"Το Σπίτι των Κοιμισμένων Κοριτσιών" , Γιασουνάρι Καβαμπάτα


Το αναγνωστικό ενδιαφέρον μονοπωλείται,δικαίως,από το πασίγνωστο ,τρομερό διήγημα "Το Σπίτι των Κοιμισμένων Κοριτσιών" που δίνει και τον τίτλο σ΄αυτήν την συλλογή,η οποία εκδόθηκε από τον Καστανιώτη και στην σειρά με τους νομπελίστες και κάνει θραύση με τιμή βιβλίου 2 ευρώ,την οποία πλέον ξέρετε καλά, φαντάζομαι.




Τα  δύο άλλα διηγήματα είναι το "Μπράτσο" και το "Περί Ζώων και Πουλιών",ελκυστικά και μαζί και βαρετά,έτσι μου είχαν φανεί και την πρώτη φορά,έτσι και τώρα,ιδιαίτερα το "Μπράτσο"-το "Περί Ζώων και Πουλιών" λιγότερο- αντιφατική κάπως εντύπωση την οποία κατ΄αρχάς την απέδωσα στο ότι είχε προηγηθεί η ανάγνωση του "Σπιτιού των Κοιμισμένων  Κοριτσιών ",και πάλι, το οποίο είτε αρνητικά είτε θετικά το προσεγγίσει κάποιος,μονοπωλεί το ενδιαφέρον του σαν αναγνώστη -ειδικά δυτικού- κι ακόμα περισσότερο σαν αναγνώστριας,κατοίκου αποικίας δυτικοκρατούμενης και ευρισκόμενης σε πολυεπίπεδη κρίση.

Το "Μπράτσο" -για να κατανοήσουμε καλύτερα την αισθητική του και ίσως και την αιτία που το γέννησε-μπορούμε να το εντάξουμε στην ευρύτερη οικογένεια των αλληγορικών εκείνων κειμένων που η ετικέτα του στοχαστικού τούς έρχεται γάντι.Βεβαίως τα αντίστοιχα ερωτικά και στον πυρήνα τους υπαρξιακά κείμενα των λατινοαμερικάνων συγγραφέων,που κυρίως αυτούς αναγνωρίζουμε ως εκπροσώπους του είδους του μαγικού ρεαλισμού είναι πολύ πιο πυκνά και εστιασμένα στην αιτία που έκανε τον δημιουργό τους να τα συνθέσει,μα εδώ και ο Καβαμπάτα συνδυάζει πετυχημένα μιαν αντίληψη μπορχική,θα έλεγα, με μια-κυρίαρχη πιο παλιά-ιαπωνικής αισθητικής γραφή προς ανάδειξη των ερωτικών αναζητήσεων του υποκειμένου,που αυτό είναι σταθερά,στους σύγχρονούς του τουλάχιστον,ο άντρας και όχι ή πολύ λιγότερο η γυναίκα,κάτι που δεν έχει φανεί να περιορίζει θεματικά τους λατινοαμερικάνους στην αντίστοιχη κατηγορία,εγώ τουλάχιστον δεν τους θεωρώ μισογύνηδες,οπότε έχουμε αμέσως μια σημαντική διαφορά.Ας είναι.
Ο άντρας λοιπόν εδώ,μεταφέρει ένα γυναικείο μπράτσο,που θα το έχει για λίγες ώρες ολόδικό του, στον χώρο του και θα μπορεί να το απολαύσει σαν συντροφιά,φετίχ ,αντίδοτο απέναντι στην ολική, προσωπική του μοναξιά.Συνομιλούν,εκείνος το κανακεύει,το φροντίζει,το παίρνει αγκαλιά,του εξομολογείται .Το γυναικείο μπράτσο κάνει ακριβώς τα ίδια.Και σε κάποιο σημείο ο αφηγητής "βγάζει" το δικό του μπράτσο και τοποθετεί στην θέση του το άλλο.
Πόση ακόμα μοναξιά να στριμωχτεί σε  μερικές χάρτινες σελίδες, σκέφτομαι,όσο τρυφερά,λυρικά κι αλληγορικά αυτές να γραφούν...Πόση ανθρώπινη θλίψη...
Κι έτσι αφήνω κατά μέρος τις φεμινιστικές αντιρρήσεις που αρχίζουν να  βγαίνουν στην επιφάνεια μα τελικά ωχριούν μπροστά σε τόση μοναξιά...

Στο "Περί Ζώων και Πουλιών" η ιστορία είναι πιο απλή,ως εκ τούτου πιο εύκολα αποδεκτή από τον αναγνώστη.Τριτοπρόσωπη η αφήγηση και πιο σκληρή,με θέμα ξανά την μοναξιά.Ο ήρωας,άντρας και πάλι,είναι λάτρης ζώων και πουλιών.Είναι τα έμψυχα υποκατάστατα της γυναικείας συντροφιάς που τόσο του λείπει ,όμως δεν θέλει να ρισκάρει το βόλεμά του για να την (ξανα)έχει στην ζωή του.
Τα εμπιστεύεται τα ζώα και τα νοιάζεται,τα φροντίζει με γνώση και συνέπεια,εκείνα του προσφέρουν την άδολη αγάπη τους αλλά αν χρειαστεί-επειδή για παράδειγμα αρρωσταίνουν και θεραπεία δεν διαφαίνεται- τα σκοτώνει,κατά την άποψή του τα λυτρώνει,βέβαια έχει περάσει από κάποιες φάσεις κι έχει βιώσει απώλειες,ώστε πια να το έχει φιλοσοφήσει αρκετά και να μην  θλίβεται υπερβολικά για κάτι που δεν μπορεί να ανατρέψει.
Τα ζώα που πεθαίνουν αντικαθίστανται με άλλα.Αγοράζει και αντικαθιστά.Η μοναξιά του είναι πολύ απαιτητική,ζητάει συνεχώς τροφή,η απώλεια των υποκατάστατων τον καλύπτει συναισθηματικά κι έτσι ο θάνατος μοιάζει,αν μη τι άλλο,μια αντιμετωπίσιμη συνθήκη.
Στην καθημερινότητά του πάντως το εργοστάσιο της μνήμης συνεχίζει εντατικά την δουλειά του,η ανάμνηση γυναικών που πέρασαν από την ζωή του τον κατακλύζει καθώς επιχειρεί πχ να σώσει δυο μικρούς βασιλίσκους και ειδικά η ανάκληση μιας χορεύτριας,της όμορφης Τσικάκο την οποία μάλιστα προτίθεται να ξαναδεί σε μια παράσταση. τον έχει στιγματίσει,υπάρχει ατόφια μέσα του.
Η εικόνα της μέσα στην τωρινή,απόλυτη ως φαίνεται μοναξιά του,συνδέεται ακόμα πιο λυρικά με το απαλό φτερούγισμα,την έκδηλη ευθραυστότητα,την λεπτεπίλεπτη φύση και την ανεμελιά των  ζώων και των πουλιών,που όμως,σε σχέση με μια γυναίκα, όπως είπα,ζητούν πολύ λιγότερα για να είναι πράγματι ευτυχισμένα κι αυτός έτσι απολαμβάνει μόνος του ένα πιο ανεξάρτητο είδος έπαρσης...

Στο πασίγνωστο "Σπίτι των Κοιμισμένων Κοριτσιών",τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα και εκτός από την μοναξιά ο αφηγητής εστιάζει και στα γηρατειά σαν αυτόνομη κατάσταση.Ο συνδυασμός γηρατειά + μοναξιά είναι όμως αυτός που τελικά σκοτώνει;Α,όχι.Στην ιστορία ευθύς από τις πρώτες σελίδες μπαίνουν κι άλλα τρομαχτικά,την εννοώ την λέξη,στοιχεία:ο 67χρονος γέρο- Εγκούτσι, σύζυγος γυναίκας που είναι κι αυτή στην δύση της ζωής,πατέρας κορών και παππούς εγγονιών ήδη , καλοστεκούμενος και με ερωτικές ακόμα επιθυμίες που δεν τις έχει σβήσει η σωματική φθορά ξορκίζει την μοναξιά του αλλά και τα γηρατειά του αρχίζοντας να πηγαίνει σ΄ένα ιδιόμορφο πορνείο, που του συστήνει ένας φίλος,ένα σπίτι στο οποίο οι πολύ νεαρές κοπέλες, οι σχεδόν παιδούλες αλλά πάντως όχι Λολίτες,παρθένες απαραιτήτως, χρησιμεύουν σαν υπάκουες σεξουαλικές κούκλες επειδή τις ναρκώνουν(!) κι έτσι αυτές κοιμούνται καθ΄όλη την διάρκεια της νύχτας,όσο ο πελάτης,γέρος ων και ανήμπορος για πολλά πολλά θα κοιμάται στο ίδιο κρεβάτι,κάτω από κοινά σκεπάσματα μαζί τους αφού όπως έχει συμφωνηθεί τις έχει απολαύσει οπτικά και μυρίσει και αγγίξει χωρίς όμως να έχει πράξει αυτό,που δήλωσε  ή αποσιώπησε ότι δεν ή το μπορεί.

{Φίλιπ,δεν το σκέφτηκες αυτό για λογαριασμό του Νέιθαν-όταν-φεύγει-το-φάντασμα,δεν είχες διαβάσει, φαίνεται, Καβαμπάτα.... Ευτυχώς...Ευτυχώς;Δεν ξέρω,καλός μισογυνικός λάτρης των γυναικών είσαι και του λόγου σου....}

Οι κοπέλες γνωρίζουν,εκπαιδεύονται μας λέει ο αφηγητής,τι παράξενες υπηρεσίες προσφέρουν αλλά όταν τις προσφέρουν,επειδή ακριβώς είναι κοιμισμένες,πρακτικά είναι απούσες.Η σωματική τους ακεραιότητα λοιπόν,η ζωή τους η ίδια κρέμεται κυριολεκτικά από την ψυχική κατάσταση και την όλη διάθεση του πελάτη και έτσι καταλήγουν να προστατεύονται από έναν κώδικα τιμής που έχει αναπτυχθεί σαν κανονισμός στο σπίτι ή  καλύτερα από ένα είδος μπέσας,που οι ηλικιωμένοι πρέπει πριν την εμπορική συναλλαγή να δείξουν ότι διαθέτουν,αλλιώς αυτοί είναι οι πρώτοι που θα χάσουν, διότι κλείσει δεν κλείσει το σπίτι,αν τύχει η κακιά η ώρα,εκείνοι είναι που δεν θα ξαναπάνε ποτέ πια εκεί,για τα ναρκωμένα ψίχουλα ηδονής που μπορούν ακόμα να γευτούν πληρώνοντας αδρά.

Η γραφή του Καβαμπάτα είναι συγκλονιστική,ψυχογραφική σε βαθμό που συμπάσχει πραγματικά ο αναγνώστης από την τόσο ειλικρινή,μελαγχολική και -από αντρική όμως ματιά ιδωμένη-συγκινητική αφήγηση της κατάντιας του σώματος, που δεν συμβαδίζει με το μυαλό,το οποίο συνεχίζει να ζητά,να επιθυμεί,να σκέφτεται την ηδονή αλλ΄εις μάτην.
Τον λυπάσαι τον γερο-Έγκούτσι ,το καημένο γέρικο σκυλί που γυρεύει ακόμα τα παιχνίδια και τις σκανταλιές αλλά δεν είναι δυνατόν να μείνεις εκεί, δεν γίνεται να μην λυπάσαι και για τα κορίτσια που πουλιούνται...
Προσωπικά φυσικά και την θεώρησα κατά μια έννοια ρατσιστική και οπωσδήποτε θλιβερή αυτή την ιστορία,δυσκολεύτηκα να αποχωρίσω την φανερή λογοτεχνικότητά της από τον επίμονο έστω λανθάνοντα μισογυνισμό της,ίσως πάλι και να είμαι λίγο υπερβολική,αναρωτιέμαι πού αρχίζει και πού σταματά η βία μασκαρεμένη σε κάλπικη ελευθερία και τι θα έγραφε σήμερα ο Καβαμπάτα αν ζούσε,θα διαμαρτυρόταν,λέω,αντιλέγοντας σε παρόμοιες κρίσεις σαν την δική μου ότι αγαπάει τις γυναίκες και δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να υμνεί την μοναδικότητά τους στην φύση.
Ίσως έπρεπε να σταθώ περισσόετρο λοιπόν στην ομορφιά του κειμένου και της αδιαπραγμάτευτης συγγραφικής δύναμης τού Καβαμπάτα επειδή διέκρινα και τον σεβασμό στις σκέψεις που αποδίδει στον γερο-Εγκούτσι για το χάρισμα του γυναικείου κορμιού που εκτός από το να δίνει πληρωμένη ηδονή σε ανήμπορους γέρους μπορεί να γεννά,να δίνει την ίδια την ζωή.
Έκανα όμως μαζί και τον απλό λαο πολύ λογικό συνειρμό:ο Εγκούτσι ξεχειλίζει από αγάπη για τις κόρες του,πώς μπορεί λοιπόν να πλαγιάζει με τις ναρκωμένες κόρες κάποιου άλλου;

Πρόκειται για μία εξαίσια, καθ΄όλα όμως αντρική νουβέλα,που το θέμα τής ιδιότυπης εκπόρνευσης, που πραγματεύεται, υποβαθμίζει την γυναίκα διαχρονικά και τείνω να πω τύφλα να΄χουν οι εξωτικές, αισθησιακές νοοτροπίες κι ο πολυθρύλητος γιαπωνέζικος ερωτισμός κι οι γκέισες και τα συναφή,που τάχα εμείς οι δυτικοδιάφοροι δεν κατανοούμε. Ψευδές,ποιος δεν βλέπει ότι και οι δυτικές κοινωνίες είναι ανδροκρατούμενες και ρατσιστικές και σταθερά καταπιεστικές απέναντι  στις γυναίκες; Γενικό είναι και παγκόσμιο,διαχρονικό,ατελείωτο το κάθε είδους ρατσιστικό χάλι.
Χάλι η μπούργκα,χάλι και το ξέκωλο.Και στις δυό περιπτώσεις η γυναίκα-έχοντας στην εποχή μας  πέσει στην παγίδα της συναίνεσης την οποία παγιδευμένη η ίδια και εκπαιδευμένη να είναι ιδιοτελής παρέχει αφειδώς-αντιμετωπίζεται σαν ένα κρέας σε κοινή θέα ή ένα κρέας καλά σκεπασμένο,αν είναι δυνατόν,πάντως σαν ένα κομμάτι κρέας.
Εκατομμύρια παιδιών και γυναικών όμως σ΄όλο τον πλανήτη,αιώνες κι αιώνες τώρα,δουλοποιούνται, πουλιούνται κι αγοράζονται -ακόμα και με την συναίνεσή τους εξ αιτίας των εκάστοτε συγκυριών -ακατάπαυστα,βιώνοντας κακή ζωή σε κοινωνίες εκμετάλλευσης,βίας,αδικίας και ανισότητας κι έτσι δεν μπορεί,νομίζω, να δοθεί εύκολα λογοτεχνικό συγχωροχάρτι από τους αναγνώστες,όχι στον υπέροχο Καβαμπάτα, μα ούτε στον Θεό τον ίδιο.
Η εμπορευματοποίηση των γυναικών ακόμα κι αν είναι μια πραγματικότητα που περιγράφεται με όρους πρωτοκλασάτης λογοτεχνίας,άλλης αισθητικής,εποχής, κουλτούρας,όσο κι αν εξηγείται ή δεν πρέπει να παρεξηγείται,εμένα με ενοχλεί.
Με ενόχλησε την πρώτη φορά που διάβασα την νουβέλα,με ενόχλησε και τώρα.Ο Καβαμπάτα δεν έχει βέβαια καμία σχέση με φτηνιάρικες,σεξιστικές χυδαιότητες,ίσα-ίσα εξιδανικεύει τις γυναίκες ως τα ύψιστα αντικείμενα σφοδρού πόθου,τις επαινεί για την ομορφιά τους,τις λατρεύει με τον δικό του τρόπο,μα επίσης τις φετιχοποιεί,τις κοιμίζει,τις καθιστά άβουλο εμπορεύσιμο προϊόν κι έτσι αυτές δεν πράττουν -ο,τιδήποτε-σαν έλλογα όντα ,ανέχονται εν αγνοία τους.Τι πιο θλιβερό;

Σχόλια

  1. Ανώνυμος29/5/13 15:52

    Το βιβλίο έχει μεταφραστεί και ως "Το πανδοχείο των απομάχων" και το έχω διαβάσει αμνημόνευτα χρόνια πριν, με τον αρχαιολογικής πλέον αξίας τίτλο.
    Ο Μάρκες παραδέχεται ότι από αυτό εμπνεύστηκε το βιβλίο του "Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου" με παρεμφερές θέμα.

    Ωραίο το κοινωνιολογικό σας σχόλιο.
    Παρά ταύτα, το βιβλίο είναι συγκλονιστικό λογοτέχνημα, που είτε συμφωνεί κανείς με το πνεύμα του είτε όχι, είναι αριστούργημα (για μένα). Επιπλέον, δεν το ξεχνάς ποτέ, όσα χρόνια κι αν περάσουν.

    ΥΓ. Μα τι αναγνωστικοί ρυθμοί (που με κομπλάρουν) είναι αυτοί;

    κ.κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έχω όντως ένα μπερδεματάκι, το ομολόγησα εξάλλου,λατρεύω πάντως τον Καβαμπάτα και,ναι,είναι συγκλονιστικό το"Σπίτι των Κοιμισμένων Κοριτσιών",όπως κι αν το νιώσει ο καθένας ,το προτείνω ανεπιφύλακτα.

      Έχω πια, ως άνεργη, πολλές ελεύθερες ώρες,τα παιδιά μεγάλωσαν,στο σπίτι δεν κυνηγάω δα και με μανία την σκόνη,τα...αντιμνημονιακά επαναστικοκινηματικά μου τα περιόρισα διότι είδα πράματα και θάματα και κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό ,άρα;Άρα τώρα που έχει ωραίο φυσικό φως,όταν είμαι μόνη στο σπίτι, βγαίνω στη βεράντα και του δίνω και καταλαβαίνει...Είναι και ολιγοσέλιδα πολλά από αυτά...

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου