"Ο κύριος Μ.",Αγγελική Μποζίκη


Κοιτούσε το ταβάνι όπως κάθε φορά. Η ρωγμή στην οποία κάρφωνε το βλέμμα της κάθε φορά πριν ξεκινήσει να μιλάει ήταν εκεί. Αλλά εκείνη δεν ήταν η ίδια αυτή τη φορά.
“Επιτέλους απελευθερώθηκα” είπε.
“Τρία χρόνια. Για τρία χρόνια ζούσα για δυο ώρες. Κάθε Τετάρτη. Στο ίδιο δωμάτιο. Στο δωμάτιο 207 γνωστού παρακμιακού ξενοδοχείου στην Τρικούπη. Εγώ η χαρισματική, η έξυπνη είχα παραδοθεί σε εκείνον. Πού να φανταζόμουν ότι εκείνη η συνάντηση στο λιμάνι της Αμοργού κάποια καλοκαίρια πριν θα με οδηγούσε εδώ. Κάθε Τετάρτη ακολουθούσα την ίδια διαδρομή. Εκείνος βλέπεις είχε μόνο δύο ώρες την εβδομάδα για μένα. Στην αρχή ντρεπόμουν. Καινούριος κόσμος για μένα. Θυμάμαι την πρώτη φορά. Περπατούσα γρήγορα με το κεφάλι σκυμμένο. Τι κι αν ήταν η γειτονιά μου; Τι κι αν έμενα δυο δρόμους πιο πάνω; Αρνήθηκε να έρθει σπίτι μου. Τώρα που το σκέφτομαι ποτέ δεν έκανε καμία παραχώρηση. Μόνο εγώ υποχωρούσα. Εκείνος τίποτα. Εγώ άλλαζα. Γινόμουν σκοτεινή. Εξαρτημένη. Μια εξάρτηση δύσκολη. Με μεταμόρφωσαν αυτά τα τρία χρόνια. Απομακρύνθηκα από όλους κι από όλα. Σχεδόν παράτησα το διδακτορικό μου. Άλλαξα. Τώρα καταλαβαίνω πόσο άλλαξα. Τώρα που ήρθε η λύτρωση.”
Ανασηκώθηκε και ήπιε λίγο νερό. Βολεύτηκε οκλαδόν στον καναπέ και βάλθηκε να παίζει νευρικά με ένα κομπολόι από κεχριμπάρι που ήταν πάνω στο τραπέζι μπροστά της.
“Δεν ξέρω πώς παρασύρθηκα στην αρχή. Δεν αντιστάθηκα καν. Υπέκυψα στη γοητεία του. Μόνο εγώ την έβλεπα. Αλλά και πάλι δεν τον γνώρισε ποτέ κανένας φίλος μου. Δεν γνώρισα ποτέ κανέναν φίλο του. Δεν μου μιλούσε ποτέ. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι ήταν γιατρός και παντρεμένος. Τα περιττά δεν χρειάζονταν. Έτσι έλεγε. Και εγώ συμφωνούσα. Μέχρι εκείνη την Τετάρτη. Μπήκα βιαστικά στο ξενοδοχείο και ζήτησα το κλειδί για το δωμάτιο. Μας κρατούσαν πάντα το 207. Εκείνος το είχε ζητήσει. Και εγώ τρία χρόνια μετά μπορούσα να το περιγράψω με κάθε λεπτομέρεια. Δεν ξέρω αν το μισώ ή το αγαπώ εκείνο το δωμάτιο. Ένα μεγάλο μέρος του εαυτού μου έχει μείνει μέσα σε εκείνο το δωμάτιο. Πόσες φορές εκείνος έφευγε και εγώ έμενα μόνη, γυμνή να μην μπορώ να κουνηθώ. Και όχι, δεν ήταν από την ένταση της ηδονής. Κάθε φορά η προσπάθεια που χρειαζόταν να καταβάλω για να σηκωθώ από εκείνο το κρεβάτι με τα λευκά σεντόνια και το κόκκινο σατέν κάλυμμα ήταν όλο και μεγαλύτερη. Έτσι και εκείνη την Τετάρτη. Ήμουν γυμνή στο κρεβάτι και κρατούσα τα πόδια μου μαζεμένα. Εμβρυακή στάση δεν τη λένε; Δεν άκουσα την πόρτα. Τον είδα απλά μπροστά μου. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν όνειρο. Φορούσε ένα φθαρμένο τζήν και ένα κίτρινο μπλουζάκι. Κρατούσε μια στοίβα βιβλία και μια τσάντα υπολογιστή. Το βλέμμα του δεν έδειχνε καμμία έκπληξη. Σαν να περίμενε να είμαι εκεί. Τράβηξα το σεντόνι ακόμα πιο ψηλά.”
“Τι κάνεις εδώ;” τον ρώτησα.
“Είμαι ο επόμενος” απάντησε.
“Μα δεν έχω φύγει” ψέλλισα.
 “Γυρίστε λίγο σας παρακαλώ, πρέπει να ντυθώ”.
“Μην ενοχλείστε” μου είπε.
Τον ξανακοίταξα. Για πρώτη φορά μετά από καιρό έμπαινα στην διαδικασία να παρατηρήσω έναν άλλον άντρα εκτός από Εκείνον. Δεν ήταν όμορφος. Είχε μια ηρεμία στο πρόσωπο που σε ξάφνιαζε. Στάθηκε δίπλα στο παράθυρο. Σηκώθηκα γρήγορα και με το σεντόνι τυλιγμένο γύρω μου μάζεψα τα ρούχα μου και μπήκα στο μπάνιο. Λίγα λεπτά αργότερα βγήκα και τον βρήκα ξαπλωμένο στο κρεβάτι, με τον υπολογιστή ανοιχτό και τα βιβλία που κρατούσε σκορπισμένα γύρω του. Με αγνόησε.
“Φεύγω” είπα.
Το μάτι μου έπεσε σε ένα βιβλίο δίπλα του. “Ο γέρος και η θάλασσα” του Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Το αγαπημένο μου βιβλίο. Σαν υπνωτισμένη πλησίασα στο κρεβάτι, πήρα το βιβλίο στα χέρια μου και χάιδεψα το εξώφυλλο. Παλιά έκδοση, προφανώς συλλεκτική.
“Το έχεις διαβάσει;” με ρώτησε χωρίς να με κοιτάξει ξανά.
“Μπορεί και δέκα φορές. Είναι το αγαπημένο μου. Καιρό έχω να το διαβάσω.” απάντησα.
Καιρό είχα όντως. Το δικό μου αντίτυπο ήταν φθαρμένο, χιλιογραμμένο. Το διάβαζα συχνά. Πάντα γυρνούσα σε εκείνο. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι είχα να το πιάσω στα χέρια μου τρία ολόκληρα χρόνια. Από εκείνο το ταξίδι στην Αμοργό. Το άνοιξα και ξεκίνησα να διαβάζω. Σαν να μπήκα σε έναν γνώριμο κόσμο. Σε ένα οικείο περιβάλλον. Αισθάνθηκα όπως φαντάζομαι ότι αισθάνεται ένα μωρό στη κοιλιά της μάνας του. Ο άντρας μού έκανε χώρο δίπλα του. Σαν να ήξερε ότι θέλω να συνεχίσω να διαβάζω. Δεν μίλησε. Δεν με κοίταξε. Και εγώ ακούμπησα στο μαξιλάρι και βυθίστηκα στο γνώριμο κόσμο του γέρου ψαρά. Και τότε ξαφνικά ήταν σαν αναλαμπή. Σαν να βγήκα στο φως μετά από χρόνια εγκλεισμού. Ήμουν ο γέρος ψαράς. Και ήμουν εγκλωβισμένη. Πολεμούσα με κάποιον πιο ισχυρό από μένα. Ήταν μια άνιση μάχη και εγώ η χαζή αντί να το βάλω στα πόδια είχα εγκλωβιστεί και ζούσα για δύο ώρες κάθε εβδομάδα. Φυτοζωούσα για τρία χρόνια περιμένοντας την Τετάρτη. Είχα σταματήσει να ονειρεύομαι. Να σχεδιάζω το μέλλον. Παράτησα τα όνειρα μου και ζούσα μόνο για Εκείνον. Έπρεπε να τελειώνει. Ήταν σαν να ξύπνησα από όνειρο. Σαν να κοιμόμουν τρία χρόνια και να ξύπνησα ξαφνικά. Είχε νυχτώσει. Ο άντρας δίπλα μου είχε ανάψει το μικρό φως πάνω από το κρεβάτι και συνέχιζε να γράφει στον υπολογιστή του. Είχε γίνει συνένοχος μου. Σαν να διάβαζε το μυαλό μου.
Ξύπνησα ιδρωμένη από τον ήλιο που χτυπούσε κατευθείαν πάνω στο κρεβάτι. Το σώμα μου βαρύ. Τα ρούχα μου ήταν πεταμένα στο πάτωμα. Είχα κοιμηθεί όλη τη νύχτα; Το κεφάλι μου γυρνούσε και δεν μπορούσα να σηκωθώ. Κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια. Σκέφτηκα ότι ο άντρας με τα βιβλία ήταν δημιούργημα της φαντασίας μου. Απλά αποκοιμήθηκα αφού έφυγε Εκείνος. Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα με δυσκολία προς το μπάνιο. Άφησα το νερό να τρέξει πάνω στο σώμα μου. Βγήκα από το μπάνιο και τότε το είδα. Το βιβλίο του Χέμινγουεϊ. Το άνοιξα. Στην πρώτη σελίδα έγραφε με ωραία στρογγυλά γράμματα
“Καιρός να ξεκινήσεις από την αρχή.”
Και από κάτω ένα Μ. Ένα σκέτο Μ.
«Ο χρόνος μας τελείωσε για σήμερα», της είπε η γυναίκα από την πολυθρόνα απέναντι της.
«Θα τα πούμε την επόμενη Τετάρτη. Την ίδια ώρα».


Σχόλια

  1. Γιώργος Ζερβάκης21/5/14 01:52

    Διάβασα το ωραίο διήγημα της Αγγελικής Μποζίκη που δημοσιεύσατε σήμερα και κλικάροντας στην ετικέτα "διηγήματα" απόλαυσα δυο ακόμα πολύ ωραία κείμενα με την υπογραφή Γιώργος Αγγέλης.
    Συγχαρητήρια και σε σας και στους ίδιους για την προσπάθεια.Καλή συνέχεια σε όλους σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κάλλιο αργά παρά ποτέ,έτσι δεν λένε;Ισχύει για να ισχύσει και το ευχαριστώ.Το δικό μου και των Μποζίκη και Αγγέλη,φαντάζομαι σας ευχαριστούν κι αυτοί για τα καλά σας λόγια.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου