"Τα Νερά της Χερσονήσου",Θεόδωρος Γρηγοριάδης


Το πρώτο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη που διάβασα πριν λίγα χρόνια ήταν το "Παρτάλι"( του 2001) και κατάλαβα ότι κάποια στιγμή θα διάβαζα κι άλλα βιβλία από τα αρκετά που έχει γράψει, επειδή μου κίνησε το ενδιαφέρον ο τρόπος που γράφει αλλά και η ποικιλία της θεματολογίας του. Επιτέλους, είχα πει τότε,ένας συγγραφέας που δεν γράφει για τον Εμφύλιο ή τουλάχιστον αν θα το κάνει  δεν προβλέπεται να γράψει κλαψιάρικες ιστορίες,ιδανικές μόνο για σενάρια. Επίσης παρά την μόνιμη γκρίνια μου και τις κακίες που κατά καιρούς εκστομίζω για την σημερινή ελληνική λογοτεχνία και τις εμμονές της,με νοιάζει και παρακολουθώ με αγωνία και ελπίδα τι γίνεται.
Το δεύτερο μυθιστόρημά του που διάβασα το 2010, χρονιά που εκδόθηκε, ήταν "Ο Παλαιστής και ο Δερβίσης" και ενίσχυσε την θετική μου εντύπωση για την γλωσσική του ευχέρεια και την θεματική του εμβέλεια.  Έτσι τώρα ως τρίτο επέλεξα ένα από τα πιο παλιά του,αυτό με τίτλο "Τα Νερά της Χερσονήσου",γραμμένο το 1998, αρμονικότατα όπως είδα αναπτυγμένο σε 280 σελίδες,με κορμό το πάντα φλέγον θέμα της θρησκευτικής ευκινησίας ή ακινησίας,κοινώς της ταυτότητας (τι φοβερή λέξη, λέξη μπαλαντέρ )και μάλιστα μιας από τις πιο κρίσιμες,εκείνης  των ανθρώπων που έζησαν σε ένα συγκεκριμένο σταυροδρόμι και χωνευτήρι πολιτισμών,στα Βαλκάνια των αρχών του εικοστού αιώνα, όταν η κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν ζήτημα πια ημερολογιακού χρόνου.

Το πρόβλημα των ταυτοτήτων, γενικότερα των λαών που κατοικούν στα Βαλκάνια, εκατονταετίες τώρα είναι από την μήτρα του πολύπτυχο.Οι θρησκευτικές διαφορές υπήρξαν επί αιώνες ένα τρομακτικό εμπόδιο για την ειρηνική συνύπαρξη,πολύ σοβαρό, που παρασύρουν ακόμα με την σφοδρότητά τους, που εντέχνως σε πολλές περιπτώσεις καλλιεργούνται από μισαλλόδοξες πολιτικές, που έφεραν πολέμους στην περιοχή ως και στις μέρες μας,που παραμένουν θέμα ταμπού, δεχόμενο πολλές συγκρουόμενες προσεγγίσεις, το οποίο όμως, όπως με μεγάλη μου ευχαρίστηση διαπίστωσα, ο συγγραφέας έχει αναπτύξει σαν μυθιστόρημα δυναμικά και στοχαστικά μαζί,όμως διόλου προκλητικά ή μονομερώς ή και προπαγανδιστικά υπέρ της μιας ή της άλλης προσέγγισης, αντιθέτως.

Η δραματουργία διαθέτει τρία κεντρικά πρόσωπα ανδρικά ,που σηκώνουν το πολύ μεγάλο βάρος της συνεπικουρούμενα από την μοναδική γυναίκα που εμφανίζεται από την αρχή προαναγγέλλοντας τις δύσκολες καταστάσεις και έχοντας κύριο και σαφώς αλληγορικό ρόλο,πιστεύω,στο τέλος.Ο Δυτικός,ο Έλληνας και ο Ανατολίτης.Η Ελένη.Ένας Άγγλος,ο Έλληνας κι ένας Τούρκος.Η Ελένη.

Είναι ο Άγγλος δημοσιογράφος Στήβεν Έικμπορν,ο Θρακιώτης διερμηνέας του Νικηφόρος Ζλητίδης κι ο Γιουνούς, μουσουλμάνος ιερωμένος και ασκητής, με την απόδραση του οποίου  από την Ιερατική Σχολή της Καβάλας αρχίζει η ρέουσα και με ποικίλες εντάσεις, ωραία στο σύνολό της αφήγηση του Γρηγοριάδη. Ο Στήβεν και ο Νικηφόρος θα συναντήσουν, καρμικά ας τολμήσω να πω, τον Γιουνούς περιφερόμενο στα δάση και στα νερά και εκείνος μέσα στην τρέλα του εύκολα θα τους ακολουθήσει, σαν να ακολουθεί το ριζικό του(ς).
Οι τρεις τους θα ενώσουν,θα διαχωρίσουν και θα επαναπροσδιορίσουν όλα τα πνευματικά τους εφόδια-ιστορίας,θρησκείας,γλώσσας και ό,τι καθένας κουβαλάει- για να φέρουν εις πέρας ένα ταξίδι -αποστολή με διαφορετικό αρχικό σκοπό, και το οποίο θα ολοκληρώσουν σε ένα λογικό για την εποχή βάθος χρόνου κάνοντας μια γοητευτική, μυστηριακή αναζήτηση των εβδομήντα θαυματουργών αγιασμάτων της Θράκης,αυτός τουλάχιστον είναι επισήμως ο λόγος που συμβαίνουν και που καταγράφονται όλα όσα αναπτύσσονται στην συνέχεια.
Η Θράκη σαν γεωγραφικό σταυροδρόμι των Βαλκανίων δεν διαφέρει στα 1906 από σημερινό πολυφυλετικό καζάνι που κοχλάζει πυροδοτούμενο από τις, συχνά δόλιες, πολιτικές βλέψεις των κυβερνήσεων των υφιστάμενων κρατών και δη τότε της Βουλγαρίας που είχε βρει καλή ευκαιρία να επεκταθεί με έξοδο προς την θάλασσα όσο η Τουρκική αυτοκρατορία έχανε τις δυνάμεις της.
Οι τρεις τους αυτοί, διαφορετικής προέλευσης και νοοτροπίας και βιωμάτων άνθρωποι, ό,τι κάνουν το πράττουν δοκιμάζοντας συνεχώς και ανελέητα την προσωπική του ο καθένας πίστη αλλά και την εθνική και θρησκευτική ταυτότητά του.Τους παρακολουθούμε με αμείωτο ενδιαφέρον καθώς τεχνικά,από άποψη δομής, ο Γρηγοριάδης δένει πολύ πειστικά τα γεγονότα και τα συνδέει ευφάνταστα με τα δρώντα πρόσωπα. Ξεκινούν από τους Φιλίππους,διασχίζουν την Ροδόπη,ακούν ιστορίες και μύθους που μπλέκονται αδιάσπαστα με την ιστορική αλήθεια των καιρών,συναντούν πολλούς κι εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους, περνούν από την Φιλιππούπολη και την Αδριανούπολη σταματώντας στους σταθμούς που έχουν σαν πατήματα χαρτογραφημένα από τους προγενέστερους περιηγητές που τις εξερευνήσεις τους τις κουβαλάει σαν ευαγγέλιο ο Άγγλος και καταλήγουν, φυσικά, στην πόλη των πόλεων, την ωραία Κωνσταντινούπολη.
Ο Γρηγοριάδης  στέκεται στον Έλληνά του,φυσικό μου φαίνεται,δεν έχουμε και  μικρή ιστορία σαν λαός απ΄όπου κι αν το πιάσει κάποιος το νήμα,του δίνει στην μυθιστορία ρόλο κάπως μεγαλύτερο και λεπτομερέστερα επεξεργασμένο χωρίς να υπερβάλει όμως και να φτιάχνει μια μελό καρικατούρα πολεμόχαρου πατριώτη ,απ΄αυτούς που πάνω τους στηρίζονται πολλά ιστορικά λεγόμενα μυθιστορήματα.Δεν είναι καν τέτοιο το μυθιστόρημά του!Εδώ διακρίνουμε μια ελαφρά- που δικαίως υπάρχει και καλώς διατυπώνεται- εύνοια απέναντι στον Νικηφόρο,στην ιστορία,και την γλώσσα του τόπου του.Γιατί;Ίσως διότι ο ρεαλιστής αυτός και συγκρατημένος Νικηφόρος,δάσκαλος στο επάγγελμα που ακόμα δεν το έχει ασκήσει ουσιαστικά,στο ταξίδι συναντιέται συνεχώς με ομόθρησκούς του που η ιδιότητά τους δεν κατονομάζεται ευθέως αλλά καταλαβαίνουμε ότι προσπαθούν υπέρ της Ελλάδας,ανταλλάσσουν πληροφορίες, ζυμώνονται για κάποιο καλό, κοινό, ελληνικό σκοπό,όμως δεν είναι φανατικός και κοντόφθαλμος ο Νικηφόρος, δεν επιθυμεί να χαρεί ελευθερωμένη την πατρίδα (του) πάνω στα κουφάρια των πατρίδων των άλλων,βάζει τον Άνθρωπο στους συλλογισμούς του,νιώθει τον πόνο του γείτονά του πέρα και πάνω από ταυτότητες,έτσι το κατάλαβα και μου άρεσε αυτή η βαθύτατα αληθινή και τόσο ευαίσθητη και ανθρωπιστική αντίληψη.
Γι αυτό alter ego του,πιστεύω, καταλήγει σχεδόν από τα μισά του ταξιδιού και το θεωρούμε κι εμείς φυσικό να είναι ο μουσουλμάνος -κομμάτι θεωρητικά ενός κατακτητικού  λαού που έχει ζυμωθεί με αίμα με τον λαό του απένατι,του ορθόδοξου - κι όχι ο μακρινός Εγγλέζος,ο βολεμένος στην αντίληψή του προτεστάντης που ο τόπος του προφανώς δεν έχει δοκιμαστεί τόσο βίαια και συνεχώς,όσο οι δικοί τους, όσο κι αν και αυτός μπαίνει σιγά σιγά στα μονοπάτια της σκέψης τους,της πιο βαθειάς,πιο σύνθετης. Ο Τούρκος με την σαλοσύνη του εμάς δεν μας ξενίζει καθόλου που είναι εκείνος που μπορεί και σχεδόν δικαιωματικά βαφτίζεται Ορφέας από τον Νικηφόρο κι εκείνος,ο Νικηφόρος, αντίστοιχα είναι που με αγάπη προσφωνείται Αϊντίν από τον Τούρκο.
Δεν θα αποκαλύψω περισσότερα,υπάρχουν πολλές "πόρτες" σ΄αυτό το μυθιστόρημα που αξίζει η προσωπική μας ανάγνωση, εστιάζοντας στα κομβικά σημεία που εμείς εντοπίζουμε σαν τέτοια, να τις ανοίξει ξεχωριστά για τον καθένα μας.

Ο Γρηγοριάδης έγραψε ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα,δείχνοντας ευαισθησία και ανοιχτό μυαλό 15 ολόκληρα χρόνια πριν, για ένα ούτως ή άλλως δύσκολο ακόμα και σήμερα θέμα σχέσεων μεταξύ ανθρώπων, που μοιράζονται αναγκαστικά και όχι πάντα ειρηνικά μεγάλα κομμάτια της περιοχής και της ιστορίας τους,το έκανε με έμπνευση και έχοντας ψάξει τις διαδρομές των ηρώων του διεξοδικά, σε πρακτικό και σε πνευματικό επίπεδο,αφήνοντας την ίδια στιγμή ελεύθερο τον αναγνώστη του να επιλέξει εκείνος την αντίληψη που κατανοεί πιο καλά, χωρίς να οδηγείται με συγγραφικά τεχνάσματα στην απόρριψη της άλλης,της διαφορετικής,την οποία επίσης του αφηγείται,παρέχοντάς του πλούσιο υλικό για να σκεφτεί και να αποφασίσει.

Χαίρομαι να διαβάζω τόσο καλή ελληνική λογοτεχνία.Πραγματικά.



Σχόλια

  1. Ανώνυμος30/10/13 14:07

    Ευαίσθητα βιβλιοκριτικά μπλογκ σαν το δικό σας βοηθούν στη προβολή συγγραφέων όπως ο Γρηγοριάδης. Θα συμφωνήσω μαζί σας ότι πρόκειται για συγγραφέα επιπέδου.Συνεχίστε τη καλή δουλειά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλόδεχτα τα καλά σας λόγια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου