"Τῆς Κοκκώνας τὸ σπίτι", Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Δὲν ἦτον δρόμος πλέον περαστικὸς εἰς ὅλον τὸ χωρίον. Ἀδύνατον νὰ μὴν ἐπερνοῦσε κανεὶς ἀπ’ ἐκεῖ, ὅστις θὰ ἀνέβαινεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν ἤ ὅστις θὰ κατέβαινεν εἰς τὴν κάτω. Λιθόστρωτον ἀνηφορικὸν ἀπὸ κάτω ἀπ’ τῆς Σταματρίζαινας τὸ σπίτι ἕως ἐπάνω εἰς τὸν ναὸν της Παναγίας τῆς Σαλονικιᾶς. Χίλια βήματα, κάθε βῆμα καὶ ἆσθμα. ᾽Εφούσκωνεν, ἐκοντανάσαινε κανεὶς διὰ νὰ ἀναβῆ, ἐγλιστροῦσε διὰ νὰ καταβῆ.
Ἅμα ἐπάτει τις εἰς τὸ λιθόστρωτον, ἀφοῦ ἄφηνεν ὀπίσω του τὸ μαγαζὶ τοῦ Καψοσπύρου, τὸ σπίτι τοῦ Καφτάνη καὶ τὸ παλιόσπιτον τοῦ γερο - Παγούρη μὲ τὴν τοιχογυρισμένην αὐλήν, εὑρίσκετο ἀπέναντι εἰς τὸ σπίτι τοῦ Χατζη - Παντελῆ μὲ τὸν αὐλόγυρον σύρριζα εἰς τὸν βράχον. Κάτω ἔχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλῶν σκοτοδίνην, σημειούμενος ἀπὸ ὀλίγους ἕρποντας θάμνους ἐδῶ κι ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφαίνοντο εἰς τὸ σκότος τῆς νυκτὸς ἐκείνης ὡς νὰ ἦσαν κακοποιοὶ ψηλαφῶντες καὶ ἀναρριχώμενοι ἢ καὶ καλλικάντζαροι ἐλλοχεύοντες καὶ καραδοκούντες ὡς νὰ ἔλθῃ ἡ ὤρα νὰ εἰσβάλουν είς τὰς οἰκίας διὰ τῶν καπνοδόχων. Τὸ κύμα ὑποκώφως ἐφλοίσβιζεν εἰς τὰ κράσπεδα τοῦ κρημνοῦ, ὡς ἀκούραστος βορρᾶς φυσῶν ἀπὸ προχθές, μαλακώσας τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐξήπλωνε τὲς ἀποθαλασσιές του ἕως τὸν μεσημβρινὸν τοῦτον μικρὸν λιμένα, ὁ παγκρατὴς χιονόμαλλος βασιλεὺς τοῦ χειμῶνος.
Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ δρόμου, ἀριστερὰ εἰς τὸν ἀνερχόμενον, δίπλα εἰς τὸ σπίτι τοῦ γερο - Παγούρη καὶ ἀντικρίζουσα μὲ τὸ τοῦ Χατζη - Παντελῆ, ὑψοῦτο ἀτελείωτος οικοδομή με τέσσαρας τοίχους ὀρθοὺς μέχρι τοῦ πατώματος μὲ τὲς φυλλώσεις χασκούσας ἕως τῆς ὀροφῆς, μὲ τὴν στέγην καταρρέουσαν, μὲ φαιοὺς καὶ φθειρομένους τοὺς τοίχους, τὴν ὁποίαν ἡ ἐγκατάλειψις ἄνεμος καὶ ἡ βροχὴ εἶχον καταστήσει ἐρείπιον καὶ χάλασμα. Τὰ παιδία, κατήρχοντο τὴν μεσημβρίαν ἀπὸ τὸ ἓν σχολεῖον καὶ ὅσα ἀνήρχοντο τὴν ἑσπέραν ἀπὸ τὸ ἄλλο, διὰ νὰ ἀφήσωσι τὰ βιβλία εἰς τὴν οἰκίαν, κλέψωσι τεμάχιον ἄρτου ἀπὸ τὸ ἑρμάριον καὶ τρέξωσιν ἀκράτητα, διὰ νὰ παίξωσιν εἰς τὸν αἰγιαλόν, τῆς ἔρριπτον ἀφθόνους πέτρας, διὰ νὰ τὴν ἐκδικηθῶσι τὴν ἡμέραν δι’ ὅσον τρόμον τοὺς ἐπροξένει, ὅταν ἐτύχαινε νὰ περάσωσιν.
Οἱ παπάδες, ὅταν ἐπέστρεφαν τὴν παραμονὴν τῶν Φώτων ἐν σώματι ἀπὸ τὴν οἰκίαν τοῦ δημάρχου μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ τὰς φωτιστῆρας των, ἁγιάζοντες οἰκίας δρόμους καὶ μαγαζιὰ καὶ διώκοντες τοὺς καλικατζάρους, ἐλησμόνουν νὰ ρίψωσι μικρὰν σταγόνα ἁγιασμοῦ καὶ εἰς τὴν ἄτυχον ἐγκαταλελειμμένην οἰκίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε χαρῆ ὁ νοικούρης ὅστις τὴν ἔκτισε, καὶ ἥτις δὲν εἶχεν ἀξιωθῆ ν’ ἀπολαύση τὴν οἰκοκυράν της. Τοιαύτη οἰκία ἑπόμενον ἦτο νὰ γίνῃ κατοικητήριον τῶν φαντασμάτων, ἄσυλον ἴσως τῶν βρικολάκων, καὶ ἴσως ὁρμητήριον καὶ τόπος συγκεντρώσεως τῶν τυράννων τῆς ὥρας ταύτης, τῶν καλλικαντζάρων.
Δὲν εἶχεν ἀξιωθῆ ν’ ἀπολαύση τὴν οἰκοκυράν της. ῾Ο καπετὰν Γιαννάκος ὁ Συρμαής αἰσθηματικὸς ναὶ γενναῖος, «μερακλὴς» ὅσον κανεὶς ἄλλος ἐκ τῶν συγχρόνων του, εἶχε γνωρισθῆ εἰς το σταυδρόμι τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὴν Κοκκώνα, Ἀννίκαν, ὡραίαν, ὑψηλήν, μὲ χρυσόξανθα μαλλιά, λευκὴν καὶ μὲ χαρακτῆρας λεπτοτάτους. ῾Ο πλοίαρχος ἠρραβωνίσθη ἐν τῆ Βασιλευούση καὶ κατῆλθε μὲ τὸ καράβι εἰς τὴν πατρίδα, ὅπου παρήγγειλε νὰ τοῦ κτίσουν, μὲ σχέδιον κομψὸ καὶ ἀσύνηθες ἕως τότε εἰς στὴν πολίχνην, τὴ μικρὰν ὡραίαν οἰκίαν, σκοπεύων μὲ τὸ πρῶτον ταξίδιον νὰ φέρη ἔπιπλα ἀπὸ τὴν Βενετίαν, διὰ νὰ εὐπρεπίση, νὰ στολίση τὴν νεόκτιστον οἰκίαν καὶ τὴν κάμη ἀξίαν τῆς ἁβρᾶς Κοκκώνας, τὴν ὁποίαν ἐμελέτα νὰ φέρη ἀπὸ τὴν Πόλην.
Ἀλλ’ ἡ οἰκία δὲν ἔμελλε νὰ τελειώση καὶ ἡ Κοκκώνα δὲν ἔμελλε νὰ κατέλθη. ῾Η Κοκκώνα, ὀκτὼ μῆνας μετὰ τὴν μνηστείαν, ἀπέθνησκε φθισικὴ εἰς τὸ Σταυροδρόμι καὶ ἡ οἰκία ἔμεινεν ἀτελειωτη, ἔρημη καὶ ἅχαρη ἀνὰ τὸν λιθόστρωτον ἀνηφορικὸν δρόμον, σιμὰ εἰς τὸν κρημνώδη βράχο. ῾Ως ἀόρατος δὲ ἐπιγραφὴ ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς καταρρεούσης οἰκίας, ὡς ἀόρατος τραγικὴ εἰρωνεία ἐπὶ τῆς τύχη της, ἔμενε τὸ ὄνομα «Τῆς Κοκκώνας τὸ σπίτι».
Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων τοῦ 185..., δύο παιδάκια κατήρχοντο μὲ ζωηρὰ βήματα τὸ λιθόστρωτον, καὶ οἱ πόδες των, ἀσυνήθιστοι εἰς τὰ πέδιλα, τὰ ὁποῖα εἶχον φορέσε ἴσως ἐκτάκτως τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ἔκαμνον μέγα κρότον ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους. ᾽Αμφότεροι ἐκράτουν ἐλαφρας ραβδους. ῾Ο εἷς ἐκράτει φανὸν μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα. ῏Ητο ἑβδόμη ὥρα. Νὺξ ἀστροφεγγὴς καὶ ψυχρά. Σφοδρὸς ἄνεμος κατήρχετο παγετώδης ἀπὸ τὰ χιονισμένα βουνά. ῾Ο ἄνεμος ἔκαμνε τὰ σφικτοκλεισμένα παράθυρα καὶ τὰς κλειδομανδαλωμένας θύρας νὰ στενάζωσιν ὑπὸ τὴν ψυχρὰ πνοήν του. Τὰ παιδία ἐμάλωναν ὡς δύο γνήσιοι φίλοι.
- ᾽Εγὼ εἶδα π’ σ’ ὄδωκε ἕνα εἰκοσιπενταράκι, βρὲ Ἀγγελὴ, ἔλεγε τὸ ἕν.
- Ὄχι μά τὸ θεριό, ἔλεγε τὸ ἄλλο, μιὰ πεντάρα, μ’ ὄδωκε. Νὰ τηνε.
Καὶ ἐδείκνυε μεταξὺ τῶν δακτύλων του μίαν πεντάραν.
Ὄχι, ἐπέμενε τὸ ἄλλο τὸ ὁποῖον ἐκράτει τὸ φανάριον. Τὸ εἶδα ἐγὼ ποὺ ἦταν εἰκοσιπενταράκι· δὲ μὲ γελᾶς.
- Ὄχι βρε Νάσο. Μιὰ πεντάρα, σοῦ λέω.
- Μ’ ἀφήνεις νὰ σὲ ψάξω;
- Θὰ σ’ πέση τὸ φανάρι.
Διὰ μιᾶς ὁ Νάσος ἄφησε τὸ φανάρι κατὰ γῆς καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ψάξη τὸν Ἀγγελήν. Εἶχον λάβει τὸ μέτρον, ἐπειδὴ δὲν ἐνεπιστεύοντο ἀλλήλους, (ἦσαν δεκαετεῖς τὴν ἡλικίαν), εὐθὺς ἅμα κατήρχοντο ἀπὸ ἑκάστην, τῶν οἰκιῶν, ὅπου ἀνέβαινον κι ἐτραγουδοῦσαν τὰ Χριστούγεννα, νὰ κάμνωσιν εὐθὺς μερίδιον πεντάρα καὶ πεντάρα, καὶ κανεὶς ἐκ τῶν δύο νὰ μὴν εἶναι «κάσσα» μέχρι τέλους τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν φορὰν ὁ Νάσος εἶχεν ὑποπτευθῆ τὸν Ἀγγελήν.
᾽Εν τῆ θέρμη τῆς λογομαχίας των, εἶχον λησμονήσει ὅτι ἔφθασαν ἤδη εἰς τὸ στενὸν τοῦ λιθοστρώτου, τοῦ ἄγοντος εἰς τὴν ἐπάνω συνοικίαν, καὶ εὑρίσκοντο ὑποκάτω εἰς τὸ σπίτι τῆς Κοκκώνας, ὅπου ἔβγαιναν φαντάσματα. ᾽Εκεῖ εἶχον σταματήσει, καὶ ὁ Νάσος ἤρχισε νὰ ψάχνῃ τὸν Ἀγγελήν.
Ὁ Ἀγγελής, ἐνόσῳ ὁ ἄλλος ἠρεύνα τὰ θυλάκια τῆς περισκελίδος του, ἵστατο ἀδιάφορος, ἀλλ’ ἅμα ἡ χεὶρ ἀνῆλθε καὶ ἤρχισε νὰ ψαύη τὸν κόλπον, ἔπιασεν ὁ ἴδιος τὸ γιλέκον του ἀριστερᾲ πρὸς τὴν μέσην καὶ τὸ ἔσφιγγε μὲ ὄλην τὴ δυναμίν του, ἐμτοδίζων τὴν χεῖρα τοῦ φίλου του νὰ φθάσῃ ἔως ἐκεῖ.
- Δὲν μ’ άφήνεις νὰ σὲ ψάξω!
- ῎Αφησέ με! Δὲν ἔχω τίποτε.
- Εἶσαι ψεύτης!
῾Ο Ἄγγελος ὕψωσεν ἀπειλητικὴν χεῖρα.
- Εἶσαι ψεύτης καὶ κλέφτης!
᾽Ελαφρὸς κόλαφος ἠκούσθη ναὶ συγχρόνως φωνὴ παραδόξου ὄντος μελανοῦ τὴν ὄψιν, μὲ μαλλιὰ ἀνατσουτσουρωμένα, μὲ ἀλλόκοτα ράκη ὡς ἐνδυμασίαν, ἀντνχησε.
- Τί μαλλώνετε, βρέ;
Τὰ δύο παιδιὰ ἀφῆκαν συγχρόνως διπλῆν πεπνιγμένην κραυγὴν καὶ ἐδόκιμασαν νὰ τραπῶσενεἰς φυγὴν ἀφήνοντα τὸ φανάριον κατὰ γῆς. ᾽Αλλὰ τὸ παράδοξον ὄν μὲ τὸν πόδα ἀνέτρεψε τὸ φανάριον, τὸ ὁποῖον ἔσβησεν εὐθύς, καὶ μὲ τὰς δύο χεῖρας συνέλαβεν ἀπὸ τοὺς βραχίονας τὰ δύο τρέμοντα παιδία.
- Ποιός εἶναι κάσσα, βρέ;
Τὰ δύο παιδία ἤσπαιρον κι ἐδοκίμαζον νὰ φύγουν.
- Μὴ φοβᾶσθε, δὲν σᾶς τρώω. Δῶστε μου τοὺς παράδες, σας γιὰ νὰ μὴ μαλώσετε καὶ σκοτωθῆτε. Καλὰ ποὺ βρέθηκα καὶ σᾶς γλύτωσα.
῎Εψαξε τὶς τσέπες τῶν δύο παιδίων καὶ συγχρόνως τὰ ἔσυρε πρὸς τὴν θύρα τοῦ ἰσογείου τῆς κατηρειπωμένης οἰκίας, ὁπόθεν εἶχεν ἐξέλθει, ὡς φαίνεται, τὸ παράδοξον ὄν. ᾽Εκεῖ ἔβαλε τὸν Νάσον ὑπὸ κράτησιν ὄπισθεν τῆς θύρας, ὠχύρωσε τὸ ἄνοιγμα μὲ τὸ ἴδιον σῶμα του καὶ ἔψαξεν ἐν ἀνέσει τὸν Ἀγγελήν. Εὗρε δεκαπέντε ἤ εἴκοσι πεντάρες καὶ δεκάρες εἰς τὰ θυλάκιά των. Εἶτα ἔψαξε τὸν Νάσον, εὗρεν ἄλλα τόσα καὶ εἰς αὐτού τὸ θυλάκιον. Ἀκολούθως ἀπέπεμψε τὰ δύο παιδία.
- Πηγαίνετε τώρα καὶ μὴ φοβᾶσθε. Ἄλλη φορὰ νὰ μὴ μαλώνετε.

῾Ο Γιάννης ὁ Παλούκας δὲν εἶχε πῶς νὰ μεθύση καὶ πῶς νὰ ἑορτάσῃ τὰ Χριστούγεννα ἐκείνην τὴν χρονιά. ῏Ητο συνήθως ἄεργος, καὶ οἱ τεμπέλικες μικροδουλειές, τὰς ὁποίας ἐξετέλει κάποτε, κουβαλῶν νερὸ μὲ τὴν στάμναν ἐκ τῆς οἰκίας, πότε ὑπηρετῶν τοὺς κηπουρούς, τοὺς ἁλωνιστὰς καὶ τοὺς ἐργάτας τῶν ἐλαιοτριβείων, πότε βοηθῶν τοὺς γριπάρηδες εἰς τὴν ἀνέλκυσιν τοῦ μακροῦ ἀτελειώτου γρίπου ἐπὶ τῆς μεγάλης ἄμμου εἰς τὸν αἰγιαλόν, δὲν τὸν εἶχαν «σηκώσει» κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Τί νὰ κάμῃ; Πῶς νὰ περάση τέτοια χρονιάρα μέρα; Τί ἐσοφίσθη;
Τῆς Κοκκώνας τὸ σπίτι, τὸ ὁποῖον ἐφοβοῦντο τὰ παιδία τῆς πολίχνης καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἁγίαζαν οἱ παπάδες, ὅταν κατήρχοντο ἀπὸ τὴν ἄνω συνοικίαν μὲ τοὺς σταυρους, ἦτο καταλληλος σταθμὸς διὰ νὰ κρυβῇ κανεὶς καὶ νὰ περάσῃ ὡς καλικάντζαρος, ἐπειδὴ τὸ ἐκαλοῦσαν οἱ μέρες, ἀφοῦ μάλιστα χάριν τῶν ἡμερῶν αὐτῶν θὰ τὸ ἔκαμνε καὶ ὁ Παλούκας. Ἀπ’ ἐκεῖ θὰ ἐπερνοῦσαν ὅλα τὰ παιδία τῆς κάτω ἐνορίας, δηλαδὴ τὰ δύο τρίτα τῶν παιδίων τοῦ χωρίου, εἰς τὸ γύρισμά των ἀπὸ τὴν ἐπάνω ἐνορίαν, ὅτε θὰ εἶχαν ἱκανὰ κέρματα εἰς τὰ θυλάκιά των.
Ὁ Παλούκας δὲν ἐσκέφθη περισσότερον. Ἔλαβε παλαιὸν σιδηροῦν τηγάνιον, ἐμουντζουρώθη ὅλος εἰς τὸ πρόσωπον - μετέθεσε δηλ. δύο μῆνας πρωιμώτερον τὴν ἀποκριὰν - ἐφόρεσε παλαιὰ ράκη, τὰ ὁποῖα ἐπρομηθεύθη κάπου, καὶ ἀπελθών, ἅμα ἐνύκτωσεν, ἐξεκάρφωσεν ἀθορύβως τὰς παλαιὰς σανίδας, τὰς σχηματιζούσας χιαστὶ πρόχειρον φραγμὸν εἰς τὸ ἰσόγειον τῆς ἐρήμου οἰκίας τῆς Κοκνώνας, καὶ ἐχώθη μέσα μίαν ὥραν ὕστερον κατῆλθε διὰ τοῦ λιθοστρώτου ἡ πρώτη συνωρὶς τῶν ἀδόντων παιδίων, ὁ Νάσος καὶ ὁ Ἄγγελος. Εἶδομεν πῶς ἦλθαν βολικὰ τὰ ποάγματα καὶ πῶς ὁ Παλούκας κατώρθωσε μάλιστα νὰ περάση ὡς εἰρηνευτὴς μεταξὺ τῶν παιδίων ποὺ ἐμάλωναν.
Ἀφοῦ ὁ Νάσος καὶ ὁ Ἀγγελὴς ἐτράπησαν εἰς φυγὴν αἰσθανόμενοι φεῦγον τὸ ἔδαφος ὑπὸ τοὺς πόδας των, κατῆλθον ἄλλα παιδία, εἶτα ἄλλα. ῾Ο Παλούκας ἤκουε μακρόθεν τὸν κρότον τῶν βημᾴτων των, τὰς εὐθύμους φωνάς των καὶ ἐψιθύριζε:
- Μᾶς ἔρχεται ἄλλη ζυγιά.
῾Η τελευταία ζυγιά ἥτις κατῆλθε, συνίστατο ἀπὸ τὸν Στάμον καὶ ἀπὸ τὸν ᾽Αργύρην δύο φρονίμους παῖδας. Οὗτοι δὲν ἐμάλωναν, ἀλλ᾽ ἐσχεδίαζαν μεγαλοφώνως τί νὰ κάμουν τὰ λεπτὰ ἐκεῖνα που θὰ ἐμάζωναν ἐκείνην τὴν βραδιάν. - Νὰ φτιάσωμε κι ἕνα σκερπανάκι βρέ.
- Νὰ κόψουμε μία λεύκα.
- Νὰ πάρουμε φλαμούρι, νὰ κάμουμε καράβι.
- Νὰ βγάλουμε ἀπὸ τὸν πεῦκο τ’ Ἀλμπάνη τὴν καρίνα καὶ τὰ στραβόξυλα.
- ᾽Εσὺ θὰ εἶσαι μαραγκός, κι ἐγὼ πρωτομάστορας.
- Βρέ! Καλῶς τοὺς μαστόρους, ἠκούσθη ἔξαφνα μία φωνή.
Ὁ Παλούκας εἶχεν ἐξορμήσει τρίτην ἢ τετάρτη φορὰν ἀπὸ τὴν κρύπτην του. ῾Ο Στάμος καὶ ὁ Ἀργύρης ἀφῆκαν πεπνιγμένην κραυγὴν καὶ ἡθέλησαν νὰ φύγουν. Ἀλλ’ ὁ Παλούκας ἐφήρμοσε τὴν μέθοδόν του καὶ τοὺς ἐλήστευσε.
- Εἶναι ἄλλη ζυγιά; ἠρώτησεν εἶτα.
Τὰ παιδία τὸν ἐκοίταξαν μὲ ἀπλανῆ ὄμματα, ἀπολιθωμένα ἀπὸ τὸν φόβον. Ἀλλ’ ὁ Στάμος, ὄστις ἦτο δωδεκαετὴς και ξυπνητός, ἐννόησεν ἐν τῷ μεταξὺ ὅτι δὲν ἦτο φάντασμα. ῾Ο φόβος του ἐμετριάσθη καὶ μετέδωκε θάρρος καὶ εἰς τὸν Ἀργύρην.
- Εἶναι κι ἄλλη ζυγιά; ἐπανέλαβεν ἀκαταλήπτως ὁ παράδοξος ἄνθρωπος.
- Τί ζυγιά; ἠδυνήθη ν’ ἀρθρώση ὁ Στάμος.
- Εἶναι ἄλλα παιδιὰ νὰ κατεβοῦν ἀπ’ τὸν ἐπάνω μαχαλά;
- Δὲν ξέρω, εἶπεν ὁ Στάμος.
Τὴν φορὰν ταύτην ὁ Παλούκας εἶχεν ὀλιγωρήσει νὰ σβήσῃ τὸν φανόν, διότι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας του ἐπείσθη ὅτι δὲν θὰ τὸν ἀνεγνώριζαν τὰ παιδία. Ἀλλ’ ὁ Στάμος τὸν ἐκοίταξε τόσον καλά, ὥστε «ἐγύριζε μές στὸ νοῦ το» ὅτι κάποιος ἦτο καὶ δὲν ἄπεῖχε πολὺ τοῦ νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ.
- Πέστε μου, βρέ, ἂν εἶναι κι ἄλλη ζυγιά, ἐπέμεινε ὁ Παλούκας.
- Δὲν ξέρουμε, ἐπανέλαβεν ὁ Στάμος.
Τέλος ὁ Παλούκας ἀφῆκε τὰ παιδία ἐλεύθερα.

Παρῆλθον δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας καὶ γενναῖον πετροβόλημα ἤρχισε νὰ δέρνῃ τὴν στέγην, τὰς ξυλώσεις καὶ τὰς δοκοὺς τοῦ ἀφατνώτου πατώματος τῆς ἐρήμου οἰκίας. Πολλοὶ λίθοι, μὲ ὑπόκωφον δοῦπον, διερχόμενοι διὰ τῶν δοκῶν, καὶ ἄλλοι διὰ τῆς θύρας, ἔπιπτον εἰς τὸ ἔδαφος τοῦ ἰσογείου.
Στράτευμα παιδίων εἶχεν ἐξορμήσει ἀπὸ τὸ προαύλιον τοῦ ναοῦ τῶν Τριῶν ῾Ιεραρχῶν τριακόσια - τετρακόσια βήματα ἀπέχοντος, καὶ ἐξετέλει φοβερὰν ἔφοδον κατὰ τοῦ ἀσύλου τοῦ καλικαντζάρου.
Τὰ πρῶτα ληστευθέντα παιδία, ὁ Νάσος καὶ ὁ Ἀγγελής, ἀφοῦ ἔφθασαν ἀσθμαίνοντα εις τὴν μικρὰν πλατεῖαν τὴν ἔμπροσθεν του ναοῦ, μὴ ἔχοντα πλέον διὰ τὶ πρᾶγμα νὰ μαλώσουν, ἔκαμαν ἀγάπην. Μετὰ φιλικωτάτην δὲ συζήτησιν ἐκ συμφώνο ἀπεφάνθησαν ὅτι τὸ παράδοξο τους ἐπῆρε τὰ λεπτά, ἀφοῦ δὲν τοὺς ἐπῆρεν οὔτε τὴν φωνὴν οὔτε τὸν νοῦν των, θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ἦτο φάντασμα, οὔτε βρικόλακας, καὶ ἀφοῦ δὲν ἐδοκίμασε νὰ τοὺς φάγη, θὰ εἰπῆ ὅτι δὲν ἦτο οὔτε καλικάντζαρο. Τί ἄλλο θὰ ἦτο λοιπόν; Θὰ ἦτο ἄνθρωπος, χωρὶς ἄλλο.
῾Η δευτέρα ζυγιὰ τῶν παιδίων ἔφθασε μετ’ οὐ πολύ, εἶτα ἡ τρίτη καὶ ἡ τετάρτη. Ὅλα τὰ ὁμοιπαθῆ παιδία δὲν ἤργησαν νὰ συνεννοῶσιν ὁμοῦ. Τέλος ὁ Στάμος, ὅστις ἦλθε τελευταῖος μετὰ τοῦ Ἀργύρη, ἐπρότεινε, καὶ ὅλοι ἐψήφισαν, νὰ ἐκτελέσωσι τακτικὴν νυκτερινὴν ἔφοδον κατὰ τῆς οἰκίας.
῾Ο Παλούκας τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐδίσταζε καὶ εἶχεν ἀποφασίσει πλέον ν’ ἀποσυρθῆ, ἀφοῦ εἶχε κάμει ἀρκετὴν λείαν, ὅση θὰ ἤρκει διὰ νὰ μεθύση τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων, ὡς καὶ τὴν ἡμέραν τῶν Ἐπιλοχίων και την του Ἁγίου Στεφάνου ἀκόμη. Ἐνῷ δε ἦτο ἔτοιμος να φύγη καὶ πάλιν ἔμενεν, ἐπῆλθε ἡ πρώτη πυκνὴ χάλαζα τῶν λίθων.
- Νὰ μιὰ ζυγιά! ἐφώναξε φιλέκδικος ὁ Στάμος.
- Νὰ μιὰ ζυγιά! ἐπανέλαβον ἐν χορῷ τὰ παιδία.
Πέντε δευτερόλεπτα πρότερον, ᾶν ἀπεφάσιζεν ὁ Παλούκας νὰ φύγῃ, θὰ ἦτο ἐκτὸς βολῆς. Δυστυχῶς ἦτο ἀργὰ τώρα.
Ἀπεφάσισε ν’ ἁρπάξῃ μίαν σανίδα καὶ μεταχειριζόμενος αὐτὴν ὡς σπᾶθην ἄμα καὶ ὡς ἀσπίδα νὰ ἐκτελέσῃ ἔξοδον διασχίζων τὰς τάξεις τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλὰ δευτέρα ραγδαιοτέρα χάλαζα λίθων τὸν ἔκαμε νὰ ὀπισθοδρομίση μὲ δυο πληγάς, εἰς τὴν κνήμην καὶ εἰς τὸν βραχίονα.
- Νά κι ἄλλη ζυγιά! ἐφώναξεν ἀδιάλλακτος ὁ Στάμος.
- Να κι ἄλλη ζυγιά! ἠλάλαξαν τὰ παιδία.
῾Ο Παλούκας ἐκόλλησεν εἰς τὴν ἐσωτέραν γωνίαν τοῦ ἰσογείου, στηρίξας τὰ νῶτα εἰς τὸν τοῖχον, ζαρωμένος ὑπό τινα δοκὸν τοῦ πατώματος σύρριζα εἰς τὸν τοῖχον βαλμένην. Ἀλλὰ κι ἐκεῖ μέγας λίθος κτυπήσας ἐπὶ τοῦ τοίχου ἐλόξευσε καὶ τὸν ἔπληξε μετὰ μετρίας βίας εἰς τὸν ὦμον.
- Βρέ! ἀπὸ σπόντα ἐμουρμούρισε γελῶν ἀκουσίως ὁ Παλούκας. Εὐτυχῶς δι’ αὐτόν, οἱ ἐχθροὶ δεν απεφάσισαν νὰ ἔλθωσιν ἔως τὴν θύραν τοῦ ἰσογείου. Λείψανον φόβου ὑπῆρχεν ἀκόμη, φαίνεται εἰς τὸ βάθος τοῦ παιδικοῦ θράσους.
Τέλος, ἐπειδὴ ἡ μάχη παρετείνετο, ὁ Παλούκας, μετὰ φρόνιμον σκέψιν, ἀπεφάσισε ν’ ἀναρριχηθῆ εἰς τὸν τοῖχον (ἐγνώριζε ποῦ ὑπῆρχαν ὁπαὶ ἀπὸ τὰ ἰκρία καὶ τὲς ξυλωσιὲς τῆς οἰκοδομῆς) πατῶν ἀπὸ ὀπὴν εἱς ὀπήν. Τὸ ἔκαμε ταχέως καὶ ἐπιτυχῶς, καὶ ἀφοῦ ἔφθασεν εἰς τὸ πάτωμα, ἀόρατος εἰς τὸν ἐχθρὸν ὅπισθεν λειψάνου ξυλοτοίχου, ἀποφασιστικῶν ἐπήδησεν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ἐντὸς τοῦ ἐδάφους τῆς αὐλῆς τοῦ γερο- Παγούρη.
Ἦτο ὡς δύο μπόγια ὑψηλά, ὄχι περισσότερον. Διότι τὸ ἔδαφος ἦτο ὑψηλότερον κατὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας σπιθαμὰς ἔσωθεν τοῦ αὐλογύρου.
῾Ο Παλούκας ἔπεσε βαρύς, ἐκτύπησεν εἰς τὸ γόνυ, ἀνετράπη, ἀνωρθώθη, ἔψαυσε τὰ μέλη του βεβαιωθεὶς ὅτι δὲν τοῦ εἶχε σπάσει κανὲν κόκαλον, ἐτράπη εἰς φυγὴν τρέχων πρὸς τὸ ἄλλο μέρος τοῦ αὐλογύρου, ὅπου ἤξευρεν ὅτι ὁ περίβολος ἐκλείετο ἀπὸ ἁπλοῦν φράκτην, συγκοινωνῶν πρὸς αὐλὴν συγγενικῆς οἰκίας.
Ὁ δοῦπος τῆς πτώσεώς του ἠκούσθη ἐκεῖθεν τοῦ τοίχου τῆς αὐλῆς.
Ὁ Στάμος ἐφώναξεν «ἐμπρός!» καὶ δοκιμάσας τὸ μάνδαλον τῆς θύρας τοῦ αὐλογύρου εἶδεν ὅτι ἡ θύρα ἦτο ἀνοικτή. Εἰσώρμησε πρῶτος καὶ τὰ παιδία τὸν ἠκολούθησαν.
῾Η πτῶσις τοῦ Παλούκα συνωδεύθη, ἐκτὸς τοῦ δούπου της καὶ ἀπὸ ἄλλον κρότον, κρότον μεταλλικόν. Λεπτὰ τοῦ εἶχαν πέσει ἀπὸ τὴν τσέπην.
῾Ο Παλούκας δὲν ἐγύρισεν ὀπίσω νὰ τὰ μαζέψῃ.
Ὁ Ἀγγελλής, ἐν τῶν παιδίων, ἤκουσε ζωηρότατα τὸν μεταλλικὸν κρότον, ἀγρίκησε πολὺ καλὰ τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον πέσει τὰ κέρματα και κύψας, ψηλαφῶν καὶ ἤρχισε νὰ τὰ μαζώνη μὲ τὴν φούχταν ἐνῷ τὰ ἄλλα παιδία ἔτρεχαν κατοπιν τοῦ φεύγοντος Παλούκα, ρίπτοντα λίθους καὶ κράζοντα:
- Νὰ κι ἄλλη ζυγιά! Νὰ κι ἄλλη ζυγιά!
Κρότος παραθύρου ἀνοιγομενου ἠκούσθη ἤδη εἰς τὸν οἰκίσκον τοῦ γερο - Παγούρη, ὅστις ἀκούσας τὴν ἀκατανόητον ἔφοδον τὴν γενομένη τὴν νύκτα ἐκείνην εἰς τὸν αὐλόγυρόν του, ἤνοιγε τὸ παράθυρον καὶ ἠρώτα ἔκπληκτος:
- Τί εἶναι; Τί τρέχει·,.. Ποιός εἶναι;... Ποιοί εἶστε·,..῎Ε! δὲν ἀκοῦτε;
᾽Ενω ὁ Ἀγγελὴς εἶχε μαζεψει ἤδη ὅλα τὰ λεπτὰ ὅσα ηὖρε καὶ ἔφευγεν ὀπίσω διὰ τῆς μεσημβρινῆς θύρας καὶ τὰ ἄλλα παιδία κατεδίωκον πέραν τοῦ βορεινοῦ φράντου εἰς τὸν βρόντο τὸν Παλούκαν, ὅστις εἶχε γίνει ἄφαντος ἤδη, ἐπαναλαμβάνοντα:
- Νὰ κι ἄλλη ζυγιά! Νὰ κι ἄλλη ζυγιά!

Σχόλια

  1. Aπαντώ στο αίνιγμά σου του φατσοβιβλίου(ποίος είναι ο Παλούκας ο πονηρός των καιρών μας) αντιρωτώντας:Στάμος ξυπνητός υπάρχει,απόμεινε κανένας;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Νίκος15/4/13 03:53

    Μα δεν ενήργησε μόνος του ο Στάμος,πολλά ληστευθέντα παιδία,τον πήραν χαμπάρι.Ακόμα κι αν δεν τον αναγνώρισαν δεν το έχαψαν ότι είναι φάντασμα και έκαναν τακτικὴν νυκτερινὴν ἔφοδον.Αμέ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ένα δίκιο περί Στάμου το έχει ο Γιάννης,διότι λέει ο κυρ Αλέξανδρος:Τέλος ὁ Στάμος, ὅστις ἦλθε τελευταῖος μετὰ τοῦ Ἀργύρη, ἐπρότεινε, καὶ ὅλοι ἐψήφισαν, νὰ ἐκτελέσωσι τακτικὴν νυκτερινὴν ἔφοδον κατὰ τῆς οἰκίας.
    Ένας ξυπνητός και δημοκρατικός ηγέτης,φίλτατοι, δεν είναι ποτέ αχρείαστος,χαχα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος15/4/13 04:00

    Επίσης:
    Ὁ Στάμος ἐφώναξεν «ἐμπρός!» καὶ δοκιμάσας τὸ μάνδαλον τῆς θύρας τοῦ αὐλογύρου εἶδεν ὅτι ἡ θύρα ἦτο ἀνοικτή. Εἰσώρμησε πρῶτος καὶ τὰ παιδία τὸν ἠκολούθησαν.

    Τι λέμε τώρα εμείς,το ζουμί είναι αυτό,ότι Εἰσώρμησε πρῶτος καὶ τὰ παιδία τὸν ἠκολούθησαν.

    Μαρία Φ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ανώνυμος15/4/13 04:03

    Ωραία η προέκταση που του κάνετε,αλλά δεν προσέξατε κάτι:ἡ θύρα ἦτο ἀνοικτή.
    Νικολέτα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ανώνυμος15/4/13 04:09

    Ρε σεις τουλάχιστον ο Στάμος δοκίμασε και τους βγήκε ανοιχτή.Αλλά και αν δεν ήταν θα ορμάγανε όλα τα ληστευθέντα παιδία και θα την σπάγανε, όχι απλώς θα την ανοίγανε.Απλά πράγματα.Τον κλέφτη έτσι πρέπει να τον κυνηγήσουμε κι εμείς αλλά είμαστε μεγάλα βόδια.

    Γιάννης Πετ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Χριστίνα15/4/13 04:11

    Σωπάτε μωρέ,έρχεται ο σύντροφος Κουτσούμπας τώρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μιχάλης15/4/13 11:16

      Mε βήμα ταχύ να προϋπαντήσει τον Μάϊο παρέα με τον Αλαβάνο,τον Τσίπρα και τους άλλους νεκροθάφτες της αριστεράς,ενόσω τα ναζιστικά εκτρώματα αλωνίζουν με την συμπαράσταση των αστικών μμε.
      Ωραίο πάντως το διήγημα του Παπαδιαμάντη και η πολιτική διάσταση που του δώσατε.

      Διαγραφή
  8. Ανώνυμος15/4/13 12:54

    Έχω νοσταλγήσει το πολυτονικό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Μοσχατιώτης15/4/13 13:34

    Γελαστικά το πιάσατε οπότε να πω κι εγώ για όνομα αυτού, όχι Γιάννης αλλά Αντωνοφωτοβαγγέλας και το επώνυμο Παλουκοκατάρας, αλλά όπου έχει γέλια πολλά μετά έρχονται και τα κλάματα,να το ξέρετε, άμα θυμηθούμε και τα ντόπια κατορθώματα του δημάρχου του δικού μας να τον πούμε τότε Αντρεαντώνη Ιωαννιδοπαπάρα και άμα δείτε παραλία άχτιστη να μου γράψετε σε πολυτονικό, μονοτονικό,όπως θέλετε, έτσι ζώα που καταντήσαμε άβουλα και κουλαντρισμένα, αυτό μας μάρανε.
    Κατά τα λοιπά ωραίο το μπλογκ σας αγαπητή κυρία Βιβή.Κρίμα που το τόσο ωραίο βιβλιοπωλείο σας έγινε μια ακόμα απρόσωπη καφετέρια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό για το κλείσιμο του βιβλιοπωλείου δεν χρειάζεται να μου το θυμίζετε άλλο διότι στο τέλος θ΄αρρωστήσω.
      Για τα καλά σας λόγια ευχαριστώ και όσο για τον γλυτωμό, τουλάχιστον της παραλίας μας, πρέπει επιτέλους να αγωνιστούμε ΟΛΟΙ οι κάτοικοι μαζί.Είναι κρίμα να φάμε κι άλλη τσιμεντένια ψευτοανάπτυξη στη μούρη.Η Μεσοποταμία είναι ανοιχτή για όλους και τουλάχιστον για το ζήτημα της παραλίας έχει δώσει μεγάλους,υπερκομματικούς και αποτελεσματικούς αγώνες,έχει σημασία που το τονίζω αυτό.
      Αφού είστε Μοσχατιώτης ξέρετε που θα μας βρείτε.

      Διαγραφή
  10. Δήμητρα16/4/13 00:08

    Πόσο τυχεροί είμαστε που έχουμε συγγραφείς σαν τον Παπαδιαμάντη.Κρίμα που δεν εκτιμάμε αρκετά τους μεγάλους μας.Μου άνοιξες την όρεξη να διαβάσω Παπαδιαμάντη γιατί όσο τον αφήνω τόσο η αποξένωση από τη γλώσσα που χρησιμοποιούσε μεγαλώνει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου