"14", Ζαν Εσνόζ


Tout cela ayant été décrit mille fois, peut-être n’est-il pas la peine de s’attarder encore sur cet opéra sordide et puant. Peut-être n’est-il d’ailleurs pas bien utile non plus, ni très pertinent, de comparer la guerre à un opéra, d’autant moins quand on n’aime pas tellement l’opéra, même si comme lui c’est grandiose, emphatique, excessif, plein de longueurs pénibles, comme lui cela fait beaucoup de bruit et souvent, à la longue, c’est assez ennuyeux.




To "14" δεν είναι το πρώτο βιβλίο του Ζαν Εσνόζ που διαβάζω,είναι όμως εκείνο που με ταρακούνησε περισσότερο και λόγω αυτού θα ισχυριστώ τώρα,ότι η συγγραφική του πορεία από την όχι πολύ μακρινή εποχή που έγραφε μυθιστορήματα σαν τις "Ψηλές Ξανθιές" ή το "Προπαντός Όχι Σοπέν"-διόλου αμελητέα αλλά ούτε,κατά την προσωπική μου γνώμη βέβαια,από κείνα που θα τα έλεγε κάποιος με σιγουριά αριστουργήματα- είναι εντυπωσιακά ανοδική.
Ο Εσνόζ, εδώ,καταφέρνει σε μόλις 100 σελίδες να εκφράσει όχι μόνον ό,τι σε πρώτη ανάγνωση είναι ευδιάκριτο ως κυρίως θέμα και αυτό είναι η απαρχή και το τέλος του Α΄παγκοσμίου πολέμου δοσμένα μέσα από την κλιμακούμενη,προσωπική εμπλοκή σ΄ αυτόν του Αντίμ Σεζ,νεαρού Γάλλου λογιστή,αλλά επίσης πετυχαίνει να σκιαγραφήσει με μια γλωσσική δεινότητα ακόμα μεγαλύτερη απ΄αυτήν που ήξερα ήδη ότι διαθέτει,τις συναφείς με τον πόλεμο επιμέρους καταστάσεις , όλα τα εκτρωματικά γεννοβολήματα της θυελλώδους εποχής κατά την οποία δραματοποιεί την μυθοπλασία του κορμού, κυρίως τις ποικίλες συνέπειες του πολέμου,αυτές που επέρχονται άμεσα και έμμεσα και στα άλλα πρόσωπα,τα κοντινά του Αντίμ,ώστε ο αναγνώστης να εισέλθει και να παραμένει εξαιτίας τους διαρκώς στο κλίμα μιας πικρής οπωσδήποτε,ευαίσθητης μαζί και ρεαλιστικής,κατ΄ουσίαν και όχι εφήμερα ή μάλλον συγκυριακά αντιπολεμικής,πολύπτυχης μεν,όμως ενιαίας σαν αφήγηση τραγικής ιστορίας, λιτά και την ίδια στιγμή πολύ πυκνά γραμμένης,με το λογοτεχνικό μαχαίρι του Εσνόζ να μπήγεται όσο πιο βαθιά μπορεί αυτό να γίνει στο ανοίκειο και παράλογο του πολέμου,στο δέκατο κεφάλαιο,με τα παρακάτω:  

Γαντζώνεσαι στο τουφέκι σου,στο μαχαίρι σου που το μέταλλό του-οξειδωμένο,θαμπό και μαυρισμένο από τα αέρια-μόλις που λάμπει κάτω από την παγερή μαρμαρυγή των φωτοβολίδων,μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα που όζει απ΄την αποσύνθεση των αλόγων και τη σήψη των νεκρών,αλλά και από τη μεριά όσων ακόμα στέκονται όρθιοι μες τη λάσπη, τη μυρωδιά των ούρων , των κοπράνων και του ιδρώτα τους,της λίγδας και των ξερατών τους,χώρια εκείνη την κατακλυσμιαία αποφορά ταγκού και μουχλιασμένου και παλιού, ενώ υποτίθεται ότι είσαι στο ύπαιθρο.Όμως όχι,μυρίζεις κλεισούρα ακόμα κι από μέσα σου,πίσω απ΄τα συρματοπλέγματα,με τα σταυρωμένα, εξαρθρωμένα και σηπόμενα πτώματα που καμιά φορά χρησιμεύουν στους ορυκτήρες για να στερεώσουν τα τηλεφωνικά καλώδια-διόλου εύκολη δουλειά,οι ορυκτήρες γίνονται μούσκεμα στον ιδρώτα από τον κόπο και το φόβο,βγάζουν την χλαίνη τους για να δουλέψουν πιο άνετα, την κρεμάνε σ΄ένα χέρι που,όπως ξεπροβάλλει στρεβλό απ΄το χώμα,τους χρησιμεύει για πορτ-μαντό.

Ο Εσνόζ κάνει μια χαμηλότονη και μαζί επική-αν είναι δυνατόν να συνδυάζονται αυτά τα δυο,όμως ναι,ο Εσνόζ μπόρεσε εδώ να τα συνδυάσει παρά την αντίφασή τους-ελαφρώς μελαγχολική,περιεκτική και στη βάση της άκρως καταγγελτική περιγραφή του πρώτου άθλιου-μα τι άλλο εκτός από άθλιοι μπορούν να λογίζονται όλοι οι πόλεμοι των ατελείωτων ταξικών συμφερόντων- και αιματηρότατου * παγκόσμιου πολέμου της βουλιμικής Γερμανίας του Γουλιέλμου Κάιζερ -τότε ήταν ο Κάιζερ,τώρα είναι άλλοι,αυτή η χώρα ως φαίνεται και από τα τωρινά της  δεν θα χορτάσει ποτέ αίμα λαών,ούτε και του δικού της- στις αρχές του 20ού αιώνα,με τρόπο που σοκάρει μεν αφυπνιστικά,λέω,τον αναγνώστη,χωρίς να διαπραγματεύεται την δεδομένη ιστορική αλήθεια,μα ούτε και να την μετατρέπει σε ρομάντζο με ολίγην από ιστορικό φληνάφημα φτηνού,κατηχητικού αντιπολεμικού ύφους, απ΄ αυτά με τα οποία τύποις γαλουχούνται οι μαθητές στα σχολεία,ακριβώς πριν σταλούν με την σειρά τους στα πεδία των μαχών των πολέμων , που αναλογούν στην γενιά τους,οπότε τότε πρέπει πάση θυσία ο καθένας να συμμετέχει και να αντέξει με κάθε τρόπο τον άπειρο τρόμο και τον θάνατο,ακόμα και με ποταμούς αλκοόλ,που αφειδώς τους μοιράζεται,καθώς,όπως γράφει ο Εσνόζ: 
το επιτελείο δε θ΄αργούσε να διαβλέψει τα πλεονεκτήματα ανδρών αρκούντως ποτισμένων,αφού το μεθύσι στουπώνει το φόβο,γνωστό αυτό, αλλά ας μη βιαζόμαστε.

Στο "14" παράλληλα με την κύρια ιστορία,εκείνην του Αντίμ,παρακολουθούμε έστω με λιγότερη εστίαση,την πτωτική πορεία των φίλων του-απ΄το ψάρεμα και τον καφέ,όπως λέει ο Εσνόζ,εύστοχα υπογραμμίζοντας έτσι την ξεγνοιασιά των ευτυχισμένων για όλους στιγμών πριν ξεσπάσει η αθλιότητα του πολέμου-του χασάπη στο επάγγελμα πριν τον πόλεμο Παντιολό,του σφάχτη Μποσίς,του σαμαρά Αρσενέλ αλλά και του αδελφού του Αντίμ,Σαρλ Σεζ,τόσο σίγουρου για την βολική μελλοντική του ζωή δίπλα στην, εγκυμονούσα ήδη, πλούσια συνεταίρο και φίλη του(και συνεργοδότρια και του Αντίμ) Μπλανς Μπορν,που διχάζεται μερικές στιγμές ανάμεσα στους δυο Σεζ, τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες,καθώς ξέρει την αγάπη αμφοτέρων γι αυτήν.

Ο 27χρονος υπερόπτης Σαρλ,υποδιευθυντής του εργοστασίου "Borne-Seze",παρόλο που ο πλούσιος πεθερός του έχει έγκαιρα υποτίθεται μεσολαβήσει για την ευνοϊκή μετάθεση σε αναγνωριστικά άρα ασφαλή αεροσκάφη πεθαίνει εξαιτίας της μετάθεσης αυτής,ίσως μιαν ώρα απλώς αρχύτερα, μετρημένο γαρ το λαδάκι στο καντήλι του.

Και τότε, μία και μόνο σφαίρα φεύγει από το πυροβόλο, διασχίζει δώδεκα μέτρα αέρα σε επτακόσια μέτρα ύψος και με χίλια το δευτερόλεπτο, μπαίνει στο αριστερό μάτι του Νομπλές και ξαναβγαίνει πάνω απ’ τον αυχένα του, πίσω απ’ το δεξί του αφτί,κι από εκείνη τη στιγμή το Farman, εκτός ελέγχου, πλανάρει για λίγο κι ύστερα παίρνει μια κλίση που γίνεται όλο και πιο κάθετη, κι ο Σαρλ, με το στόμα ανοιχτό, πάνω απ’ τον βουλιαγμένο ώμο του Αλφρέντ βλέπει να τον πλησιάζει ολοένα το έδαφος στο οποίο πρόκειται να συντριβεί ολοταχώς και χωρίς καμία εναλλακτική λύση παρά μόνο ένα θάνατο άμεσο και ανέκκλητο, χωρίς το παραμικρό ίχνος ελπίδας–ένα έδαφος που ανήκει ακόμα στην κοινότητα Ζονσερί-σιρ-Βελ, ένα ωραίο χωριουδάκι της επαρχίας Καμπανία-Αρδένες, οι κάτοικοι του οποίου λέγονται Ζονκαβιδουλιανοί.

Ούτε οι υπόλοιποι όμως έχουν καλύτερη τύχη.Ο 23χρονος Παντιολό τραυματίζεται σοβαρότατα και έτσι θα ζήσει την ζωή τού εξαρτώμενου από το έλεος των άλλων,ο συνομήλικός του Μποσίς σκοτώνεται,ο δε δύστυχος και της ίδιας νεαρότατης ηλικίας Αρσενέλ βιώνει το χειρότερο ίσως όλων, εκτελείται ως λιποτάκτης,χωρίς καλά καλά να το έχει επιχειρήσει,με κάτι περισσότερο από συνοπτικές διαδικασίες.
Ο Αντίμ,επίσης είκοσι τριών,μέσα στην δική του ατυχία στέκεται τελικά ο πιο τυχερός, χάνει το δεξί του χέρι αλλά κατοχυρώνει την ζωή του,όπως μπορεί να συνεχιστεί αυτή για ένα μονόχειρα άνθρωπο,σε καλύτερη μοίρα πάντως από έναν τυφλό (Παντιολό). 
Ναι,αλλά απ΄αυτόν τον πόλεμο δε φεύγεις έτσι.Τα πράγματα είναι πολύ απλά: είσαι στριμωγμένος-μπροστά σου,ο εχθρός˙πάνω σου,οι αρουραίοι και οι ψείρες˙ πίσω σου,οι στρατονόμοι.Κι αφού δεν έχεις άλλη διέξοδο απ΄το να πάψεις να θεωρείσαι ικανός, περιμένεις πώς και πώς,ελλείψει άλλης λύσης,ένα ωραίο τραυματάκι,κάτι σαν αυτό του Αντίμ, που να σου εξασφαλίζει την αποχώρηση.

Όλα τα πρόσωπα του "14" έχουν εκτεθεί βίαια στον Θάνατο και συνεχίζουν να εκτίθενται σ΄αυτόν ,μετακινούμενα στα λογής μέτωπα ενός σφοδρού πολέμου,σε ξηρά και αέρα,μα και στα μετόπισθεν,μην έχοντας τα ίδια καμία βούληση,συναίσθηση καν της μοίρας τους, όντας οι συνεχώς αναλώσιμοι αμνοί στον βωμό των ταγών και τίποτα,μα τίποτα,τίποτα περισσότερο.




Ο συγγραφέας κάνει αντιπολεμική πεζογραφία εφ΄όλης της ύλης,δεν περιγράφει τις ενέργειες των εχθρών συγκολλώντας με το ζόρι έναν θρυμματισμένο σαν γυαλί ηρωισμό που θα έπρεπε να σημαίνει ο όποιος θάνατος των συμπατριωτών του ˙ τα αντίποινα, για παράδειγμα, της λιποταξίας του Αρσενέλ δεν είναι λιγότερο ανελέητα και ψυχρά διεκπεραιωμένα από τους βομβαρδισμούς των Γερμανών ,τα μέτρα και ο εποπτικός μηχανισμός που στήνουν τα Γαλλικά επιτελεία για να μην εγκαταλείπουν το σφαγείο της μάχης οι ψειριασμένοι,βορά των αρουραίων,τσακισμένοι τους στρατιώτες είναι εξίσου φρικτά με τον ίδιο τον πόλεμο...
Μετά τη χαριστική βολή,στο τέλος της τελετής,οι άνδρες διατάχθηκαν να παρελάσουν μπροστά στο πτώμα,έτσι ώστε η ετυμηγορία να παραδειγματίσει το στράτευμα.
Η πεζογραφία που επιχειρεί ο Ζαν Εσνόζ είναι,νομίζω,απ΄αυτές που πλέον ξεπερνούν τα εθνικά σύνορά τους και δύσκολα τις ξεχνά ο παγκόσμιος αναγνώστης.Ειδικά ο Εσνόζ έχει συμβάλει με ξεχωριστό τρόπο στην παραγωγή μιας νέας γαλλικής λογοτεχνίας μεγάλων απαιτήσεων,που απευθύνεται λόγω της θεματολογίας της στο παγκόσμιο κοινό,χωρίς τροχοπέδη στην κατανόησή της,αυτήν που θα έμπαινε εκ των πραγμάτων από την τοπική εσωστρέφεια που συνεπάγεται ένα ακραιφνώς "γαλλικό" θέμα,κάτι που ο Εσνόζ ευφυώς αντιλαμβάνεται και δεν πέφτει στην παγίδα,επάξια κουβαλώντας την κληρονομιά του και κυρίως δημιουργικά, όσο λίγοι σύγχρονοί του,γράφοντας υπερτοπικά, μετά τα βιβλία τα οποία προανέφερα,για τον Τέζλα για παράδειγμα στο μυθιστόρημα "Αστραπές" και τον Ζάτοπεκ  στο "Δρόμος αντοχής".

Ωραίο συν στην παρουσίαση -ούτε να το είχαμε συνεννοηθεί-έκανε λίγο σήμερα και ο αγαπητός μου Γιάννης, εδώ .

ΥΓ.Ακριβούτσικη,αλλά όπως πάντα πολύ καλή η έκδοση από τον Ίκαρο,τα ορθογραφικά της λαθάκια συγχωρητέα και,ας τολμήσω να το εκφράσω σαν απορία μου κυρίως,με κάμποσα γκρίζα σημεία, για μένα,η μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη,κάτι που με ξένισε.


* 16.000.000 οι νεκροί αυτού του πολέμου,μυαλό δεν έβαλε όμως κανείς...

Σχόλια

  1. και ιστορικά επίκαιρο για τα 100 χρόνια του Α' ΠΠ που πολλοί ξεχνούν και άλλοι αναθεωρούν κατα τα συμφέροντα.
    Θα ήταν ενδιαφέρουσα μια "σύγκριση" με τα κλασσικά π.χ.του Ρεμάρκ το "ουδεν νεώτερο..."

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ωραία ιδέα.Και με του Σελίν το βιβλίο από μια άποψη,το έχεις φαντάζομαι διαβάσει,τι γνώμη έχεις;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. του Σελίν δεν το έχω διαβάσει.Τον Ρεμάρκ τον θεωρώ δυνατό.
    'Αρα μάλλον είσαι η κατάλληλη για τη σύγκριση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι,αν σκεφτώ κιόλας ότι ο Ρεμάρκ είναι Γερμανός,τότε έχει επιπλέον ενδιαφέρον.Με βάζεις σε πειρασμό να πιάσω τα αντιπολεμικά γενικότερα.

      Διαγραφή
    2. Ανώνυμος5/3/14 23:33

      Εξαιρετικά και το βιβλίο αλλά και τα σχόλιά σου, ένα άλλο βιβλίο που βρήκα συγκλονιστικό, επίσης αντιπολεμικό είναι "η Ακακία" του Κλωντ Σιμόν.

      Διαγραφή
    3. Δυστυχώς δεν το έχω διαβάσει.Πόσα δηλαδή δεν έχω διαβάσει,ούτε δέκα ζωές δεν θα έφταναν...
      Αν και ο Σιμόν είναι γνωστός δεν τον έχουμε εύκαιρο στην μνήμη μας όταν μιλάμε για αντιπολεμικά κείμενα,σ΄ευχαριστώ που τον τον θυμήθηκες.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου