" Αλεπούδες στην Πλαγιά ", Ιάκωβος Ανυφαντάκης


Έπιασα κι εγώ το βιβλίο μου.Είχα τελειώσει τον Βαλτινό,δεν είχα προλάβει να περάσω από το βιβλιοπωλείο και έτσι κρατούσα μόνο τον Μπελ μαζί.Άνοιξα πάλι τυχαία μια σελίδα.Πριν προλάβω να αρχίσω,άκουσα τη Γεωργία. "Ακόμα μ΄αυτόν ασχολείσαι;" Φέτος έκλεινα δεκαπέντε χρόνια.Ο Κλόουν ήταν η μόνη σχέση που είχα αντέξει στην ζωή μου.




Έχω κάθε λόγο να είμαι επιφυλακτική απέναντι στην ελληνική λογοτεχνία των ημερών μας,μ΄έχουν ξεγελάσει και οπισθόφυλλα και ψεύτικοι κριτικοί διθύραμβοι.Συχνά από τις πρώτες σελίδες ενός ελληνικού βιβλίου βαριέμαι και τότε αναρωτιέμαι αν εγώ είμαι πια τόσο περίεργη ή αυτοί που το εξωράισαν σε ένα οπισθόφυλλο ή το επαίνεσαν σε μια ψευδεπίγραφη παρουσίαση κατέφυγαν σε κολακείες μπας και τους χρησιμέψουν εν καιρώ σε κάτι.Ενοχλούμαι διπλά,επειδή έτσι αποπροσανατολίζεται ο αναγνώστης και διαιωνίζεται μια κάκιστη νοοτροπία,που μόνο καλό δεν κάνει στην Λογοτεχνία, όταν μάλιστα απέναντί της έχει ανυποχώρητη την εντελώς άλλη κριτική τακτική,την εξίσου ακραία,να θάβει κάποιος δηθενικός ξερόλας αδιακρίτως τα πάντα.
Η πρώτη νουβέλα του (νεότατου ηλικιακά) Ιάκωβου Ανυφαντάκη με τον έξυπνο τίτλο "Αλεπούδες στην Πλαγιά",από τις εκδόσεις Πατάκη,που την αγόρασα μετά φόβου Θεού, δεν ανήκει, ευτυχώς,στην παραπάνω κατηγορία,σε καμία της εκδοχή.Ουδείς με πήρε στον λαιμό του,δεν γνωρίζω τον συγγραφέα,ξεφύλλισα ανεπηρέαστη το βιβλίο σ΄ένα ήσυχο βιβλιοπωλείο ,η πρώτη επαφή μού άφησε πολύ καλές εντυπώσεις και μπορώ κατ΄αρχάς να πω ότι τη διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον,που αυξανόταν όσο προχωρούσε η ανάγνωση και που τελικά μου γέννησε απαιτήσεις που έχουν έρεισμα και πια περιμένω ανάλογη συνέχεια. 
Κεντρικός ήρωας είναι ένας 37χρονος πανεπιστημιακός,που έχει χρηματίσει καθηγητής της δευτεροβάθμιας στην ελληνική επαρχία,εργένης,που είναι ή υπήρξε εφήμερος και σταθερός εραστής διαφόρων γυναικών,που την γνώμη τους γι αυτόν δεν την ξέρουμε, αφού εκείνος είναι ο αφηγητής,αλλά που καταλαβαίνουμε ότι στις σχέσεις του αυτές ίσα ίσα αποτύπωνε την προβολή,την περασιά του από τις ζωές τους σαν παρατηρητής του ίδιου του εαυτού κυρίως,χωρίς τίποτα πιο βαθύ.
Αυτό το βάθος, που του λείπει το αντιλαμβάνεται αγχωτικά και η έλλειψή του τον τρώει, ειδικά όσο πιο πολύ ο καιρός(του)περνά.Το αναζητά σε κάθε αποτίμηση των ως τότε πραγμένων του και ομολογεί την αδυναμία του να το οικοδομήσει στις προσωπικές του σχέσεις,καθώς προσαρμοζόταν μεν στις καταστάσεις,επιβίωνε,βολευόταν αλλά αυτό δεν αποδείχτηκε αρκετό, ώστε φτάνοντας πια στα σαράντα να έχει ξεπεράσει τις νεανικές ανασφάλειές του τουλάχιστον στην ερωτική του ζωή,η οποία παραμένει προτεραιότητά του αλλά δεν έχει την εστίαση που της αναλογεί για να του δίνει εκτός από σεξουαλική ικανοποίηση,λιγότερη ή περισσότερη ,εκείνο το συναισθηματικό συν,του οποίου τώρα  συνειδητοποιεί την έλλειψη. 
Αποτιμά τα πάντα με αγωνία,ψάχνεται,βασανίζεται από ερωτήματα, μα δεν δείχνει να προτίθεται να κάνει προσπάθειες,ώστε να φύγει οριστικά από τον συναισθηματικό του βάλτο,διότι κάτι τέτοιο,ένας αδιάβατος συναισθηματικός βάλτος είναι αυτό το σκοτεινό, που τον τραβάει μέσα του.  Ο λέκτορας με την επαγγελματική του επιτυχία να είναι πολύ κοντά δεν μπορεί να καλύψει με τις λογοτεχνικές του εντρυφήσεις,στάσιμες κι αυτές,όσο υψηλού επιπέδου κι αν είναι, τα προσωπικά του βαθύτερα ελλείμματα.
Αυτά είναι που τον κατατρέχουν:μοναξιά, δειλία,μια κάποια κατάθλιψη κι ένας παθογενής κομφορμισμός,που η αιτίασή του μπορεί να αναζητηθεί,ίσως,στις θολές συγκυρίες του κυρίαρχου τρόπου ζωής της γενικότερης μεταπολιτευτικής φούσκας και με πιθανό το να προέρχεται απ΄αυτό η έλλειψη συναισθηματικής του εστίασης σε μια γυναίκα,που να την δει όχι μόνο σαν εφήμερο ή μεγαλύτερης χρονικά ρουτίνας σεξουαλικό του τρόπαιο,αλλά σαν το απαραίτητο άλλο μισό σε πλήρη σχέση ζευγαριού, με τις τριβές του αλλά και τις αντιστάσεις και αντοχές στον χρόνο.
Όλα αυτά τα σκέφτεται έχοντας διαφορετική αντίληψη της ροής αυτού του χρόνου από εκείνη του αναγνώστη,που στέκεται αποστασιοποιημένος και διαβάζοντας τον βλέπει να βολοδέρνει.Ο ήρωας έχει μια στατική αντίληψη,είναι βαριεστημένος, πελαγωμένος, βουτηγμένος σε ερωτήματα συναισθηματικά και ερωτικά και αν και κρύβει επιμελώς την ανασφάλεια και την εσωτερική του αμηχανία,τα διάφορα που του συμβαίνουν λίγο πριν η κρίση ξεσπάσει και τυπικά,τον αναγκάζουν να επανεξετάσει την παθητικότητα στην ζωή του και την επίδρασή της στην ζωή των άλλων,που σχετίζονται τυχαία ή όχι με τη δική του. Η πρωτοπρόσωπη εξομολογητική αφήγηση ξεκινά ακριβώς το τεχνηέντως κρίσιμο για την χώρα καλοκαίρι του 2009 αλλά το μείζον πρόβλημα αυτού του νέου ακόμα άντρα δεν είναι το οικονομικό.
Η αναφορά του συνεχώς στην παρατημένη του διατριβή για το (εξαιρετικό) βιβλίο "Οι Απόψεις ενός Κλόουν",του Χάινριχ Μπελ και στον Τόμας Μαν για τον "Θάνατο στην Βενετία" τον βαραίνει θολώνοντας την κρίση,που καλό θα ήταν να επιστρατεύσει για να επεξεργαστεί την επανασυνάντησή του μετά από χρόνια με την παλιά του φίλη και συμφοιτήτρια Γεωργία με την οποία είχαν βρεθεί και σε κάποιο σχολείο στην επαρχία, αφότου εκείνη παντρεύτηκε τον Σταμάτη,έναν  ντόπιο νοικοκυρεμένο φαρμακοποιό κι έστησε το σπίτι της, πριν χαθούν ξανά.

Η Γεωργία αν και μάλλον αυτή ήταν η πολλά υποσχόμενη φοιτήτρια τού τότε έγινε- και ίσως καλύτερα-μια απλή καθηγήτρια γερμανικών σε επαρχιακό σχολείο,έκανε τα παιδιά της και τώρα με την βοήθεια και τη συντροφιά της μάνας της και όχι του εργασιομανούς συζύγου της κάνοντας μαμαδίστικες διακοπές,συναντάει τον παλιό φίλο και γίνεται αφορμή μιας ανατροπής που ο λέκτορας,που διαβάζει ξανά και ξανά τον Μπελ(του), δεν μπορεί να διαχειριστεί.Έτσι ξετυλίγεται εκτός ελέγχου του ένα κουβάρι αναμνήσεων, που εκτός από την Γεωργία και εκείνον συμπεριλαμβάνει την γλυκιά και πρόσχαρη, όπως την αποκαλεί, Λίνα που δεν άντεξε την αναποφασιστικότητά του και τον άφησε,αλλά και την τσαμπουκαλού (μην πω εγώ τίποτ΄άλλο) Βίκυ,πολύχρονες ερωτικές του σχέσεις,που κάπως άδοξα και χαζά,δεν του φτούρισαν .
Ειδικά η δεύτερη τον πούλησε κανονικότατα-παρακολουθούμε τον έντονο θυμό του γι αυτό-κοιτάζοντας σωστή γαρ μικροαστή νεοελληνίδα να παντρευτεί κάποιον,τον... μαλάκα,που ευλόγως χυδαιολογώντας θα λέγαμε ότι της αναλογεί μια χαρά σε μια τόσο σεξιστική και μαζί σεξολάγνα κοινωνία όπως η ελληνική,στελεχωμένη από και με τέτοιους ,αρνούμενη να λιβανίζει ες αεί εκείνον,τον  αναποφάσιστο, τον που περιμένει φώτιση για τις υπαρξιακές του αγωνίες με δεκανίκι την στοιχειωμένη του ανάλυση πάνω στον Μπελ και που στον γάμο της είχαν προσκληθεί αμφότεροι,ο λέκτορας και η καθηγήτρια που τώρα,έχοντας να θυμηθούν αρκετά,τα δικά του ο καθένας ,με φόντο το συγκεκριμένο καλοκαίρι του΄09 εμπλέκονται σε μια ακόμα, αδιέξοδη σχέση.

"Μετά θα ντυνόμουν και θα έφευγα. Ο Σταμάτης δεν θα μάθαινε τίποτα. Η Λίνα δεν θα μάθαινε τίποτα. Η Βίκυ δεν θα μάθαινε τίποτα. Τα παιδιά της δεν θα μάθαιναν τίποτα. Ο Παύλος δεν θα μάθαινε τίποτα. Δεν θα επαναλαμβανόταν, ή θα το επαναλάμβανε λίγες μόνο φορές στα κρυφά πριν καταλάβουμε ότι δεν είχε νόημα."
Τις τελευταίες μέρες πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης ένας λέκτορας που πλησιάζει τα σαράντα και προσπαθεί μάταια να τελειώσει το βιβλίο του για τον "Κλόουν" του Χάινριχ Μπελ συναντάει μια παλιά του φίλη. Υπήρξαν κάποτε συμφοιτητές στη Φιλοσοφική Σχολή και συνάδελφοι σε επαρχιακά λύκεια, όμως πια δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλο. Καθώς προετοιμάζονται για ένα στάσιμο μέλλον στην υπόλοιπη ζωή τους, ανατρέπεται το παρελθόν τους.

Ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης διαθέτει εμφανή γλωσσική δεινότητα και πειθαρχία,μεγάλα προσόντα στην ολιγοσέλιδη,πρωτοπρόσωπη αφήγηση,όταν μάλιστα συνυπάρχουν αρμονικά και με αφηγηματική λιτότητα, την οποία θα του αναγνωρίσω ως μια ακόμα αρετή του.

Το μοναδικό που με ξενέρωσε, λίγο, είναι ότι μέσω του ήρωά του,που δεν είναι ακριβώς ο μέσος άνθρωπος νομίζω,περιγράφει-έτσι το αποκόμισα-τις γυναίκες σαν κορμιά ιδωμένα μη πω ακριβώς σαν κρέας, αλλά σαν τη ξεκομμένη από το συναίσθημα χρηστική σάρκα, όπως μαθαίνουν από πιτσιρικάδες να την αντιλαμβάνονται οι άντρες στις δυτικές κοινωνίες. Αίσθησή μου προσωπική, μπορεί να πέφτω έξω και να ήθελε να πει ακριβώς αυτό,δικός του είναι ο ήρωας,δικό του το σμίλεμα του χαρακτήρα.
Οι αντιλήψεις αυτές είναι βέβαια οι κυρίαρχες στις ανδροκρατικές κοινωνίες,τις εντάσσει επομένως στην αφήγησή του σαν ισχύουσες, γιατί δυστυχώς είναι, και γι αυτό αφορούν και τον ήρωά του.Δεν ζητάω άμεσο διδακτισμό από την ανάγνωση ,συνήθως,όμως εδώ η επανάληψη λογής ρατσισμών που δεν καταγγέλλονται εμφανώς σαν τέτοιοι,αφημένοι στην κρίση του αναγνώστη σαν αποτύπωση παγιωμένου τρόπου ζωής και πολλών στιγμών ενός καλλιεργημένου (μεν) άνδρα (δε),σε μια λεπτεπίλεπτη κατά τα άλλα και με ενδιαφέρουσες δεύτερες αναγνώσεις,άκρως ψυχογραφική μυθοπλασία, μείωσε την φόρα της δικής μου προσέγγισης χωρίς πάντως να με αποτρέψει από το να προτείνω τελικά το βιβλίο με σιγουριά για το ενδιαφέρον περιεχόμενό του.

Διαβάστε(και)τον Ιάκωβο Ανυφαντάκη,νομίζω ότι όπως τον Αλέξανδρο Κυπριώτη,την Τζούλια Γκανάσου,την Κατερίνα Μαλακατέ και τον Δημήτρη Τερζή, θα τον συναντήσουμε ξανά κι εκείνον-και το εύχομαι κιόλας σε όλους τους,διαπιστώνοντας με ικανοποίηση πόσο καλοί και διαφορετικοί είναι-στα κάπως πιο αφυπνισμένα πλέον, θέλω να πιστεύω, λογοτεχνικά μας πράγματα.
  

Σχόλια