"Πού Ήσασταν Όλοι",Πάολο ντι Πάολο


Ας πούμε ότι ρωτούν εμάς τους μέσους-το τονίζω αυτό,μέσους,έχει σημασία-Έλληνες βιβλιόφιλους ποιους Ιταλούς συγγραφείς από τη νεότερη ιταλική λογοτεχνία,εκ των μεταφρασμένων στη γλώσσα μας, έχουμε διαβάσει,ποιους γνωρίζουμε ή ποιους σκοπεύουμε οπωσδήποτε να διαβάσουμε.
Φαντάζομαι πως οι περισσότεροι θα πούμε αμέσως:Ουμπέρτο Έκο,Ίταλο Καλβίνο,Τσέζαρε Παβέζε, Αλμπέρτο Μοράβια,Αντόνιο Ταμπούκι,Αλεσσάντρο Μπαρίκο,Πρίμο Λέβι,Γκράτσια Ντελέντα (εδώ, ας είναι καλά τα νομπελάκια των 2 ευρώ του Καστανιώτη), Αντρέα Καμιλέρι (αν είμαστε λάτρεις των αστυνομικών ίσως να θυμηθούμε,μετά τον πολυδιαφημισμένο Έκο,πρώτα τον Καμιλέρι),Νικολό Αμανίτι, Βαλέριο Μανφρέντι (πιασιάρικα γαρ και άκρως ελληνολατρικά τα ιστορικά μυθιστορήματά του ),Ρομπέρτο Σαβιάνο (τον ταλαίπωρο με την κόντρα του με την μαφία) αλλά και την Οριάνα Φαλάτσι(την δημοσιογράφο την τόσο γνωστή λόγω χούντας και Παναγούλη),την Ντάτσια Μαραΐνι και κανα δυο εκπροσώπους του κοινωνικοαισθηματικού,που είχε βγάλει η Ωκεανίδα,τη Σουζάνα Ταμάρο κυρίως,που μόνο μεγάλη λογοτεχνία δεν κάνει αλλά τέλος πάντων στη λογοτεχνία θα την εντάξω κι όχι στο αμιγώς ροζ. 
Θα ξέρουμε,τέλος,κι όλο λέμε να διαβάσουμε τους σπουδαίους Ίταλο Σβέβο και Ντίνο Μπουτζάτι, Έλσα Μοράντε,Πιερ Πάολο Παζολίνι (ναι,τον τρομερό γνωστό),ίσως και τον Κάρλο Φραμπέτι. Λιγότερο πιθανό,νομίζω,είναι να γνωρίζουμε τον Τζοβάνι Βέργκα και τη Ναταλία Γκίνσμπουργκ (που δεν κυκλοφορεί πια μεταφρασμένη στα ελληνικά),τον Κούρτσιο Μαλαπάρτε και την Γκιολάρντα Σαπιένσα.

Πολύ γενικόλογα αυτά τα παραπάνω και υποκειμενικά,βασισμένα κυρίως στην παρελθούσα εμπειρία ενός βιβλιοπωλείου που δεν υπάρχει πια, οπότε προς τι τα περσινά ξινά σταφύλια που λένε,δικαίως θα αναρωτιέστε τι μου ήρθε τώρα και τα αραδιάζω ως εισαγωγή της ανάρτησης.Λοιπόν το κάνω απλώς για να θυμίσω την ιταλική λογοτεχνία κι αυτό όλο μου προέκυψε από την γνωριμία μ΄ έναν ακόμη Ιταλό συγγραφέα,τον νεότατο Πάολο ντι Πάολο,φανερά ταλαντούχο και ως προς εμάς πολύ οικείο θεματικά,αν κρίνω από το συγκεκριμένο βιβλίο.



Ο Πάολο Ντι Πάολο έρχεται στο λογοτεχνικό προσκήνιο οπωσδήποτε δυνατά με ένα όμορφο , αυτοαναφορικό μυθιστόρημα με τίτλο "Πού Ήσασταν Όλοι", αφηγούμενος συνεχώς σε α΄ πρόσωπο, σχεδόν καταιγιστικά,με ρέουσα γλώσσα τα βιώματα της νιότης του-παιδικής, εφηβικής,φοιτητικής -τους προβληματισμούς και τα συναισθήματα από τις καταστάσεις που έζησε ο ίδιος και οι συμπατριώτες του τα τελευταία είκοσι χρόνια,σε μια Ιταλία που κουβαλώντας άτσαλα παλιές καλές και κακές στιγμές κατάφερε να βαλτώσει και αυτή πολιτιστικά,ηθικά,οικονομικά και ό,τι ακόμα μίζερο μπορεί να σκεφτεί κανείς εξαιτίας- εκτός των υπολοίπων λόγων- και της νοοτροπίας που ονομάστηκε μπερλουσκονισμός ο οποίος από τα επί τούτου βουτηγμένα στο σεξιστικό καρακιτσαριό τηλεοπτικά κανάλια και ΜΜΕ κυριάρχησε εκτεταμένα, χωρίς κανένα μέτρο και το παραμικρό ποιοτικό κριτήριο κι έφτιαξε μια τερατωδώς μαζικοποιημένη πανιταλική καθημερινότητα,ώσπου μπήκαν κι οι Ιταλοί με τα μπούνια στην ολόπλευρη κρίση του καπιταλισμού και είδαν τα χάλια τους όπως κι εμείς κι όλος ο Νότος της Ευρώπης τελικά όντας ανέτοιμοι,με ζητήματα σε εκκρεμότητα που να άπτονται όλα της Ηθικής και της έλλειψής της,μέσα κι έξω από την φούσκα της ψευτοευμάρειας, με το κοινωνικό πύον και την ιδεολογική σήψη στο ζενίθ. 




Ο Ντι Πάολο έχει αδυναμίες στο κείμενό του.Γίνεται κάμποσες φορές πλαδαρό,κοινότυπο-σαν να αποδίδει στην ειμαρμένη τον Μπερλουσκόνι,σαν να φύτρωσε από μόνος του σε μια παρθενούλα χώρα κι ένα αγγελικό κατά τα άλλα σύστημα- κουραστικό επομένως και ειδικά στα σημεία που επιμένει στα ενθυμήματα της εφηβικής του ζωής.Δεν χάνεται μεν η ρευστότητα της γλώσσας στις κοιλιές αυτές αλλά είχα την αίσθηση ότι όλα τούτα τα έχω ξαναδιαβάσει χιλιάδες φορές και μου φάνηκαν επαρκή μόνο για νοσταλγικά κοινωνικοπολιτικά άρθρα καλού περιοδικού,από εκείνες τις περιπτώσεις που ανακαλύπτεις κάποιον με την στόφα του συγγραφέα έκδηλη και λες θετικά μα τι καλός και διορατικός, ειλικρινής,αιχμηρός και ενδιαφέρων αυτός που τα έχει γράψει,πόσο "πιάνει" καταστάσεις,μπορεί να τα καταφέρει καλά σαν συγγραφέας,το έχει.Αυτό το δημοσιογραφίστικο όμως ύφος,που ενέχει το εφήμερο από την πάστα του και δικαιολογεί τον λόγο που το γέννησε,δεν συνιστά καθαρόαιμη λογοτεχνία κι εδώ βαίνει σε βάρος της πλοκής η οποία στα υπόλοιπα μέρη,όταν γίνεται ξανά μυθοπλασία με διαλόγους και περιγραφές σκηνών που αποτυπώνονται σε πραγματικό χρόνο και όχι μόνο καταγραφή συναισθήματος και ανάμνησης, φανερώνει τις αδυναμίες της και χαλάει ως ένα βαθμό την συνοχή της αφήγησης, ευτυχώς όχι για πολύ.
Οικεία μας είναι πολλά από τα στοιχεία που συνθέτουν την ιστορία:και η  κλασική εμμονή με την πατρική φιγούρα και το λαθάνον οιδιπόδειο με την μάνα, το έντονο (γιατί δεν είναι φαινόμενο μόνον ιταλικό) κόλλημα του νεανικού ή και μεσήλικου πληθυσμού με το facebook και το ίντερνετ,η μεγάλη απογοήτευση των πολιτικοποιημένων από την πρακτική της αριστεράς, η μπερλουσκονοποίηση-σε μας εδώ ήταν γκλαμουράτη πασοκοποίηση αρχικά, έγινε φιλομνημονιακή ακροδεξιά σαμαροποίηση τώρα- των μεγάλων λαϊκών στρωμάτων που καταλήγει με μαθηματική ακρίβεια σε διάψευση και αδιέξοδο .Μας είναι οικείοι οι άνθρωποι εν ολίγοις και οι σχέσεις τους που περιπλέκονται σε έναν τεχνηέντως περίπλοκο κόσμο και καταρρέουν για τους ίδιους πάνω κάτω λόγους σε όλες τις δυτικές κοινωνίες πέρα από τα εθνικά τους όρια.

Ωραία,φροντισμένη η έκδοση του 2013 από τον Ίκαρο και στρωτή,καλή η μετάφραση από τον Ανταίο Χρυσοστομίδη.


Σχόλια

  1. Είσαι τυχερή που μέσα από τη δουλειά σου γνώρισες αρκετούς άγνωστους στους πολλούς συγγραφείς.Ξέρεις βέβαια τι σημαίνουν και το ταξίδι και οι Ιθάκες.
    Κι επειδή το ταξίδι έχει σημασία σε προκαλώ και παρακαλώ να μας πείς και μας τις εντυπώσεις σου έστω και επιγραμματικά-συνολικά σε ένα άρθρο για αυτούς που θεωρείς άνω του μετρίου και δεν είναι γνωστοί. Π.χ.αγνοώ,Ντίνο Μπουτζάτι, Κάρλο Φραμπέτι,Ναταλία Γκίνσμπουργκ,Κούρτσιο Μαλαπάρτε και την Γκιολάρντα Σαπιένσα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητέ-και το εννοώ-Λύσιππε,αν ήταν έτσι οι δουλειές....θα ΄χαμε γλυτώσει από τα λογής αφεντικά... Ούτε το βιβλιοπωλείο που είχα,αν και αυτό ονομάζεται τυπικά δουλειά, δεν μπόρεσα να κρατήσω... τέτοιο αντιεμπορικό ζώον σαν και μένα δεν έχει ξαναπεράσει από τον χώρο...τέτοια ανύπαρκτη σχέση με τα λεφτά (τους)...τα σιχαίνομαι και με διπλοσιχαίνονται κι αυτά...αμοιβαία η μη σχέση...

      Και για τις λέσχες που συντονίζω,αυτήν που μπορώ να αποκαλέσω δική μου,του Degas,περήφανο απομεινάρι του ομώνυμου βιβλιοπωλείου στη συνοικία των βολεμένων νεοδημοκρατοπασόκων που ζω και την του Καλέντη,του εκδοτικού οίκου,δεν παίρνω μια,δεν πληρώνομαι...Άμα θες το πιστεύεις...
      Τι δουλειά λοιπόν,ούτε δουλειά,ούτε δουλεία,μιλάμε για ελευθερία , τουλάχιστον- με όλα τα λάθη και την @@που με δέρνει - κάνω ό,τι γουστάρω....θα ψοφήσω και θα πάω φτωχή και γι αυτό πάμπλουτη και τρισχαρούμενη ότι δεν πουλήθηκα,μεγάλη υπόθεση...

      Στο προκείμενο τώρα.Διαβάζω την "'Ερημο των Ταρτάρων" του Μπουτζάτι και θα κάνω σε μερικές μέρες ανάρτηση και έχω σκοπό να ασχοληθώ και με τους υπόλοιπους Ιταλούς.Καλή ιδέα για ένα αφιερωματάκι συγκεντρωτικό γιατί μόνο μαζί με τα γειτονάκια-όλα μας τα γειτονάκια,ο νοών κτλ κτλ -έχουμε μιαν, απειροελάχιστη, ελπίδα να πολεμήσουμε αυτή τη λερναία ύδρα...
      Άρα θα επανέλθω.
      Καλώς εχόντων των πραγμάτων.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου