" Στην Ακτή " , Ίαν Μακ Γιούαν




Τι μπορεί να αφήσει στον αναγνώστη του 2013 ένα βιβλίο 200+ σελίδων με θέμα την διάλυση, μέσα σε μια νύχτα,ενός γάμου στις αρχές του 1962, πριν αυτός καλά καλά αρχίσει;Πολλά και τίποτα.

Η διάθεση του αφηγητή να ειπωθούν πικρές παλιές ιστορίες,που κάποτε μπορούσαν να προκαλέσουν αξεπέραστη θλίψη και να διαλύσουν σπίτια πριν καν αυτά στηθούν δεν αρκεί και η ποιότητα του αποτελέσματος κρέμεται από μια κλωστή,επειδή διαχειρίζεται πιασιάρικο υλικό μα δεν ρισκάρει ένα ανατρεπτικό δια ταύτα,που δεν είναι γενικώς απαραίτητο, μα εδώ θα χρειαζόταν, μετά πια από τόση λεπτομέρεια!
Ο Ίαν Μακ Γιούαν χωρίς να είναι ανεπαρκής δεν πετυχαίνει να αφηγηθεί χωρίς να πάρει θέση. Η ιστορία του είναι δυνητικά ενδιαφέρουσα,η κειμενοποίησή της είναι τεχνικώς σωστή και διαθέτει πολλά καλά τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία αλλά της λείπει εκείνο το τσαγανό που θα την κάνει να διαφέρει από τις παρόμοιες,που έχουμε δει,διαβάσει , ακούσει ,ζήσει.

Στην εποχή μας δεν υπάρχουν πια μικρές και μεγάλες ανείπωτες αθωότητες.Έχουν ειπωθεί,ακουστεί, γραφτεί, διαβαστεί , αναλυθεί κτλ τα πάντα από μέσα όπως η τηλεόραση,για παράδειγμα, που δεν έχουν κάνει σ΄ αυτό τον τομέα παρά μόνο ζημιά, εικονοποιώντας κατά κόρον με χυδαίο και μαζικό τρόπο την ερωτική σχέση και το ερωτικό παιχνίδι, εντός κι εκτός γάμου.

Ο συγγραφέας λοιπόν αν και ξεκινά σωστά, από τις απαρχές αυτής της κατάστασης και περιγράφει τις συνθήκες της εποχής στην οποία τοποθετεί ό,τι μας αφηγείται,χάνει στο τελευταίο μέρος του μυθιστορήματός του την πλαστικότητα που έδινε όψη στο κυρίως σώμα του κειμένου.
Αναλύει το οικογενειακό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο κινούνται οι ήρωές του,που δεν είναι η πρωτοπόρα γενιά του περιβόητου΄60 που μυθοποιήθηκε αργότερα αλλά δυό άπειροι,συνηθισμένοι, μόλις ανεξαρτητοποιημένοι από τα σπίτια τους νέοι. Πιάνει την μεμονωμένη στιγμή αλλά και την  συνολική ατμόσφαιρα και την προβάλει, για μας, στην ίδια νοητή οθόνη,σε δύο ανισομερείς πίνακες γεγονότων που συμβαίνουν σε δυο χρονικές εκτάσεις, εκείνην που έχει προηγηθεί για τον καθένα από το ζευγάρι των νεονύμφων και την πιο πρόσφατη που είναι και  κοινή και επιμέρους.
Ο αναγνώστης πληροφορείται δηλαδή τα του παρελθόντος καθώς προχωρά με αργούς ρυθμούς η περιγραφή της πρώτης νύχτας του ζευγαριού την οποία ο Μακ Γιούαν,που θεωρείται και εύστροφος και ψυχογραφικός,διακόπτει συνεχώς,για να πάει στα προηγηθέντα και να επιχειρήσει, φτάνοντας στην επανάληψη,  περιγραφές που δεν βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει, ίσως,το ειδικό βάρος της αποτυχίας του γάμου πριν αυτός ευοδωθεί σεξουαλικά.

Διαβάζουμε σε εναλλασσόμενα κεφάλαια,τα παλιά και τα τρέχοντα Οι νεόνυμφοι είναι πάρα πολύ νέοι,εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων.Όχι μόνο δεν έχει κανείς τους σεξουαλική εμπειρία,δεν έχουν συζητήσει καν γι αυτό και έτσι φτάνουν στην πρώτη τους φορά έχοντας αμηχανία και φόβο ο καθένας για τους δικούς του λόγους . Δεν έχουν εξομολογηθεί τις ανησυχίες τους και τις επιθυμίες τους,δεν έχουν πολυσυζητήσει έως και καθόλου τα θέματά τους-που είναι ταμπού και για πολλούς άλλους αν και βρίσκονται στην αρχή μιας εκρηκτικής δεκαετίας, που έδινε στίγμα ήδη -δεν έχουν κατακτήσει την πλήρη ειλικρίνεια μεταξύ τους, όσο χρόνο ήταν μαζί και διαβεβαίωναν ο ένας τον άλλον για την αγάπη τους κι αυτό φυσικά έχει  συγκεκριμένες αιτίες που δεν έχει συμβεί.


Ο Μακ Γιούαν χτίζει επιμελώς το θέμα του,γράφει ,συμπληρώνει,δεν ξεχνά τίποτα , χωρίζει  κεφάλαια, ταξινομεί αναμνήσεις,καταπιάνεται με λεπτομέρειες σχετικές με την Φλόρενς και τον Έντουαρντ,την νύφη και τον γαμπρό δηλαδή ,με τις πατρικές τους οικογένειες,την οικονομική κατάστασή τους,τις εφηβικές,φοιτητικές  και γενικότερα τις μέχρι εκείνη την στιγμή εμπειρίες τους, τις πτυχές της προσωπικότητας του καθενός αλλά και την κοινή τους πορεία όσο είναι μαζί.Αυτό όμως συνιστά αδυναμία της μυθιστορίας και ελλειπτικότητα της ψυχογραφικής προσέγγισης που επιχειρείται.
Ξέρουμε τα πάντα γι αυτούς και κυρίως ό,τι δεν ξέρουν εκείνοι ο ένας για τον άλλο .
Πρόκειται για απίστευτα τρωτό σημείο,που κάνει βαρετή την συγγραφή:ξέρουμε τόσα πολλά που τα υπόλοιπα δεν δυσκολευόμαστε να τα μαντέψουμε κι έτσι γρήγορα εξανεμίζεται το αρχικό μας ενδιαφέρον.

Η Φλόρενς είναι μουσικός, ο Έντουαρντ έχει σπουδάσει κάτι πιο πρακτικό,εκείνη έχει ξεκινήσει την καριέρα της σαν μουσικός κλασσικής μουσικής ενώ εκείνος καταλήγει να δουλεύει στον πλούσιο πατέρα της. Η μητέρα της είναι συντηρητική αστή,μια εκλεπτυσμένη καθηγήτρια πανεπιστημίου.Ο πατέρας της είναι η προσωποποίηση του επιχειρηματία,τα λεφτά και η απόκτησή τους είναι το κυρίαρχο μελημά του. Ζουν κυριλέ, σε κυριλέ γειτονιά, με κυριλέ κοινωνικό κύκλο.
Ο Έντουαρντ είναι παιδί εντελώς αντίθετης, ταξικά ,οικογένειας.Μόνο κυριλέ δεν είναι.Ο πατέρας του διδάσκει στο σχολείο της περιοχής του και τρέχει από το πρωί ως το βράδυ να τα προλάβει όλα επειδή η γυναίκα του μετά από ένα ατύχημα έχει υποστεί  εγκεφαλική βλάβη που δεν της επιτρέπει να είναι ούτε κατά προσέγγιση αποδοτική στα στοιχειώδη του οίκου της.
Στο ένα σπίτι υπάρχουν υπηρέτριες κι όλα είναι άψογα,στο άλλο γίνεται της τρελλής. Την αγάπη-γιατί υπάρχει αγάπη- την εκδηλώνουν αμφότεροι αλλά με πολύ διαφορετικό τρόπο. Στο κυριλέ και με άψογη βιτρίνα οικογενειακό περιβάλλον της η Φλόρενς, λαμβάνοντας με δόσεις κυριλέ και μετρημένη αγάπη ειδικά από την διανοουμένη μητέρα της, χωρίς η ίδια ούτε από παιδί να μπορεί να ανταποδίδει, γίνεται μια ψυχρή και κρυψίνους γυναίκα-κι εδώ ακριβώς εστιάζει υπερβολικά ο Μακ Γιούαν - που πρέπει όμως να συνεχίσει την αστική παράδοση,γάμος,παιδιά κτλ και από την άλλη στο φτωχό σπιτικό, που σ΄αυτό πρέπει να προκύψουν αποδράσεις των παιδιών απότις  βαριές και ολοφάνερες, όμως  εξωγενείς-δεν φταίει κάποιος  από την οικογένεια για το ατύχημα της μητέρας-ως προς την αιτία καταστάσεις,που δεν σηκώνουν μπαλώματα και τίποτα δεν είναι εύκολο κι όμως εκεί, ο γιός είναι ένας πολύ πιο φυσιολογικός, ορμητικός,ζωντανός νέος που δεν τα βρίσκει όλα έτοιμα, που δίνει και παίρνει αυτή την πρωτογενή αγάπη, που ενυπάρχει  στην συγγένεια, αλλά εδώ είναι μπολιασμένη από μια αναγκαία οικογενειακή συντροφικότητα.
Ο Έντουαρντ παλεύει, ψάχνεται και θέλει να απολαύσει την ζωή και τον έρωτα χωρίς, όσο είναι εφικτό,να βλάψει κανέναν από τους γύρω του.Έχει όμως την ατυχία(;) να πέσει πάνω στην Φλόρενς.

Ο συγγραφέας πάντως παίρνει ενοχλητικά συνεχώς το μέρος του νεαρού και αν ήταν χτισμένο πάνω του το μυθιστόρημα δεν θα ήταν κακό αυτό.Επειδή όμως προσπαθεί να μπει και στην ψυχολογία της Φλόρενς ,επικαλούμενος έτσι συνέχεια την ψυχρότητα της είναι κουραστικό να θέλει πείσει και τον αναγνώστη να συμπαθεί τον Έντουαρντ και να βλέπει την Φλόρενς σαν αδιόρθωτο τέρας.Δικαίωμά του,δική του ηρωίδα είναι αλλά τι είδους ψυχογραφικός συγγραφέας είναι μέσα στην μονομέρεια;
Τέλος πάντων η ανεκδήλωτη ως τότε ψυχρότητα της Φλόρενς,η παθητική της στάση,η ανειλικρίνεια,
η καθωσπρεπίστικη ανατροφή της βγαίνουν στην επιφάνεια όταν φτάνει η κρίσιμη στιγμή και η Φλόρενς προσπαθεί πλέον να αντέξει απλώς ένα ψυχαναγκασμό,να διεκπεραιώσει το περίπου άγνωστο καθήκον που απορρέει από μια νομική και κοινωνική συνθήκη και για το εθιμοτυπικό της οποίας ο μπαμπάς της  έδωσε ένα κάρο λεφτά,όταν όμως η αδεξιότητα του Έντουαρντ μετατρέπεται σε γελοιότητα ολκής,αυτή σηκώνεται να φύγει.Λάθος της.Δεν συζητούν τίποτα,δεν προσπαθούν .
Όταν την βρίσκει ώρες μετά στην παραλία το γεγονός έχει διογκωθεί στο μυαλό της,η ίδια επιρρίπτει σε κείνην την ευθύνη διότι δεν του είχε μιλήσει πριν,κάνει λοιπόν την μια χαζή πρόταση μετά την άλλη, βάζει και τα λεφτά (της) κάποια στιγμή στο μεταξύ τους διαφαινόμενο χάσμα και τελικά αισθάνονται και οι δυο τόσο προσβεβλημένοι και ταπεινωμένοι βαθύτατα που χωρίζουν και πια στο τελευταίο κεφάλαιο ο Μακ Γιούαν διηγείται τρέχοντας, έχοντας δηλαδή συμπυκνώσει ανυπόφορα, σαν σε δελτίο, όλη την υπόλοιπη ζωή κυρίως του Έντουαρντ, δίνοντάς μας  στοιχεία για την καριέρα που καταφέρνει να κάνει η Φλόρενς.



ΥΓ1.Αξίζει να διαβάσετε παρουσίαση του ίδιου βιβλίου με διαφορετική ματιά σε δυο ωραία μπλογκ που παρακολουθώ,  εδώ και εδώ. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα,αλλά είχα ακούσει τόσα πολλά,που δεν ξέρω κι εγώ πια τι περίμενα.

ΥΓ2.Απολαύστε και την (συμμαχική) άποψη του Ναυτίλου,διότι με συμφέρει...

Σχόλια

  1. Ανώνυμος29/6/13 09:08

    Παρ' όλα αυτά,
    εμένα μου άρεσε το θέμα και ο τρόπος που το χειρίστηκε ο συγγραφέας, τότε που το διάβασα.
    Και μόνο για το πόσο καθοριστική μπορεί να είναι για τη ζωή μας, μια και μόνο φράση που ειπώθηκε ή όχι, μια συγκεκριμένη στιγμή, αξίζει για μένα.


    Προσυπογράφω:
    Σε μια εποχή που ο φόβος για τον σαρκικό έρωτα είναι λογοτεχνικά ντεμοντέ, ο ΜακΓιούαν τον φέρνει στο κέντρο του προβληματισμού του, καλώντας τον αναγνώστη να σκαλίσει κάτω από την κρούστα της σεξουαλικής απελευθέρωσης- και κατ΄ επέκταση, κάθε «απελευθέρωσης». Για να μας δείξει πώς μια στιγμή, με τις τραγικά διαφορετικές ερμηνείες της- ερμηνείες προσωπικές αλλά κοινωνικά προκαθορισμένες- μπορεί να αλλάξει την πορεία μιας ζωής.

    Μικέλα Χαρτουλάρη


    κ.κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μα συμφωνώ!Ακριβώς γι αυτό έκανα την συχέτιση των εποχών,γι αυτό μίλησα για στιγμές κτλ δηλαδή του τα αναγνωρίζω τα καίρια που θίγει,τα είδα αυτά.Αλλά δεν μου ήταν αρκετά,κάτι περισσότερο ήθελα,κάτι λιγότερο... εγγλέζικο,δεν μου έρχεται καμιά καλή φόρμα να το εκφράσω.

    Δεν θα πω πως είναι κοινό βιβλίο,με τίποτα, αλλά είναι το πρώτο του που διαβάζω και κρύωσα,να πω την αλήθεια,δεν ξέρω αν θα διαβάσω άλλο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Βιβή θα συμφωνήσω σε πολλά μαζί σου γι αυτό το βιβλίο. Δεν το βρήκα τίποτα παραπάνω από ενδιαφέρον. Μάλιστα είχαμε λογομαχήσει με τον λιμπρόφιλο όσον αφορά την αξία του. Θα σου παραθέσω μόνο την τελευταία παράγραφο με την οποία είχα κλείσει την ανάρτησή μου:
    "...Υπάρχουν όμως φορές που έχω την αίσθηση ότι πρωταγωνιστής στα μυθιστορήματά του είναι η πανέξυπνη , σχεδόν πανούργα, πλοκή του κι οι χαρακτήρες του είναι εμφανώς "κατασκευασμένοι" για να την εξυπηρετήσουν . Η Βριώνη Τάλλις , ο Χένρι Περόουν , ο Έντουαρντ κι η Φλόρενς είναι τέλειες "κατασκευές" που τους λείπει η ζωντάνια .
    Τα έργα του μου δίνουν την εντύπωση μιας άψογης κατοικίας , λειτουργικής , με τον όμορφο κι εντυπωσιακό εγγλέζικο κήπο της , που οι ένοικοί της έχουν πάψει από καιρό να την κατοικούν ..."

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου