρίλιο στην λουτρόπολη,που έχει επιλέξει να κάνει μια προσπάθεια ανάνηψης της υγείας του.Με το πακετάκι του ανά χείρας,άρτι παραληφθέν από το ταχυδρομείο και που περιέχει ένα του βιβλίο που μόλις έχει κυκλοφορήσει,επιχειρεί μια βόλτα στην θάλασσα και καθήμενος στο παγκάκι του ξενοδοχείου,που έχει κλείσει για την παραμονή του παρακολουθεί τους άλλους παραθεριστές και την προσοχή του τραβά ένα περίεργο τρίο να βολτάρει στην αμμουδιά.Μια κυρία ώριμη που οι δυό άλλοι που είναι μαζί της του δίνουν την εντύπωση ότι είναι ο γιός της και η νεαρή της συνοδός.
Όταν ανοίγει το βιβλίο του κι ενόσω στο οπτικό του πεδίο παραμένουν αυτοί οι τρεις,διαπιστώνει ότι δεν θυμάται το περιεχόμενό του,την υπόθεσή του,τίποτα,το παραμικρό.Σοκάρεται.
Εν τούτοις αρχίζει να διαβάζει, αχνοθυμάται,τελικά θυμάται αν κι είναι πια σαν να διαβάζει έξω από τον εαυτό του,σαν ένας οποιοσδήποτε αναγνώστης, εγκρίνοντας ευτυχώς,το κείμενο και την ιδέα της ίδιας του της μυθιστορίας ."Αναγνώρισε",λέει ο Τζέημς, "το θέμα του και παράδοθηκε στο ταλέντο του".
Από΄κει και πέρα μέσα σε λίγες μόλις σελίδες ο καταπληκτικός αυτός συγγραφέας ο Χένρυ Τζέημς στήνει ένα ελεγειακό,συγκλονιστικό διήγημα πάνω στην νιότη και τα γηρατειά,στην άνευ ορίων αλληλεξάρτηση την ηθική και οικονομική των νέων από τους γέρους και αντιστρόφως,όπως αρκετά καταπιεστικά ορίζεται από κοινωνίες και μαζικές νοοτροπίες ατομικιστικές και ιδιοτελείς,που ακόμα και σήμερα δεν έχουν εκλείψει,μη πω μάλιστα ότι έχουν γιγαντωθεί.
Ο νεαρός που αρχικά ο άρρωστος Ντένκομπ πέρασε για γιο της ώριμης κυρίας είναι ο προσωπικός γιατρός της και φανατικός αναγνώστης και θαυμαστής εκείνου. Αναπτύσσεται μια σχέση πολύ ζεστή και ανιδιοτελής ανάμεσά τους σε αντίθεση με εκείνη της κυρίας, που θεωρεί το γιατρουδάκι κτήμα της και απειλεί ότι αν την αφήσει δεν θα τον συμπεριλάβει στην διαθήκη της!
Από κοντά κι η νεαρή συνοδός,που καταλαβαίνει ότι τα σχεδιά της-να πάρει μερίδιο από το ψητό- θα εξανεμιστούν αν ο γιατρός δεν υποταχθεί στα καπρίτσια της πλούσιας κυρίας.Φτάνει στο σημείο να απαιτήσει από τον ίδιο τον ολοένα και σε χειρότερη κατάσταση υγείας Ντένκομπ να αφήσει τον γιατρό ήσυχο.

Ούτε εδώ όμως θα αποκαλύψω το όποιο τέλος.Είπα ήδη πολλά.Μάλιστα ήμουν τόσο αναλυτική και αποκαλυπτική ,αντίθετα απ΄ό,τι συνηθίζω,για ένα και μοναδικό λόγο. Για να πω πως οι απλές αυτές ιστορίες που κατ΄αρχάς φαίνεται να καταγράφει συμβατικά , ψύχραιμα κι ελεγχόμενα ο Τζέημς, ανθρώπινες,συνηθέστατες,ίδιες με λίγες μόνο παραλλαγές μέσα στον χρόνο,έχουν τεράστια αξία λογοτεχνική κι ο αναγνώστης το καταλαβαίνει αυτό από την πρώτη στιγμή.Ο Τζέημς χωρίς να γίνεται βαρετά ηθικοδιδακτικός όπως τόσοι και τόσοι βαρύγδουποι γραφιάδες βυθίζει το πιο ανώδυνο μαχαιράκι κατ΄ευθείαν στην συνείδηση και στα άδυτά της.
Πόσοι στο παγκόσμιο στερέωμα είναι,ειδικά σαν διηγηματογράφοι,διαχρονικά τόσο εύστοχοι,τόσο σεμνοί και τόσο πλήρεις;
Ο Τζέημς με λίγα και διόλου σπάνια υλικά ,τα γνωστά,τα κλασσικά-αλεύρι, αλατάκι και λίγο νερό-φτιάχνει ένα εξαιρετικό ψωμί,το τέλειο.... ψωμί του αναγνώστη.
* που πέθανε χτες...

Σχόλια