"Ως το Τέλος",Τζούλια Γκανάσου

Σηκώθηκε.Κοίταξε την καλοντυμένη για να διαπιστώσει ότι ανέπνεε και σύρθηκε μέχρι το παράθυρο.Το σώμα του ήταν ακόμη αρκετά βαρύ παρόλο που μέσα του είχε ησυχάσει.Δεν ήξερε αν είχε εκτονωθεί απλώς η ένταση,αν μετατέθηκαν οι ευθύνες ή αν λιποτάκτησε η οργή που ροκάνιζε τόσο καιρό τα σωθικά του,αλλά προφανώς κάτι είχε πλέον μεταβληθεί.Είχε ανάγκη από οικειότητα.


Εικόνα για την Τζούλια Γκανάσου μετά και τον "Ομφάλιο Λώρο",το δεύτερο βιβλίο της, είχα πλέον πολύ θετική.Το περίμενα ότι θα ήταν εξίσου καλή και η συνέχεια,είχα μάλιστα νέες απαιτήσεις για τις οποίες εκείνη μου είχε αφήσει το περιθώριο.Προσπάθησα τότε να αποφύγω τους κινδύνους μιας υπεραισιόδοξης παρουσίασης και έγραψα δυο πολύ απλά, καθαρά,ευνοϊκά αν και απόμακρα λόγια, προτείνοντας μεν το βιβλίο της,όμως χωρίς να επιμένω,έτσι κι αλλιώς την ανάγνωση την θεωρώ υποκειμενική και πολύ προσωπική υπόθεση.Είχα επίσης ακόμα το Degas και δεν ήθελα να πιέζω υπέρ του δέοντος κανέναν από τους πελάτες-φίλους στην πορεία-που λάμβαναν υπόψη την γνώμη μου και αγόραζαν βιβλία με υπόδειξή μου.
Η Γκανάσου δεν έκανε τις τρελές πωλήσεις στο Degas -το να "πουλάει" δεν είναι ο λόγος έτσι κι αλλιώς,νομίζω,που γράφει-όσοι όμως διάβασαν το βιβλίο ενθουσιάστηκαν και δεν υπερβάλω,διακρίνοντας αν μη τι άλλο την εντελώς ιδιαίτερη στόφα της.Το εκπληκτικό είναι ότι τον "Ομφάλιο Λώρο" τον επέλεγαν κυρίως γυναίκες σε εποχή παντοκρατορίας των ροζ και αυτό πάρτε το εσείς,καλοί μου επισκέπτες ,όπως θέλετε.

Η συνέχεια ήρθε φέτος με το μυθιστόρημα "Ως το Τέλος"(εκδόσεις Γκοβόστη) και δεν είναι απλώς καλή.Είναι εντυπωσιακή.Η Γκανάσου σκαρφαλώνει χωρίς κούραση στην σκάλα της σημερινής ελληνικής λογοτεχνίας-βαλμένη για πολλούς λόγους εντελώς κάθετα- και από τον "Ομφάλιο Λώρο" ως το "Ως το Τέλος" έχει καλύψει,έτσι λέω,όλα τα πιθανά ενδιάμεσα σκαλοπάτια με δρασκελιές,σταθερές και καλοζυγισμένες.

Ναι,θα ταξίδευε κάπου μακριά,θα άλλαζε ταυτότητα και ύπαρξη,δεν θα τον ήξερε κανένας!Τελευταία το σκεφτόταν συνέχεια...Και όσο το χέρι στο απέναντι παράθυρο κρυβόταν και όσο οι φωνές μέσα στο σπίτι συντονίζονταν με την ταλάντωση του ξύλου στα κουφώματα,τόσο εκείνος δελεαζόταν από την ιδέα της φυγής χωρίς αποσκευές, νήματα ή λώρους.Θα φώλιαζε σε μια συνηθισμένη γειτονιά,στο πιο κοινό μέρος της γης, θα γινόταν ο πιο απλός άνθρωπος του κόσμου,θα έβρισκε μια απλή δουλειά και μια απλή γυναίκα,θα έκανε και δυο "απλούστατα παιδιά",κανένα σχέδιο δεν θα ήλεγχε πλέον τις ημέρες του,καμία όρεξη δεν θα του έτρωγε τη σάρκα,την ψυχή,τα σωθικά, ούτε και το πόσοι ανάξιοι βολεμένοι αναρριχώνται στα αξιώματα δεν θα τον ωθούσε να εξοργίζεται ούτε και το πώς οι "άλλοι" θα πραγματοποιούσαν τα όνειρά τους ενώ εκείνος...

Το βασικό θέμα της ιστορίας είναι...Πoιο είναι;Από όλα όσα εξιστορεί αφηγούμενη με ωραία,κοφτή γλώσσα, σε αποστασιοποιημένο τρίτο πρόσωπο,ποιο να θεωρήσω ότι την απασχόλησε και την ενέπνευσε περισσότερο;
Το μυθιστόρημα είναι πυκνότατο και ιδεολογικά πολύπτυχο.Το εκτείνει σε λίγες σελίδες αλλά σε καμία περίπτωση δεν το στριμώχνει.Το άψογο,πειθαρχημένο γράψιμο δεν μου επιτρέπει μεν να μιλήσω για παραληρηματικό λόγο εφ΄όλης της ύλης,όμως κατά βάθος η προσέγγισή της είναι χειμαρρώδης.Διασπείρεται σε πολλά ζωτικά θέματα της κοινωνικής μας πραγματικότητας,τα οποία ανασυγκολλά με ευχέρεια, ψύχραιμα, μαζεύοντας δεκάδες θραύσματα απελπισίας και τρέλας μετά την έκρηξη των καταπιεσμένων συναισθημάτων του βασικού της ήρωα,που σοφά,δεν ονοματίζεται,όπως και οι υπόλοιποι άλλωστε.
Είναι ο "λαξευτής" ή ο "οστεωμένος" ή αλλού  "ο λεπτοκομμένος άνδρας" ,το ίδιο και οι άλλοι,είναι η "καλοντυμένη παχουλή",ο "κοντός",η "τριχωτή πρωτευουσιάνα",η "χλωμή". Ανθρωπάκια.Ένα ανθρωπάκι (και) αυτός.Με όνειρα και επιθυμίες.Με σχέδια.Και πράξεις. Όπως όλοι. Έρχεται δρομαίος από το χωριό του κουβαλώντας ανάλαφρα τα όνειρά του, προσωπικά και καλλιτεχνικά. Όπως πάρα πολλοί.Βέβαιοι ότι είναι ξεχωριστοί κι ότι όλες οι πόρτες είναι ορθάνοιχτες γι αυτούς.Με μερικούς φίλους οραματίζεται την εμπορική του(ς) επιτυχία και την δική του καλλιτεχνική καταξίωση.Σε αντίθεση με αυτούς εκείνος εξαντλεί τα σωματικά και συναισθηματικά του όρια της προσήλωσης στον σκοπό αυτό. Δουλεύει λαξεύοντας ξύλο αλλά δεν είναι απλά ένας ξυλουργός,είναι και καλλιτέχνης. Επιθυμεί κερδοφόρες πωλήσεις αντικειμένων αλλά και αναγνώριση της έμπνευσης,της δημιουργικής του αξίας. Είναι δόλιος αλλά και μαζί αφελής,κουτοπόνηρος αλλά με έναν σχεδόν παιδικό τρόπο. Ανακατώστρας αλλά και μοναχικός.Ηθικός αλλά και ανήθικος. Εκβιάζει την πλούσια, χρησιμοποιεί την μικροαστή, προστατεύει την συγχωριανή του. Εκθέτει φίλους της συγκυρίας και φίλους ζωής και εκτίθεται σ΄αυτούς.
Στο κρίσιμο σημείο τα χάνει.Και τα κάνει μαντάρα.Παρασύρει άσκεφτα τους φίλους ζωής. Έχει χρησιμοποιήσει και ξοδέψει τις επιθυμίες της ψυχής του-αυτές που ένα σύστημα θολών αξιών, γεννημένο και ανδρωμένο γενιές και γενιές πριν απ΄αυτόν τον έχει εκπαιδεύσει να τις θωρεί σαν ιδανικές-επιθυμίες άλλοθι βεβιασμένων πράξεων που επισφραγίζουν μοιραία την προαναγγελθείσα αποτυχία του.

Φταίει ο ανθρωπάκος.Επειδή θέλησε το παραπάνω από το καθορισμένο.Επειδή το διεκδίκησε με λανθασμένο τρόπο.Επειδή δεν ήξερε τον σωστό.Σαν όλους τους άλλους. Δεν φταίει ο ανθρωπάκος. Επειδή θέλησε το παραπάνω από το καθορισμένο. Επειδή το διεκδίκησε με λανθασμένο τρόπο. Επειδή δεν ήξερε τον σωστό.Σαν όλους τους άλλους.
Στην είσοδο του καταστήματος,απέναντι από το δικό τους,στον χώρο του πλατύσκαλου, είχε εγκατασταθεί ένα ζευγάρι.Είχαν στρώσει χαρτόνια από κούτες και από πάνω είχαν απλώσει δυο κουβέρτες.Το πρωί κάθονταν κουκουλωμένοι πλάι πλάι χαζεύοντας τους περαστικούς.Το μεσημέρι έπαιζαν χαρτιά μασουλώντας ό,τι εύρισκαν στους σκουπιδοτενεκέδες.Το βράδυ τον ρωτούσαν αν του περίσσευαν ψιλά,αν είχε ακούσει κάτι νέο στις ειδήσεις,πώς είχε πάει η δουλειά.Η ευπρέπειά τους τον συγκλόνιζε: οι επιθυμίες δεν είχαν πλέον θέση εκεί,ήταν πολυτέλεια.
Ή μήπως όχι;
Φταίει δεν φταίει ο ανθρωπάκος της Γκανάσου θα πληρώσει.Οι επιθυμίες, άλλοθι ή όχι, κοστίζουν. Ζωές.Εκείνο που με τρομάζει όμως δεν είναι η πικρή διαπίστωση ενός δραματουργικού τέλους,η έξοδος μιας ελκυστικής μυθοπλασίας αλλά η υποψία ότι ο ανθρωπάκος δεν είναι της Γκανάσου. Είναι,είμαστε, όλοι...

Σχόλια