Κουβεντιάζοντας με συγγραφείς.Τζούλια Γκανάσου



Κουβεντιάζοντας με την Τζούλια Γκανάσου


Αν φάνηκαν έξι,ίσως εφτά,άντε οχτώ νέα,μεγάλα ταλέντα στην σημερινή ελληνική λογοτεχνία ένα από αυτά είναι σίγουρα η Τζούλια Γκανάσου,την οποία αγαπώ πολύ σαν πένα γιατί εκτός των άλλων αρετών της είναι χαρισματικά... ολιγραφότατη με την καλύτερη των εννοιών!Συγγράφει δηλαδή ανεπηρέαστη από την πίεση μιας γενικευμένης εκδοτικής ταμαχιάς από την οποία φαίνεται να υποφέρουμε αρκετά*,μα εκείνην όλο αυτό να μην την αφορά.Ευτυχώς.
Γράφει τα εξαιρετικά της κείμενα αγγίζοντας πολυεπίπεδα την ουσία των θεμάτων της που αυτά καθαυτά είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα,ακολουθώντας την έμπνευσή της και όχι τον εκδοτικό συρμό και τις δικές του ανάγκες,προφανώς,και αυτό δεν μπορώ να μην το εκθειάσω.
Η κουβέντα μας με αφορμή το μυθιστόρημα "Ως το Τέλος" ήταν χαρακτηριστική και την ευχαριστώ. 






Τζούλια, το "Ως το Τέλος" είναι ένα βιβλίο,που με εντυπωσίασε όχι μόνο για το θέμα του που είναι σε γενικές γραμμές οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες μας ή οι ημιτελώς πραγματοποιημένες αλλά και για τον τρόπο που το έγραψες,πώς ακριβώς σου προέκυψε, από τι και ποιους το εμπνεύστηκες ;

     Το «Ως το τέλος» γράφτηκε σε μια περίοδο της ζωής μου κατά τη διάρκεια της οποίας έμενα πολύ μέσα στο σπίτι, είχα υποστεί ματαιώσεις σε όλα (σχεδόν) τα επίπεδα και διάβαζα ακατάπαυστα. Η εικόνα ενός άντρα ο οποίος βρίσκεται πίσω από το παράθυρο και παρακολουθεί μια πομπή, προέκυψε από μια αφήγηση της μητέρας μου: ο πατέρας μου στεκόταν βουβός πίσω από το ισόγειο παράθυρο στο σπίτι στο χωριό και παρακολουθούσε την κηδεία ενός παιδικού του φίλου αλλά δεν τολμούσε να βγει έξω: δεν είχε επίσημα ρούχα, είχε να δει τον φίλο πολλά χρόνια.     Με αφορμή τις πιο σφοδρές επιθυμίες που γδέρνουν αλλά και παρακινούν, με γνώμονα την απόπειρα ανασύστασης μιας ολόκληρης ζωής μέσα απ’ τη μνήμη και με ανάγκη να ανασυναρμολογήσω τις προσωπικές μου ψευδαισθήσεις για να μπορέσω εκ νέου να συνεχίσω, ξεκίνησα δειλά δειλά να παρακολουθώ τον «οστεωμένο» ήρωα μου στις πιο μυστικές του εκδοχές ώσπου τον είδα να στέκεται μπροστά σε ένα από τα οστέινα ομοιώματα προσώπων που λάξευε, στο πιο οργισμένο, να το κοιτάζει και να λέει: «Μοιάζουμε… μοιάζουμε πολύ». Από εκείνη την στιγμή, δεν μπορούσα τον εγκαταλείψω.

Ο ήρωάς σου δεν έχει όνομα,οι χαρακτήρες γενικά στο βιβλίο σου αυτό δεν έχουν όνομα. Τους αποκαλείς, για να διευκολύνεις ίσως τον αναγνώστη σου-εσύ θα μου πεις αν το κάνεις γι αυτό- ο οστεωμένος,η καλοντυμένη παχουλή,η χλωμή κτλ ,πόσο βγαλμένοι είναι από τις πρέσσες της χειραγωγημένης τους ζωής, αβάφτιστοι μεν αλλά βουτηγμένοι ως τον λαιμό στην αλα δυτικού στυλ κολυμπήθρα της υπαρξιακής αγωνίας; 

     Το βιβλίο δεν διαδραματίζεται σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Αν και παραπέμπει σε μια σύγχρονη (και γιατί όχι, ελληνική) κοινωνία δεν οριοθετείται επακριβώς. Αυτό δεν συμβαίνει με τους χαρακτήρες οι οποίοι κατονομάζονται μέσω των πιο βασικών ιδιοτήτων τους. Όπως στις μικρές κοινωνίες λέμε ο γιατρός, ο αστυνόμος, ο παπάς, ο τρελός, έτσι και στο σύμπαν του «Ως το τέλος», οι ήρωες χαρακτηρίζονται με το πιο ορατό ή χαρακτηριστικό στοιχείο τους. Με μια δόση ειρωνείας για το πώς κατηγοριοποιούμε τους ανθρώπους από την πρώτη ματιά αλλά και με συνείδηση της ανάγκης να προχωρήσουμε πέρα από αυτό που μας «βαφτίζουν» οι άλλοι έως αυτό που είμαστε ή πιο συχνά, έως αυτό που θα θέλαμε να είμαστε, οι ήρωες μου είναι ξύλο που περιμένει να το λαξεύσουμε ξανά από την αρχή. Πετώντας τις προκαταλήψεις…  

Τι ανοιχτούς λογαριασμούς ξεκαθαρίζεις εσύ,μια τόσο νέα γυναίκα, παρατηρητικότατη και ως εκ τούτου, και όχι βέβαια μόνο γι αυτό, δεινή αφηγήτρια αλλά και στο βαθμό που σου αναλογεί υποκείμενο και η ίδια όντας-όπως όλοι- στα κοινωνικά καλά και κακά της εποχής μας, σαν δημιουργός όμως αυτών ειδικά των χαρακτήρων;

     Ξεκαθαρίζω απωθημένες καταστάσεις των εφηβικών μου χρόνων όπου η απόρριψη ήταν νόμος και η αποδοχή σπάνιο άνθος. Αποσαφηνίζω επιλογές που χρέωνα για χρόνια σε άλλους αποποιούμενη αμιγώς των ευθυνών μου. Διευρύνω τα όρια προσπαθώντας να είμαι πιο ανοιχτή σε κάθε ερέθισμα ακόμη κι αν μου φέρει σύγχυση ή πόνο. Συμφιλιώνομαι με τις πιο κρυφές αδυναμίες μου με τις οποίες μάχομαι και αγκαλιάζομαι καθημερινά. Και κυρίως κλείνω το μάτι σε όλους όσους, όπως και εγώ, εγκλωβιζόμαστε σε ταμπέλες που μας φόρεσαν κάποιοι άλλοι χωρίς να ξέρουν τίποτα. Η τριχωτή πρωτευουσιάνα, η παχουλή καλοντυμένη, ο κοντός, ο ξάδελφος με την πλατιά γαμψή μύτη, η χλωμή και στη συνέχεια, η νταντά, ο φρουρός, οι επαίτες είναι όλοι εκδοχές του ίδιου ανθρώπου, του ενός. Σε αυτό το πλαίσιο, η πιο σφοδρή επιθυμία είναι κινητήριος δύναμη και μοχλός αλλοίωσης, αναμφίβολα λοιπόν καταγωγή. Είναι αγώνας το να μην λησμονείς από πού ξεκίνησες και που οραματίστηκες να φτάσεις, είναι αγώνας το να συνεχίζεις να ξυπνάς το πρωί και να επιλέγεις να μην κρύβεσαι, είναι αγώνας το να θυμάσαι τι αξίζει και τι όχι, είναι αγώνας επιβίωσης.

Μου μοιάζουν λίγο παλιότεροι, ξέρεις,σαν να  είναι εκείνοι ακριβώς οι τώρα πενήντα πάνω κάτω,που ο Πορτοκάλογλου αποκαλούσε σ΄ ένα τραγούδι «μετρίως μέτριους και πάντα μετρημένους», που είναι τώρα όλοι αυτοί οι τύποι, οι οποίοι είναι και δεν είναι εμείς, που μετά την περιβόητη γενιά του Πολυτεχνείου,την φοβερή και τρομερή μεταπολίτευση και την οικονομικοκοινωνική γκραν γκινιόλ φούσκα που έσκασε στην μούρη μας, υποψιαζόμαστε, ότι αν τολμήσουμε να κοιτάξουμε πιο καλά θα δούμε τους εαυτούς μας και τα παιδιά μας σε κοινούς με εκείνους των ηρώων σου καθρέφτες ;  

     Επέλεξα (ή ίσως με επέλεξε) ένα θέμα που θεωρώ ζωτικό: τα μωρά αφού ικανοποιήσουν τις βασικές τους ανάγκες, παρακινούνται από την εκάστοτε πιο σφοδρή επιθυμία: να πιάσουν κάτι που τους τράβηξε την προσοχή, να δαγκώσουν κάτι άλλο, να «σκαρφαλώσουν» στο επόμενο επίπεδο. Παρόμοια είναι και η πορεία των ενηλίκων. Μέσα από αυτή τη διαδικασία «μεγαλώνουμε» εφ’ όρου ζωής. Συνεπώς δεν είναι ούτε οι ήρωες του «Ως το τέλος» μέτριοι, καλοί ή κακοί και φυσικά ούτε και εμείς. Είναι άνθρωποι. Με αδυναμίες. Με πάθη και με έξεις. Με ροπές. Με επιρροές και επιλογές. Οραματιζόμαστε για να συνεχίζουμε να παλεύουμε, ονειρευόμαστε για να συνεχίζουμε να σηκωνόμαστε από το κρεβάτι το πρωί… Ή όπως λέει ο Βέμπερ: «Αναμφίβολα, όλη η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει την αλήθεια ότι ο άνθρωπος δε θα 'χε πετύχει το εφικτό αν δεν είχε ξανά και ξανά προσπαθήσει να φτάσει το ανέφικτο.» 

Ο όμορφος μύθος και η γειωμένη αλήθεια των λογοτεχνικών βραβείων.Πόσο και ποια σε ενδιαφέρουν,σε τι θα ενίσχυε ένα βραβείο την περαιτέρω  συγγραφική σου εξέλιξη και σε τι, ίσως,θα την υπονόμευε;

     Υπάρχουν πολλών ειδών βραβεία. Μια απρόσμενα καλή κριτική για το βιβλίο από κάποιον που εκτιμάς αλλά δεν γνωρίζεις προσωπικά. Μια πρόσκληση για συμμετοχή σε φεστιβάλ στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Ένας αναγνώστης που δάκρυσε διαβάζοντας μπροστά σου. Είμαι από τους τυχερούς στους οποίους έχουν συμβεί και τα τρία στα δύο πρώτα μου βιβλία. Το τρίτο μου βιβλίο, «Ως το τέλος», είναι υποψήφιο για το «Βραβείο Νέου Λογοτέχνη 2013» του λογοτεχνικού περιοδικού «Κλεψύδρα». Σε αυτό το πλαίσιο, σαφώς τα επίσημα βραβεία προσθέτουν ένα εχέγγυο ποιότητας στο βιογραφικό του συγγραφέα και μια ηθική ικανοποίηση αλλά μόνο στην περίπτωση που είμαστε όλοι απολύτως πεπεισμένοι ότι δίνονται με αξιολογικά αντικειμενικά κριτήρια και η διαδικασία είναι ανοιχτή και διαυγής. Ο συγγραφέας γράφει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Κάθε επιδοκιμαστικό χτύπημα στην πλάτη είναι ευπρόσδεκτο. Όπως και κάθε μαχαίρωμα ή πληγή. Μόνο που το πρώτο θα γεννήσει ένα χαμόγελο ενώ το δεύτερο θα γεννήσει ένα μυθοπλαστικό διαμάντι. 

Η λογοτεχνία στην τωρινή κρίση (και η ποίηση και η πεζογραφία).Πιστεύεις  ότι γίνεται κάτι καλό,ότι θα γίνει,πώς επηρεάζει εσένα και την συγγραφική σου δημιουργικότητα αυτή η κρίση ;

     Η κρίση αφυπνίζει αλλά και κατακρεουργεί. Όσο έχουμε να φάμε ψωμί και να πιούμε νερό, η κρίση θα συνεχίσει να δίνει εναύσματα, πολύτιμα ερεθίσματα για συγγραφή και προβληματισμό. Μια απειλή δημιουργεί μια κατάσταση επείγοντος και αυτό μας φέρνει σε κατάσταση εγρήγορσης. Αν δεν νικήσει ο φόβος και η απογοήτευση, θα γράψουμε καλύτερα, θα μιλήσουμε καλύτερα, θα κάνουμε έρωτα καλύτερα. Και όσο υπάρχει η φιλία και το έλεος θα συνεχίζουμε να αναζητούμε παρηγοριά στη δημιουργία και στην κατανάλωση της τέχνης στην πιο υψηλή της εκδοχή. Σε αυτή που εξευμενίζει, συνοδοιπορεί, παρηγορεί…




*(αν και τελευταίως υιοθέτησα την άποψη "αφήστε τον κόσμο να κάνει την τρελάρα του,ό,τι θέλει,να τραγουδάει,να γράφει,να ζωγραφίζει" κτλ σχεδόν σίγουρη ούσα ότι η ήρα πάντα θα βρίσκεται σοφός τρόπος να διαχωρίζεται από το σιτάρι )
ΥΓ. Κακώς έβαλα τίτλο αυτό το "κουβεντιάζοντας με συγγραφείς" , έπρεπε να γράψω και δη να το τονίσω "κουβεντιάζοντας με νέους συγγραφείς"και να ξεκαθαρίσω ότι δεν εννοώ τους ηλικιακά και μόνον νέους από τους πολλούς εμφανιζόμενους στα ελληνικά γράμματα αλλά κάθε καινούργιο κυριολεκτικά λογοτέχνη, που ξεφεύγει από τα τετριμμένα θέματα και τα σίγουρα γλωσσικά κλισέ και τολμά να δίνει προσωπικό στίγμα στο έργο του, κάνοντας τις ρήξεις του, με εκείνον τον παθιασμένο και εμπνευσμένο τρόπο που αρμόζει στην καλή λογοτεχνία.

Σχόλια