" Η Μπαλάντα του Λυπημένου Καφενείου",Κάρσον Μακ Κάλερς



Τι μεγάλη και υπερτοπική που είναι, κι ας δείχνει μικρή κι απλή,αυτή η τόσο γοητευτική ιστορία της Δεσποινίδας Αμέλια,του πρώην άντρα της του Μάρβιν Μέισυ και του Εξάδελφου Λάιμον, καθώς η σχέση των τριών τους ξετυλίγεται αργά και βασανιστικά στο λυπημένο καφενείο των ψυχών της αξεπέραστης λογοτεχνίας της Κάρσον Μακ Κάλερς!
Και πόσο τις ψυχές  αυτές και πόσες ακόμα άραγε - σημαδεμένες ανεξίτηλα, βαθιά  χαρακωμένες απ΄τον πόνο και την αντιξοότητα,τη σκλαβιά μιας πανομοιότυπης,ανούσιας καθημερινότητας μα και τους άπραγους έρωτες και τα σιωπηλά τους πάθη- τις καταπίνει λίγο λίγο ο καταραμένος τους τόπος,όπως αυτός στον οποίο η Μακ Κάλερς τοποθετεί τις δράσεις,μια μικρούλα γεωγραφική καρφίτσα μπηγμένη κάπου στον χάρτη του ζεστού, υγρού αμερικάνικου νότου,εκεί που όλοι αυτοί μπεκρουλιάζοντας μηχανικά ξοδεύουν, καρικατούρες -ανθρωπάκια σε βωμούς θυσιών μα που οι ίδιοι δεν το ξέρουν,την ασήμαντη κι όμως με βάρη φορτωμένη ζωή τους, ξομπλιάζοντας ακατάπαυστα τις ζωές των άλλων για να πιστέψουν,να παρηγορηθούν ως προς τί;
Ότι ελαφραίνουν κάπως τις δικές τους, τόσο όσο χρειάζεται για να περνάνε κι εκείνοι κάπως πιο ομαλά από τις κοινές συμπληγάδες...τι θλιβερό, μα και πόσο ανθρώπινο...

Γιατί,βλέπετε, δεν κοιτάνε τις δικές τους ζωές οι άνθρωποι στη ταπεινή πόλη της Μακ Κάλερς,κρύβονται στα σκοτεινά δωματια όταν σβήνουν τις λάμπες τους και συζητάνε απορημένοι και μαγεμένοι μαζί ,πώς η τριαντάχρονη, παράξενη, σκληρόπετση, στριμμένη κι απόμακρη Δεσποινίς Αμέλια- που κράτησε ο γάμος της με τον όμορφο κι ερωτευμένο τρελά μαζί της Μάρβιν δέκα όλες κι όλες λευκές και μαζί μαύρες,κατάμαυρες μέρες και νύχτες κι έκανε αυτόν να γίνει χειρότερος απ΄ ό,τι ήταν και επιπλέον κλέφτης και άκαρδος αλήτης και να καταλήξει στη φυλακή- σηκώνεται από τα χαράματα, σαν ακάματος και δουλευτής άντρας,να πάει στο αποστακτήριο και με το φορτηγάκι να κάνει όλες τις σκληρές δουλειές του κτήματος και του βιού της και δεν ελεεί όταν ενεργεί για να πάρει πίσω τα λεφτά που δανείζει,όμως  γιατροπορεύει τους πάντες στην πόλη με προθυμία και χωρίς δεκάρα και ξεμπερδεύει με τα ζητήματά της με μια χειραφέτηση που θα την ζήλευαν οι πιο πορωμένες φεμινίστριες.
Οι κάτοικοι της μικρής πολιτειούλας που βλέπουν κατά τα χρόνια ύπαρξης του λυπημένου καφενείου ακόμα και χιόνι, ασχολούνται συμπάσχοντας ή αδιαφορώντας και ψιθυρίζουν αναμεταξύ τους πώς ξαφνικά αυτή η μοναδική πλούσια νεαρή της πόλης τους, η σχεδόν αντρογυναίκα ερωτεύτηκε με πάθος ένα καμπούρη δύσμορφο,ένα χτικιασμένο κι αρρωστιάρικο πλάσμα που εντελώς από το πουθενά σκάει στην πόρτα της ένα απόγευμα...κι ακόμα συζητάνε και δεν καταλαβαίνουν πώς ο καμπουράκος την κρατάει δεμένη και την σέρνει ξωπίσω του και για χάρη του κάνει το μαγαζί της καφενείο στο οποίο κι εκείνοι τρώνε και μπεκρουλιάζουν και κουτσομπολεύουν και κουτσοπορεύονται και ξοδεύουν την ζωή τους.
Δεν έχω εύκαιρα τα κατάλληλα λόγια ,ούτε θα πασχίσω να τα βρω για να πω τι ένιωσα και τι είναι ακριβώς αυτό το μυθιστόρημα για μένα ή πως και σε τι θα έπρεπε να το αναλύσουμε φιλολογικά και γιατί είναι σπουδαίο και πόσο δεν είναι μόνο αμερικάνικο αλλά αφορά όλους ή πόσο κρίμα είναι που δεν την ξέρουν σε βάθος την Μακ Κάλερς οι Έλληνες αναγνώστες,αυτοί θα μου πείτε ούτως ή άλλως δεν ξέρουν την τύφλα τους,η Μακ Κάλερς να΄ταν μόνον αυτό που τους λείπει...
Γιατί λοιπόν δεν θα αρχίσω να σκαλίζω το βιβλίο για να τεκμηριώσω ντε και καλά την όποια γνώμη μου;Διότι η Μακ Κάλερς με ξεπερνάει έτη φωτός με την δύναμη και μόνο της απλότητάς της ,εμένα εδώ και τώρα και τους αναγνώστες της ακόμα και τους πιο μυημένους της ανάγνωσης σ΄όλο τον πλανήτη γενικότερα.Θα απέβαινε γελοίο να προσπαθήσω να εξηγήσω πως η Μακ Κάλερς γράφοντας μια τόσο χαμηλών τόνων στην έκφρασή της,ευκολοδιάβαστη κι εξωφρενικά απλή στην πρώτη της ανάγνωση ιστορία, με κλασική δομή,αρχή,μέση και τέλος,ισορροπημένη, ισοβαρή, θεματικώς  πεντακάθαρη, μετην χαρακτηριστική της ευγένεια που δεν σε ξαφνιάζει και την ένταση που ξέρεις ότι υπάρχει σε κάθε  southern gothic κείμενο ,και που εκείνη πάντως δίνει μ΄ αυτό της το εκπληκτικό επίπεδο άλλη υπόσταση στην  έννοια της  συγγραφικής τελειότητας, αρθρώνοντας έναν λόγο με σχεδόν πουπουλένιες-τόσο δεν σε φορτώνουν-συνεχείς εναλλαγές στην αφηγηματική του τεχνική, που μετριοπαθώς θα τον αποκαλέσω έτσι:  καταπληκτικό!  
Και τον οποίο δυστυχώς η μετάφραση του σπουδαίου μας λογοτέχνη Μένη Κουμανταρέα για τις εκδόσεις Κέδρος δεν υποστήριξε-κατά την ταπεινή μου γνώμη και χωρίς να την ακυρώνω στο σύνολό της-τόσο ταιριαστά,όσο περίμενα.

Σχόλια

  1. Απαντήσεις
    1. Χωρίς τυμπανοκρουσίες και μπλαμπλα κι ευχαριστώ την φίλη επισκέπτρια κ.κ. που με έβαλε στον πειρασμό.

      Διαγραφή
  2. Το έχω διαβάσει πριν χρόνια και μου έχει μείνει η γλύκα της ανάγνωσης. Ξεφυλλλίζοντάς το απόψε, βρήκα τσακισμένη τη σελίδα 59 όπου περιγράφει τα "κουβεντολόγια" της Δεσποινίδας Αμέλια και του Εξαδέλφου Λάιμον. Απλό και δυνατό, απόλαυση περιγραφών και συναισθημάτων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μου αρέσει πάρα πολύ η Μακ Κάλερς,με συγκινεί ιδιαίτερα το γράψιμό της και οφείλω να πω ότι την "ανακάλυψα" χάρη στην κυρία Ελένη Σαραντίτη,την πολύ καλή συγγραφέα,που μας τιμούσε που ερχόταν στην λέσχη παλίοτερα και μοιραζόταν μαζί μας ένα σωρό πράγματα για συγγραφείς, μεταφραστές, βιβλία,τρόπους ανάγνωσης,εμπειρίες της κτλ

      Διαγραφή
  3. Ανώνυμος15/10/13 00:04

    Φίλτατη,το διάβασα.Εξαιρετικό.Περιμένω κι άλλες τέτοιες προτάσεις σου.Ξέρεις αν έχει γίνει φιλμ;
    Σάντρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Η συγγραφέας μέχρι απόψε μου ήταν άγνωστη. Μετά από την ανάγνωση του κειμένου σας θα αναζητήσω το βιβλίο άμεσα, έστω στα αγγλικά. Ευχαριστώ για τις προτάσεις σας που αναδεικνύουν ξεχασμένα διαμάντια, καθώς φαίνεται, και δεν εξαντλούνται στους ήδη γνωστούς λογοτέχνες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου