"Μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ (Μόντοκ)",Μαξ Φρις


Έξοχος συγγραφέας ο γερμανόφωνος Max Frisch (1911 – 1991),τον λατρεύω,το λέω εξαρχής και έχω ήδη γράψει σε αναρτήσεις για μυθιστορήματά του ό,τι είχα να γράψω γι αυτόν,δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο,είναι ένας από τους σημαντικούς εκείνους διανοητές που έχει συνέχεια στα θέματά του και τα βιβλία του συνδέονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μεταξύ τους αλλά και με κάποια βιβλία άλλων κι έτσι τώρα θα εκθειάσω, τίποτα λιγότερο, ένα ακόμα χωρίς να το θεωρήσω υποδεέστερο από προηγούμενα, το "Montauk".
Ο Ελβετός Μαξ Φρις δεν χρειάζεται συστάσεις από μένα,οι βιβλιόφιλοι οφείλουν και πιστεύω ότι όντως τον γνωρίζουν,θέλω να ελπίζω,καλά.Είναι ένας από τους πιο εσωστρεφείς-και μένα η εσωστρέφεια στην αφήγηση με γοητεύει ιδιαίτερα-πυκνούς, διεισδυτικούς ,χαρισματικούς,έντονα μα όχι ξετσίπωτα αυτοαναφορικούς συγγραφείς της νεότερης,της  μεσο- αλλά και μεταπολεμικής γερμανικής σχολής.
Τον Φρις τον γνώρισα σαν συγγραφέα πριν χρόνια διαβάζοντας το έξοχο μυθιστόρημά του "Homo Faber".Ακολούθησαν ένα ένα τα λογοτεχνικά και τα θεατρικά του έργα, αυτά τα τελευταία από περιέργεια.
Δεν θα πω εδώ το χιλιοειπωμένο και μάλλον ακριβές ότι ο "Στίλερ" του 1954 είναι το πληρέστερο κείμενό του αν και το θεωρώ κι εγώ τουλάχιστον ως το πιο δύσκολο και η δυσκολία του ή αν θέλετε η σοβαρότητά του είναι ένας λόγος που δεν έχω αναρτήσει γι αυτό, επειδή θέλω να σταθώ σε ορισμένα σημεία διεξοδικότερα. Παρ΄όλη την δύναμη της γραφής όμως και την μαστοριά με την οποία προσεγγίζει το θέμα του, αγαπημένο μου παραμένει το παραληρηματικό και φορτωμένο με βαριές σκιές  "Ας με λένε Γκάντενμπαϊν" του 1964.

Εδώ ο τίτλος "Μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ (Μόντοκ)", για το γραμμένο αρκετά χρόνια μετά από τα τρία πιο γνωστά του βιβλίο,το οποίο διάβασα πριν μέρες, είναι επιλογή της Σώτης Τριανταφύλλου, για τις εκδόσεις Μελάνι, και επιχειρεί να εξηγήσει την επέμβασή της κάπου από τις πρώτες σελίδες ως εξής:

σε ορισμένες περιπτώσεις, κρίθηκε απαραίτητη μια πιο ελεύθερη απόδοση για να γίνει κατανοητό το κείμενο,στο οποίο εξάλλου,αφθονούν οι αναφορές και οι υπαινιγμοί στη ζωή και το έργο του συγγραφέα. Ανάμεσα σε αγκύλες έχω προσθέσει επεξηγηματικές σημειώσεις.Ο τίτλος, που αναφέρεται στο ανατολικό άκρο του Λονγκ Άιλαντ,στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, άλλαξε για να γίνει πιο προσιτός στον Έλληνα αναγνώστη.
Χωρίς να λέω ότι είναι εκτός θέματος, κάθε άλλο,ο τίτλος που δίνει η Τριανταφύλλου,(την οποία γενικά εκτιμώ πάρα πολύ σαν μεταφράστρια,την θεωρώ αψεγάδιαστη και μου αρέσει και σαν συγγραφέας) θα προτιμούσα να είχε αφήσει τον αυθεντικό για τους Έλληνες αναγνώστες κι εκείνοι να το ψάξουν μόνοι τους.Οι συγκεκριμένοι που επιλέγουν Φρις, λέω,ότι θα μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα και χωρίς να τους πάρει από το χεράκι εκείνη.
Κάτω έκδοση δια Σλοβάκους αναγνώστες,αυτοί ή θα΄χουν φάει με το κουτάλι τας Αμερικάς ή είναι σαΐνια από γεννησιμιού τους και πάντως δεν εκρίθη ότι χρειάζονται άλλο τίτλο.Θενκ γιου ντίαρ Σώτη, μήνυμά σας ελήφθη,όβερ.(δροσερό χιουμοράκι,χειμώνας γαρ)




Κατά τα άλλα αντιγράφω ασυστόλως το αναλυτικότατο οπισθόφυλλο προσθέτοντας κι έχω τους λόγους μου, ότι τον Φρις αναφέρει, δις νομίζω,ο Φίλιπ Ροθ,στο μυθιστόρημά του "Η Ζωή μου ως Άντρα" και δεν είναι καθόλου άσχετη ούτε τυχαία,λέω, η αναφορά του σ΄αυτόν αν σκεφτεί κανείς με τι θέματα έχει καταπιαστεί ήδη εν έτει 1974 ο επίσης αγαπημένος Φίλιπ, που βέβαια είναι ένας εντελώς άλλου ύφους και δυναμικής συγγραφέας, στα δικά του αντρομυθιστορήματα:

Το "Μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ" είναι ένα παιχνίδι βιογραφίας, που μέσα από τις γραμμές, αποκαλύπτεται η αγωνία, η παιδικότητα, η σοφία και η απερισκεψία ενός αληθινού ανθρώπου που, αν και απολαμβάνει -με τον τρόπο του- τη φήμη και το χρήμα, δεν παύει να βλέπει τον εαυτό του σαν μια "αδέξια αρσενική φώκια". 
Ο τόπος είναι ένα ακρωτήρι στον Ατλαντικό· η γλώσσα είναι η γερμανική·με παρεμβολές στα αγγλικά,καθώς ο συγγραφέας περνάει αυτές τις λίγες μέρες μέσα σε μια διασκεδαστική διγλωσσία -ο χρόνος είναι η άνοιξη του 1974: Ο Μαξ Φρις είναι εξήντα τριών ετών: με αφορμή τη συνάντησή του με την Άλις Λοκ Κάρεϋ (που αναφέρεται εδώ ως "Λυν"), κάνει τον απολογισμό· ναι, υπήρξε "τέρας"· ναι, έζησε τη ζωή του όπως τη ζουν οι άνδρες· δηλαδή, σε βάρος των γυναικών· οι άνδρες είναι διαφορετικοί από τις γυναίκες: είναι "ανεπαρκείς" και "υστερικοί". Βάζει ερωτήματα στον εαυτό του -για τη φιλία, για τη ζήλια (εξ αιτίας της οποίας, κατά καιρούς, έχει φτάσει σε παροξυσμό, σε "παραλήρημα"), το γάμο, την απιστία· για το τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας μέσα στον κόσμο- και προσπαθεί να δώσει απαντήσεις: στο μεταξύ, μπροστά του απλώνεται η αμμουδερή παραλία του Λονγκ Άιλαντ· ο ωκεανός· κι αργότερα, η Πέμπτη λεωφόρος, το Μανχάταν. Στην πραγματικότητα, μπροστά του απλώνονται τα γηρατειά και ο θάνατος, ενώ πίσω του η ζωή μοιάζει να εκρήγνυται από τα διαδοχικά γεγονότα. 
Το "Μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ" είναι ένα μακρύ σημείωμα που απευθύνεται σε όλους όσους γνώρισε, αγάπησε ή περιφρόνησε ο συγγραφέας· επίσης, είναι ένα σχόλιο πάνω σε μια μεγάλη συγγραφική επιτυχία, αλλά και στην αναπόφευκτη ανημπόρια απέναντι στο χρόνο."Κάθε άνθρωπος"γράφει ο Μαξ Φρις,"εφευρίσκει μια ιστορία που,αργότερα,συχνά με φοβερές θυσίες,πιστεύει πως είναι η ζωή του":κομμάτι αυτής της επινοημένης ιστορίας είναι το Μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονγκ Άιλαντ.

Τέλος,σκαλίζοντας στον ιστό για να βρω μεταφράσεις με αλλαγμένους τίτλους που πιθανόν δόθηκαν με το σκεπτικό της Σώτης Τριανταφύλλου βρήκα ένα ωραίο σχόλιο από τον κύριο Philippe -τι σχόλιο,σεντόνι έγραψε ο διαβαστερός κύριος-εδώ,διαβάστε,παρακαλώ,χωρίς να το ρίξετε στον διαδικτυακό μεταφραστή σας,για να εξασκηθείτε στα αγγλοαμερικάνικά σας,άντε,να μην σας περνάνε και  για ντιπ μπουρτζόβλαχους:
Montauk" is Max Frisch' final novel in which the mature writer - he was 64 at the time - gives an account of two weekend trips with a relatively young woman he has only just met. This is not a story of romance. These are two people who happen to like and trust each other enough to spend a few days together, without the burden of expectations with respect to a longer term commitment.
Two uneventful trips to Long Island form the backbone of the narrative. And Frisch sets himself the task to use this modest subject matter as `truthfully' as possible: no embellishments, no cutting-and-pasting, no twisting of facts and characters for the sake of artistic or ideological ends. Frisch' ambition in this novel is to come as close to `writerly truth' as he can. At the same time, the novel offers him a canvas to reflect on what has been left unsaid or what has been said untruthfully in his earlier literary work. So, the novel can be read at different levels: as a modest travelogue, as an epistemological experiment in search of `truth', and as a confession of past `sins'.
Frisch' infatuation with recording factual and emotional truth is interesting but one could wonder whether, from a reader perspective, it ultimately isn't a superfluous element. It is perhaps nice to know that he factually saw Lynn and Long Island during these days as recorded in the novel but that in itself does not necessarily make "Montauk" a more rewarding reading experience. What makes "Montauk" such a compelling read is the truth that has been there all along in Max Frisch' work: it is his unadorned view on a fractured, dislocated human condition and it is the truth that pervades his direct, precise yet warm prose.
Frisch' protagonists are smart people. But their smartness can't avoid them losing their bearings in the truthlessness, pain and spiritual poverty of late 20th century, western society. They are heroic people too. Invariably they face up to their failures and they perish with full conscience of their shortcomings and the wounds inflicted on others. It is this willingness to ultimately see truth in the eye which makes a Frisch novel often such a moving journey.
However, more than anything else it is the truth of Max Frisch' language that keeps drawing me to his work. I have alluded to the `precision', `directness' and `warmth' of his prose. It is really very difficult to put the finger on the very particular texture of his writing. Every sentence has weight. Individual words are clearly etched against a luminous background and yet together they form a balanced whole. There is also a most peculiar tension between a certain timelessness - derived from an apparent simplicity and honesty in the choice of words and structure of sentences - and graphic references to very specific circumstances of time and place. Frisch has been an inveterate traveler and this cosmopolitanism has always pervaded his books. Remarkably, also in our age of widespread and unrestrained traveling, I remain mesmerised by the exoticism of his locales (whether it's his beloved Ticino, Greece, Cuba or US). When Frisch reminisces about a trip to the Greek island of Mykonos, there is still the `frisson' of the unknown, as if we are undertaking the long-anticipated trip ourselves for the very first time. Similarly, when, from an airplane window, he watches the sunlight vanish from the summit of the Finsteraarhorn (in the Bernese Alps), it is as if we are witnessing this mundane and yet timeless spectacle ourselves.
I would ultimately characterise Frisch' prose as "earthy" and that is at the same time a phenomenological, esthetic, moral and epistemological quality. It is phenomenological because it tells us how the earth is perceived by our senses. It is esthetic because it tells us how the earth bestows her grace on human affairs. It is moral because it tells us what the earth commands. It is epistemological because it tells us how the earth separates truth from untruth.
In that deeper sense, all of Frisch' work is truthful. And that is why I really don't care whether everything happened as described on those days, sometime in 1974. He might as well have made up every bit of "Montauk": I would love it nonetheless. (less)


Σχόλια

  1. Ανώνυμος18/12/13 17:49

    Νομίζω ο τίτλος "Λονγκ γουίκεντ στο Λονγκ Άιλαντ" θα ήταν ακόμα πιο προστιός στον Έλληνα αναγνώστη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου