"Κανείς δεν Θέλει να Πεθάνει",Κατερίνα Μαλακατέ




Η επίδραση μιας νουβέλας στην καθημερινότητα (μιας αναγνώστριας)

Δεν κοιμάμαι πολύ.Θέλω να ξεμπερδεύω μια ώρα αρχύτερα με τον ύπνο της συνήθειας και να σηκωθώ,να ξεκινήσω την καινούργια μέρα.Θέλω.Μένω όμως χωμένη στα ασφαλή σκεπάσματα και φτιάχνω λίγες ακόμα ιστορίες. Ξηλώνω,ράβω,επιβάλω ή αποκαθηλώνω πρόσωπα,μετακινώ φιγούρες.Με πρόθεση αίσιου τέλους πλέκονται αυτές οι ιστορίες. Πάντα.Αν και μένουν ημιτελείς. Μονίμως.Η συνέχισή τους είναι συνειδητά προ-αποφασισμένη για την κάθε επόμενη νύχτα,λόγω του ηθελημένου ημιτελούς,δηλαδή του διαρκούς,του έχοντος ζωή,του οποίου δηλώνω αμετανόητη οπαδός.Η κρίσιμη στιγμή για την συνέχισή τους έρχεται συνήθως όταν κοντεύει να ξημερώσει.Το φως δεν έχει ακόμα τρυπώσει στο δωμάτιο από το μισάνοιχτο παντζούρι,μα ακούγονται κελαηδίσματα πουλιών κι αυτό είναι ένα καλοδεχούμενο,μικρό,πολύτιμο,σημάδι ζωής!Άλλες νότες φτάνουν ως το δωμάτιο όταν πλησιάζει η νύχτα,άλλες εκεί γύρω στα μεσάνυχτα κι άλλες,διαφορετικές αυτές,ιλαρές, πανηγυρικές κι επίμονες όταν ξημερώνει.
Σήμερα χαράματα Σαββάτου 18 Ιανουαρίου μιας νέας χρονιάς παρατάω τις ιστορίες μου πιο εύκολα από άλλες φορές όχι μόνο γιατί μου αποσπούν την προσοχή τα λαλίστατα πουλιά μα γιατί σκέφτομαι πολύ έντονα το στοχαστικό βιβλίο της Κατερίνας Μαλακατέ "Κανείς δεν Θέλει να Πεθάνει".Γέρνω στα μαξιλάρια και στο αχνό θάμπος το σκέφτομαι.Μαζί σκέφτομαι δεκάδες πράγματα,την στημένη και απαράδεκτη κρίση,τα παιδιά μου,που αγωνίζονται για χίλια δυο,τα χρόνια που πέρασαν και τα χρόνια που θα έρθουν.Πως θα είναι;Εγώ πως θα είμαι;Θα αντέξω;Οι δικοί μου; Πως είναι στην αληθινή ζωή να είσαι 50,60,70 ετών; Γίνεται να νιώθεις το πνεύμα σου ανέγγιχτο από τον χρόνο μα το κορμί να βαδίζει στο μονοπάτι μιας οριστικής φθοράς;Είναι οριστική η φθορά;Πότε σε κυριεύει η αγωνία του Θανάτου;Πώς τον ξεχνάς;Τον ξεχνάς; Συμφιλιώνεσαι ποτέ, βρίσκεις την απάντηση στα ερωτήματά σου;

Η νουβέλα της Κατερίνας Μαλακατέ βάζει ακριβώς αυτά τα ερωτήματα και τις πολλαπλές παραλλαγές τους μέσα από μια ιστορία σφυροκοπηματικής δράσης που την αφηγείται σε μόλις 135 σελίδες,που κατά βάθος είναι τριπλάσιες λόγω πυκνότητας και αξίας περιεχομένου.

Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο:
Μια ογδοντάχρονη Αγγλίδα,σε κώμα θα αλλάξει μια νύχτα κορμί με την τριαντάχρονη Ουκρανή που την προσέχει. Μεθυσμένη από την ξαφνική παράταση της ζωής, θα παραστρατήσει στα σοκάκια των Αθηνών, θα νιώσει κυνηγημένη, μόνη, θα φτάσει ως το τελευταίο σκαλί της εξαθλίωσης. Παράλληλα ένας μαύρος άντρας που δουλεύει στα φανάρια θα δει την πράσινη λάμψη που σκίζει τον ουρανό και θα ενεργοποιηθεί.Κι η δεκαοκτάχρονη εγγονή της Αγγλίδας με το κορμί που τόσο μοιάζει στη γιαγιά της θα φτάσει ως την τρέλα. Τι τους ενώνει; Ένα πράσινο αφρικανικό μενταγιόν, ένας Ινδός θεός εγκατεστημένος σε μια μονοκατοικία κάπου στις παρυφές της Αττικής και η πεποίθηση πως κανείς δεν θέλει να πεθάνει. 
Μια νουβέλα που πραγματεύεται τη ζωή και το θάνατο, την ύπαρξη του θεού ή και την ανυπαρξία,το τι θα έκανες την αθανασία αν στην χάριζαν έτσι ξαφνικά. Θέτει ένα σωρό ερωτήματα και φυσικά δεν απαντάει σε κανένα.

Οι πρώτες σκέψεις

Μακάρι να μπορούσαμε,να είχαμε τον χρόνο και την διάθεση και να διαβάζουμε δυο και τρεις φορές ένα τέτοιο βιβλίο.Αυτό γινόταν περισσότερο κάποτε,τρώγαμε κόλλημα με ένα κείμενο και για 5.000 απίθανους και πιθανούς λόγους,προσωπικούς φυσικά,το διαβάζαμε ξανά και ξανά μέχρι να λιώσουν στα δάχτυλά μας οι σελίδες του.Σήμερα δεν είμαι πολύ σίγουρη ότι διαβάζουμε σωστά.Γενικότερα.Ίσως καταπίνουμε τα βιβλία μαζί με ό,τι άλλο καταπίνουμε,σαν να΄ναι προϊόντα κι αυτά για χόρταση,απόλυτη δεν είμαι, δεν ισχύει για όλο το αναγνωστικό κοινό, θέλω να πιστεύω, κάτι τέτοιο,μα αξίζει να το σκεφτούμε το πως διαβάζουμε κι έχω τον λόγο μου που μιλάω γι΄αυτό.
Ποιος είναι ο λόγος;Ότι διάβασα δυο φορές το "Κανείς  δεν θέλει να πεθάνει",δυόμιση για να ΄μαι ακριβής.Μια όταν μου το έστειλε η ίδια, χειρόγραφο ακόμα,να της πω μια γνώμη σαν αναγνώστρια,μετά έκανα ένα ξεφύλλισμα μόλις το πήρα ως κανονική έκδοση στα χέρια–αυτή ήταν η μισή φορά-και το ξαναδιάβασα κανονικά,εστιασμένα,αυτές τις μέρες,για να συμμαζέψω τις χιλιάδες σκέψεις που εξαιτίας του έσκασαν σαν έκρηξη υπαρξιακής αγωνίας στο μυαλό μου.

 Η νουβέλα

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό το βιβλίο.Θετική.Έντονη.Πάρα πολύ καλή.Διαβάζεται εύκολα αν και θέλει συνεχώς παρόντα τον αναγνώστη σε όλα όσα του αφηγείται.Δεν είναι εξεζητημένη η γλώσσα, ούτε κραυγαλέα η τεχνική του˙η συγγραφέας δεν καυχιέται για την συγγραφική της δεινότητα.Αυτή υπάρχει και στηρίζει καλά και σταθερά μια πολύ απαιτητική ιδέα, που αλλιώς θα κατέρρεε από το πρώτο κεφάλαιο γιατί είναι ιδέα ξεχωριστή,από αυτές που η ελληνική λογοτεχνία από άποψη θεματολογίας υποφέρει από την έλλειψή τους, παραμένοντας στομωμένη από τον εμφύλιο και την βάρβαρη,συχνά ανιστόρητη εκμετάλλευσή του από κάθε πικραμένο...
Οι λέξεις είναι-σαν υλικό-ένα ατόφιο,πρωτογενές υλικό˙είναι αλεύρι και νερό,απλά και καθαρά δηλαδή υλικά για το σημαντικό που λέγεται ψωμί κι αυτό προσδίδει περισσότερο ενδιαφέρον στην αρχική ανάγνωση, γιατί με τα πρωτάρικα αυτά υλικά η συγγραφέας κάνει με άνεση μια τριτοπρόσωπη ρέουσα αφήγηση,που είναι πυκνότατη,που έχει και δεύτερη και τρίτη ανάγνωση στα σωθικά της.
Διαβάζοντας σκέφτεσαι συνεχώς,βγαίνεις σε αφετηρίες σκέψεων που οδηγούν σε απέραντα φιλοσοφικά χωράφια,σε υπαρξιακές αγωνίες,στην αγωνία του Θανάτου κυρίως, αλλά όχι έτσι απλά του θανάτου των άλλων που δεν σε αγγίζει ή του απρόσμενου κι ίσως λυτρωτικού,που δεν μπορείς να κάνεις στο κάτω κάτω τίποτα,αλλά εκείνου που έρχεται καταπάνω σου βήμα-βήμα,φθείροντας το σώμα,το δικό σου το κάποτε θαλερό κι ενώ εσύ την ίδια χρονική στιγμή τρέχεις ακόμα καλπάζοντας,ζεις,δεν τον παίρνεις είδηση ,γι αυτό δεν τον φοβάσαι,δεν τον σκέφτεσαι ιδιαίτερα,τον αντιμετωπίζεις σαν κατάληξή σου σε κάτι,κάπου που όμως δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι αυτό και μόνον όταν έχει κάνει ορατή την ολέθρια, προκαταρκτική του επίθεση στο τρωτό σου κορμί σε ζώνουν τα φίδια.

Στην νουβέλα της η Κατερίνα Μαλακατέ μπαίνει κατ΄ευθείαν στο ζουμί,δεν υπάρχουν φλύαρες εισαγωγές κι ευτυχώς περιττοί διάλογοι που πιθανόν θα λειτουργούσαν σε βάρος της δράσης των προσώπων και θα κούραζαν τον αναγνώστη.
Αντλεί,έχω την αίσθηση,από την εξαίσια λογοτεχνία των μεγάλων Νοτιοαμερικανών. Παίρνει,θαρρώ,στοιχεία από την μπορχική κυρίως παρακαταθήκη που ανήκει πια στον καθένα που διαβάζει και γράφει.Διακρίνω τον απόηχο του μαγικού ρεαλισμού τόσο όσο χρειάζεται να με προδιαθέσει καλά για ευφάνταστη συνέχεια αλλά επίσης φανερό μου είναι ότι γράφει πατώντας τα πόδια της πολύ γερά,πεισματικά,στην καθημερινότητα του σήμερα,της εδώ και τώρα Ελλάδας,γράφει δηλαδή ένα σύγχρονο από άποψη σκηνικού, στρωτό,σφιχτό,πολύπτυχο κείμενο,το δένει καλά και βάζει απανωτά πια τα ερωτήματα και τις αγωνίες της χαμένης νιότης,του διακαούς πόθου όλων μας να την κρατήσουμε,τον φόβο των γηρατειών σαν ένα στάδιο της ζωής πέρα από την όποια θρησκευτική της αντίληψη ,τον φόβο του τι κάναμε όταν το σώμα μπορούσε και τι δεν κάναμε,των δεκάδων απολογισμών,των γιατί έγινε ή δεν έγινε αυτό και το άλλο και για να τα βάλει εκείνη στην ιστορία της και να τα εξάγουμε εμείς από αυτή, χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά δυο γυναικείες φιγούρες που καταφέρνει- επειδή η ιδέα της θεματικά είναι έ ξ ο χ η και η γραφή έχει εγγενή διεισδυτικότητα-να είναι τελικά πέντε:η 80άχρονη Αγγλίδα η Ελίζα,η 18χρονη εγγονή και σχεδόν ρέπλικά της η Λένα,η 30χρονη Ουκρανή Τάνια,η 50χρονη Ρούλα,νύφη της πρώτης και μητέρα της δεύτερης και η 40χρονη Άννα,που η ατεκνία της λόγω του επαγγέλματός της-είναι πόρνη-την στοιχειώνει καθοριστικά.

"Lady Lilith",Dante Gabriel Rossetti,oil in canvas 

Χαρακτηριστικοί τύποι θηλυκών πλασμάτων σε περίεργες ηλικίες και φάσεις κι οι πέντε, που διεκπεραιώνουν με άγχος τους ρόλους που έχει ορίσει γι αυτές η δυτική εν γένει κουλτούρα,χωρίς να τις έχει ρωτήσει φυσικά κανείς και ακόμα κι όταν ανατρέπονται κάποια μικρά κατεστημένα-η Ελίζα σπάει τα οικογενειακά δεσμά όταν η νιότη της ανθεί-οι ρόλοι αυτοί συνεχίζουν να αντέχουν χαραγμένοι βίαια σαν εντός ορίων συμπεριφορές πάνω σε χάρτη ζωής ανδροκρατούμενο .

Αντικείμενο–αφορμή,αναγκαία συνθήκη  για το στήσιμο της ραχοκοκαλιάς της ιστορίας είναι ένα πράσινο μενταγιόν που κρέμεται στο λαιμό της κατάκοιτης,ετοιμοθάνατης Ελίζας το οποίο κλέβει η Τάνια όταν προσλαμβάνεται σαν νοσοκόμα και που δεν ήταν ούτε της Ελίζας.Οι μετενσαρκώσεις ,οι μεταφορές οι οποίες γίνονται μέσω αυτού, της ίδιας ψυχής σε διαφορετικά σώματα,είναι η συγγραφική πρόφαση,τρομερά ευρηματική, ίσως και απελπισμένη ως ιδέα για τον καθένα μας-να υπήρχε ένα τέτοιο μενταγιόν, ε;- για να στηθεί γύρω του ένα ξέφρενο ερωτικό αλλά στην ουσία υπαρξιακό μεταφυσικό γαϊτανάκι των ηρώων,που είναι εμείς,οι άνθρωποι σε μια στιγμή,σε μια ή σε πιο πολλές ζωές.

Η φυλή,το χρώμα του δέρματος, η γλώσσα που μιλούν τα απρεπή ή σεμνά στόματα δεν είναι το σημαντικότερο σ΄όλο αυτό το πάσχον ανθρωπομάνι που κυνηγά λυσσασμένα την Αθανασία,αν και σε μας δίνεται η πληροφορία για την προέλευση του καθενός και αυτή έχει μερίδιο στην πρόσληψη της ιστορίας,έχει βαρύτητα˙ποια βαρύτητα και γιατί; Μα διότι είναι πάντα,νομοτελειακά διαφυλετικό το κάθε συγκυριακό ή όχι ανθρώπινο καζάνι στο οποίο κοχλάζει αιώνιο αλισβερίσι κορμιών και ψυχών με τις ακραίες τους πράξεις,που επισφραγίζουν μύχιες επιθυμίες,θρεμμένες από ποικίλες επιμέρους κουλτούρες τις οποίες ανακατεύει για τα καλά μια αυστηρή Ειμαρμένη, καθώς το ανθρώπινο σύμφυρμα, χτες, σήμερα,πάντα όσο υπάρχει ο κόσμος,θα προσπαθεί να ξορκίσει τον Θάνατο και ο Θάνατος,το ξέρουμε όλοι καλά, δεν έχει καμία πατρίδα.

Η συγγραφέας συνθέτει προσεχτικά και εμπνευσμένα την δική της εκδοχή της μεγάλης φαουστικής ιδέας φλερτάροντας εμφανώς με την λογοτεχνία του φανταστικού αλλά η Ελίζα εδώ,που είναι αυτή που σηκώνει το κύριο βάρος της αφήγησης δεν κάνει ενώπιόν μας καμιά συμφωνία με τον Διάβολο ή τον Θεό για να πάρει απλώς και για λίγο τα νιάτα της πίσω.
"Lady Lilith",D.G.Rossetti, watercolor replica, 1867
Ανακατεύοντας πρόσωπα και καταστάσεις χωρίς να χάσει διόλου την ισορροπία των γραφομένων της,έχοντας τον πλήρη έλεγχο του κειμένου η Μαλακατέ, κινεί γύρω από την Ελίζα-Τάνια-Λένα-Άννα τις αγωνίες πολλών συμβολικών προσώπων:του Αφρικανού Γουικιτάκα που δουλεύει στα ελληνικά φανάρια καθαρίζοντας τζάμια αυτοκινήτων,όμως δεν είναι αυτό που φαίνεται και τα φορτία της ψυχής του είναι βαρύτατα σακιά χρέους και πατρικής κληρονομιάς.Του μυστηριώδους Ινδού Γκόπαλ,ενός σκληρού θεού που γι αυτόν καταλαβαίνουμε περισσότερα πράγματα όταν σ΄ένα κρεσέντο αποκαλύψεων στο τέλος της αφήγησης έχει φανεί το μεταφυσικό διά ταύτα της.Του Γερμανού Πέτερ, εραστή της Ελίζας στα χρόνια της μποέμικης,άγριας περιπλάνησης ανά τον κόσμοΤου Γιώργου,γιού του Πέτερ και πρώτου εραστή της νεαρής Λένας.Του καλόγνωμου Νίκου, του δικού της γιού και πατέρα της Λένας.Της Ουκρανής Τάνια,που ήρθε χωρίς χαρτιά και σχέδια για μια αρπαχτή ζωής και μέλλοντος και που το σώμα της είναι ο μόνος αρωγός για να επιβιώσει καθώς δεν έχει τίποτα άλλο.Της θλιμμένης, που δεν απόκτησε παιδιά, Άννας του πορνείου στο οποίο η Ελίζα-Τάνια θα βρεθεί ριγμένη από την τύχη της που εκείνη την προκάλεσε.Της Μίνας,μιας φίλης της Λένας.Του Κώστα,ενός όμορφου και χαμερπούς ενδιάμεσου στην γήινη σαπίλα και τέλος του Μάνου Σωτηρίου, ψυχολόγου που πρέπει να βοηθήσει την Λένα να ξεπεράσει τα σκοτάδια της δικής της ψυχής μα η σχέση τους ανυψώνεται σε κάτι πολύ παραπάνω απ΄αυτό.

Study for "Lady Lilith",D.G.Rossetti,1866,in red chalk.
Now in the Tel Aviv Museum of Art


Όλοι και όλα,γίνονται ένα τεράστιο και μαζί μικρό,πολύ μικρό,ένα αλληγορικό,σημαντικό και συνάμα ασήμαντο σάρκινο κουβάρι που χάνεται κι εμφανίζεται,πλάθεται,διαλύεται, διασπάται,ενώνεται ξανά και ξανά μέσα στην απεραντοσύνη του Σύμπαντος.
Δεν είμαστε λοιπόν παρά ένα απειροελάχιστο μα θαυμαστό κουβάρι ύλης;Ένας αέναος ρους ενέργειας που έρχεται από ένα εγνωσμένο,Άγνωστο και σκορπίζεται σ΄αυτό το ίδιο Άγνωστο ;Θα ζήσουμε,ζήσαμε πολλές,κι άλλες ζωές;Είναι καλό αυτό ή μια ακόμα τεχνητή παρηγοριά,a priori ανίκανη να νικήσει την αγωνία του Θανάτου;Που εμφιλοχωρούν οι θρησκείες ή ακόμα ακόμα και ο περιλάλητος διαλεκτικός υλισμός στην άμβλυνση, στην κατανόηση αυτής της αγωνίας;

Μήπως είμαστε απλώς τα καταραμένα παιδιά της Λίλιθ και του Αδάμ και πρέπει να το πάρουμε απόφαση;Γιατί σ΄ένα κρεσέντο διαλόγου του Γκόπαλ και της μετενσαρκωμένης ψυχής της Ελίζας,που όμως ακόμα αναζητά απαντήσεις,η συγγραφέας μας θυμίζει με όσα ακριβώς λόγια πρέπει,στην πιο καίρια στιγμή της αφήγησης,επί τούτου θα ισχυριστώ,την πρώτη γυναίκα,την ίση με τον άντρα,εκείνη που διάλεξε να έχει ελεύθερη την βούλησή της και έπειτα από την φυγή της ο Θεός έδωσε στον Αδάμ την υποτακτική και βεβαίως δόλια γυναίκα,την γνωστή μας Εύα,το μεγαλοπρεπές τους,αμφοτέρων,βολικό άλλοθι για την επινόηση και εκ των υστέρων δικαιολόγηση όλων όσα συντηρούν την καθολική, αέναη αγωνία του ανθρώπινου είδους μπροστά στον Θάνατο.


ΥΓ.Οι εκδόσεις που έβγαλαν το βιβλίο λέγονται "Ο Κήπος με τις Λέξεις",είναι στην Πάτρα,προσπαθούν και πετυχαίνουν μέσα σε αντίξοες συγκυρίες να κάνουν ποιοτική δουλειά και αξίζουν θερμά συγχαρητήρια.


Σχόλια

  1. Καλοτάξιδο της εύχομαι να είναι
    και
    Βιβή Γ. σ' ευχαριστώ για την ωραία παρουσίαση που με έβαλε με τόσο ενθουσιασμό στο πνεύμα και θα ήθελα να το είχα εδώ τώρα να το διαβάσω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δάφνη,έχει μια αγωνία εντελώς γυναικεία,σπαραχτική αυτό το βιβλίο της Κ.Μ.Δεν ξέρω αν της βγήκε συνειδητά αλλά η κεντρική της ιδέα είναι ευρηματική.Μακάρι να έχει την πορεία που του αξίζει και να εγείρει προβληματισμούς και αναζητήσεις.

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος19/1/14 21:32

    Ωραία ανάρτηση,προσωπική,σοβαρή,σεμνή.Πολύ μου αρέσετε,απολαμβάνω να σας διαβάζω.
    Βασιλική Βουτσά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ευχαριστώ τόσο πολύ για τα υπέροχα λόγια και την παρουσίαση. Το ξέρεις πως εσύ ήσουν ένας από τους λόγους που πάλεψα για να εκδοθεί. Είχα απελπιστεί κι όταν μου έστειλες την άποψη σου για το χειρόγραφο, αναπτερώθηκα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κατερίνα πίστεψέ με,δεν έκανα τίποτα εγώ,δικό σου είναι το ταλέντο και αυτό θα σου φέρει την συνέχεια.Σου αξίζει κάθε λεξούλα που ειπώθηκε και γράφτηκε!

      Επίσης χαίρομαι πολύ,πάρα πολύ που σε γνώρισα.Σε ένιωσα, αν και έχουμε κάμποσα χρονάκια διαφορά,φίλη από την αρχή.
      Σταματώ εδώ διότι θα μας σταυρώσουν οι κακοί,χαχαχα...

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου