" Το Γυμνό Ψωμί " , Μοχάμεντ Σουκρί


Μαρόκο 1952.Ο Μοχάμεντ είναι στην εφηβεία,ζει μια κυριολεκτικά σκατένια ζωή,το ξύλο και μόνο που τρώει από τον τεμπέλη και σκληρόκαρδο πατέρα του είναι αρκετό για να χαρακτηριστεί ως τέτοια η ζωή του.Η λεκτική και σωματική βία που υφίσταται είναι σε ημερήσια διάταξη.Ο πατέρας- που σε όλο το βιβλίο δεν έχει όνομα,αναφέρεται σαν το τέρας- δέρνει γυναίκα και παιδιά και δεν διστάζει να σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια ένα άρρωστο παιδί του.Είναι τεμπέλης και άνεργος, μέθυσος,ένας λιποτάκτης του ισπανικού στρατού,άνθρωπος ιδιαίτερα σκληρός, που ο Μοχάμεντ θα τον μισήσει βαθύτατα και εφ΄όρου ζωής.
Λίγα μόλις χρόνια μετά τον Β΄Παγκόσμιο η διπλή αποικιοκρατία από Ισπανούς και Γάλλους δεν αφήνει την αραβική χώρα να ορθοποδήσει,ο μαροκινός λαός υποφέρει από ανείπωτη  φτώχεια, ο αναλφαβητισμός αγγίζει τα όρια του απόλυτου και οι ταξικές διαφορές είναι αβυσσαλέες.
Η οικογένεια,αν το λες οικογένεια αυτό το σκορποχώρι,φεύγει κακήν κακώς από μια πόλη στην οποία πληροφορούμαστε ότι φυτοζωεί και μετακομίζει σε μιαν άλλη μήπως εκεί καταφέρουν να ζήσουν καλύτερα.Ο Μοχάμεντ και οι δικοί του και πλήθος Μαροκινών είναι έρμαια της πείνας,το αγόρι συνηθίζει να ψάχνει καθημερινά στα σκουπίδια για φαγητό και μια φορά συναντάει ένα άλλο παιδί,που του λέει ή λέει εκείνος σ΄αυτό(το ίδιο κάνει, η στιχομυθία είναι εξίσου ζοφερή, όπως κι αν γίνεται):ξέρεις κάτι, τα σκουπίδια της καινούργιας πόλης είναι πιο καλά απ΄ αυτά της γειτονιάς μας.Τα αποφάγια των χριστιανών είναι πιο πολλά απ΄των μουσουλμάνων.

Ο Μοχάμεντ από τα δώδεκά του κλέβει,ψευτοβοηθάει την μάνα του κάνοντας ένα ημιπαράνομο εμπόριο φρούτων και ό,τι άλλο τους προκύψει για να επιβιώσουν -μαζί και τα κουτσούβελα που αυτή γεννάει συνεχώς,σπορά του χαραμοφάη άντρα της- καπνίζει κιφ στα καφενεία και πίνει ό,τι αλκοόλ βρει εκεί που γυρίζει,ξημεροβραδιάζεται στους δρόμους και στα μπουρδέλα,βρίσκει κατά καιρούς διάφορες δουλειές στις οποίες τον εκμεταλλεύονται τα αφεντικά,αληθινοί μικρομεταπράττες της εξουσίας του δυνατότερου πάνω στον εκάστοτε αδύναμο και τα λιγοστά λεφτά που κερδίζει τα παίρνει με το έτσι θέλω ο πατέρας του και η ζωή του όλη μοιάζει διαλυμένη πριν καλά καλά αρχίσει.
Κανένας δεν νοιάζεται για κανέναν,οι στιγμές καλοσύνης σπανίζουν κι όταν εκδηλώνονται δεν κρατάνε και πολύ.

Σ΄αυτό το σκληρό,αυτοβιογραφικό βιβλίο δεν υπάρχουν ανιδιοτελείς και μπροστάρηδες ήρωες,οι άνθρωποι απογυμνώνονται από μια φυτευτή από τις εξουσίες φτώχεια,εύκολα γίνονται κτήνη και ο Μοχάμεντ δεν είναι παρά ένα χαμίνι του δρόμου που πρέπει να μάθει να πορεύεται όπως μπορεί μονάχο του.Δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος φτωχοδιάβολος σε μια χώρα που την παίζουν στα ζάρια τους οι ξενόφερτοι πλούσιοι και δυνατοί κατακτητές και οι ντόπιοι συνεργοί τους.
Μέχρι τα είκοσί του ο Μοχάμεντ δεν ξέρει να διαβάζει και να γράφει.Ανάμεσα στα πολλά που του φέρνει η ρημαδοζωή του ή κι ο ίδιος έλκει από ένα σύμπαν μίσους και μιζέριας γνωρίζει  και την φυλακή.Εκεί οι στίχοι ενός Τυνήσιου ποιητή που τους ακούει από έναν συγκρατούμενό του ,που του δείχνει κατόπιν και την αλφαβήτα,θα του ξυπνήσουν την επιθυμία να μάθει γραφή κι ανάγνωση.

Μέχρι τα είκοσί του ο Μοχάμεντ Σουκρί έχει γεράσει στον δρόμο,έχει πέσει μέσα στην αγύρτισσα κοσμοχαλασιά,πάνω στην διαδήλωση και στην εξαπάτηση και στην οικτρή συντριβή του πλήθους, που έχει ορμήσει να διεκδικήσει μια σταλιά ελπίδας κι αυτός,κοινωνός και μαζί ξένος στα όσα γίνονται,έχει σκοντάψει στα δεκάδες σπαρμένα στους δρόμους αιμόφυρτα κορμιά,χτυπημένα  από τις αδέσποτες σφαίρες, που ρίχνουν οι αστυνομικοί στο ψαχνό,έχει τρομάξει,τρέμει για την απονιά των όμοιων του καταραμένου πατέρα του κι αυτά συν όσα αποτελούν την αβέβαιη καθημερινότητά του είναι το σχολείο κι ό,τι κατανοεί, όσο το κατανοεί δηλαδή και το αντέχει,από την ύπαρξή του ως εκείνη την στιγμή.

Ο Μοχάμεντ της ιστορίας, είναι πέρα για πέρα υπαρκτό πρόσωπο,είναι ο ίδιος ο ωραίος,λαϊκός, αυτόφωτος Μαροκινός συγγραφέας,ο Μοχάμεντ Σουκρί.Η ιστορία είναι η δική του κι ο τρόπος που την αφηγείται είναι πολύ απλός,αστόλιστος, αληθινός, δραματικός , γίνεται με πλήρη απόθεση της ψυχής του στο χαρτί και μοιάζει με ημερολόγιο εφηβείας χωρίς να φέρει  ημερομηνίες,διανθιζόμενο από λίγους , ρεαλιστικότατους διαλόγους,σε δεύτερη ανάγνωση των οποίων διακρίνει ο αναγνώστης μια περηφάνεια μέσα στην όλη κατάντια,που τον αιφνιδιάζει και τον συγκινεί.

Η αφήγηση είναι ασυγκράτητη,δεν έχει προκύψει από κανενός είδους καλούπια,δεν θα χωρούσε,δεν ακολουθείται καμία φόρμα,ο αφηγητής δεν αυτοανακηρύσσεται συγγραφέας,αφηγείται απλώς την ζωή του που είναι η ζωή των πολλών σ΄ έναν κατακτημένο τόπο και αυτά που την συνθέτουν τα συμπυκνώνει ο φίλος του ο Χαμίντ σε μερικές μόνο φράσεις:-Κάτσε κάτω.Όλα αυτά γίνονται εξαιτίας του κρασιού και των γυναικών σε μια μουσουλμανική χώρα που την κυβερνούν οι χριστιανοί.Δεν είμαστε ούτε μουσουλμάνοι ούτε χριστιανοί.


Σχόλια

  1. Ενδιαφέρον,και μάλλον επίκαιρο.Θυμίζει τις ταινίες του νεορεαλισμού της εποχής.Το συγγραφέα τώρα τον μαθαίνω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ούτε΄γώ τον ήξερα.Βρήκα το βιβλίο μουσκίδι στα σκουπίδια,με το πιστολάκι το στέγνωσα,ύστερα σιδέρωνα τις σελίδες μια μια.Ναι,τώρα που το λες,θα μ΄άρεσε και σαν ταινία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νάσια8/6/13 20:01

      Τυχερή είσαι γιατί δεν κυκλοφορεί.Εγώ το αγόρασα 1,5 ευρώ σε παζάρι με μεταχειρισμένα που έγινε για φιλανθρωπικό σκοπό.Το κείμενο μου μίλησε κατευθείαν στην ψυχή γιατί είναι πάντα επίκαιρο.Και πώς να μην είναι όταν ο καπιταλισμός πότε με την μια μάσκα πότε με την άλλη ζει και βασιλεύει και μας αλλάζει τα φώτα;

      Διαγραφή
  3. Ανώνυμος30/9/17 00:31

    https://en.wikipedia.org/wiki/Mohamed_Choukri

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου