«Ο Θρήνος των Βοδιών»,Δημοσθένη Βουτυρά



Ο γερο-Γάλιας είχε καθίσει στην άκρη του χαντακιού, που ήταν απ' έξω και κοντά κοντά στη μάντρα του Κωστούλα, κι έτρωγε το ψωμί του. Κι ερημιά παντού υπήρχε, ζωντανό πράγμα δε φαινόταν ολόγυρα. Ψηλά όμως, στο θολό ουρανό, πλήθος κοράκια γύριζαν κι ένα γεράκι μονάχο, με ανοιχτές τις φτερούγες, χωρίς να τις κτυπά, έφερνε βόλτες... Μες στο χαντάκι, λίγο πιο πέρα απ' το γερο-Γάλια, ένα σκυλί μεγάλο βρισκότανε ψόφιο, γυμνωμένο σχεδόν απ' τις σάρκες του, και κοντά του ένα καύκαλο βοδιού.
- Πάει και πάει! έκανε για το σκυλί ο γερο-Γάλιας, και τι θεριό ήτανε!...
Για λίγο έγινε μια κίνηση, ένας θόρυβος στο δρόμο. Η πόρτα η μεγάλη της μάντρας, που δεν έβγαινε στο χαντάκι, άνοιξε κι ένα κοπάδι μεγάλο βόδια βγήκανε. Αργά και με κουνητό κεφάλι πήρανε το δρόμο του ρέματος και χαθήκανε στην κατηφοριά.
Ο γερο-Γάλιας γύρισε τότε, σα να θυμήθηκε κάτι, και κοίταξε μες στη μεγάλη μάντρα απ' την πορτούλα που ήτανε πίσω του, με αραιές σανίδες φραγμένη.
Ενα βόδι μόνο βρισκότανε μέσα, δεμένο στο μεγάλο δέντρο κοντά κοντά στον κορμό του.
Καλά το 'πα, για σφάξιμο είναι! είπε με το νου του.
Το βόδι σήκωσε το κεφάλι του και μούγκρισε...
- Ποιος θα σε βοηθήσει, φουκαρένιο, έκανε ο γερο-Γάλιας, ποιος θα σε βοηθήσει, που όλοι τα κρέατά σου τα περιμένουν πώς και πώς να τα φάνε!
Ακουσε τις φωνές του ανθρώπου που συνόδευε τα βόδια να 'ρχονται απ' το ρέμα:
- Α, α!
- Παλιοδουλειά! είπε.
Και ο καιρός εβάρυνε. Τα σύννεφα, που 'χανε σκεπάσει τον Υμηττό και φαινόντανε να κοιμούνται πάνω του, είχανε σηκωθεί και ξεμαλλιάρικα πατώντας στο βουνό, αγγίζανε τ' άλλα, που ψηλά βρισκόνταν.
Τα κοράκια ξακολουθούσανε να κάνουνε βόλτες στο θολό ουρανό. Το γεράκι είχε χαθεί.
- Εχει να ρίξει βροχή και βροχή! είπε ο γερο-Γάλιας. Κάτι φωνές μες στη μάντρα τον αναγκάσανε να κοιτάξει. Είδε το βόδι χάμω να κουνά τα πόδια του και κοντά του όρθιο έναν άνθρωπο με βρωμερά ρούχα και μ' ένα μαχαίρι στο χέρι. Δυο άλλοι ήτανε παρακάτω μ' ένα παιδάκι κοιτάζοντας.
- Πάει κι αυτό! είπε. Κι έχουνε ψυχή τα βόδια, έχουνε ψυχή!
Είχε φάει το ψωμί του κι έπαψε χτυπώντας το χώμα με το μαχαιράκι του.
Κάτι θυμήθηκε:
- Μα θα τη βγάλει τη μέρα; Μπα! Πού να τη βγάλει! είπε. Χασμουρήθηκε κι έβαλε το μαχαιράκι στο θηκάρι του.
- Νύσταξα!
Καθώς κοίταξε προς την κατηφοριά, είδε τρεις γνωστούς του να 'ρχονται.
- Τι κάνεις, γερο-Γάλια, του φώναξε ο ένας απ' αυτούς, τι κάνει ο Κωστούλας; Μάθαμε πως είναι βαριά!
- Βαριά, λέει; Πάει να συχωρεθεί!
- Τι μου λες!
- Τι να σου πω, αυτό που σου 'πα!
- Βρε, βρε!
Πλησίασαν κοντά και σταθήκανε στην αντικρινή μεριά του χαντακιού.
- Μα πώς το 'παθε; Κάποιος μου 'πε πως τον βάρεσε βόδι.
- Βόδι!... Αυτός βάραγε τα βόδια.
- Πω, πω, ένας σκύλαρος! έκανε ένας άλλος απ' τους τρεις, δείχνοντας το ψόφιο σκυλί.
- Μα δε βρωμά;
- Τι να βρωμίσει τώρα, πάει η βρώμα, πέρασε!
Σταμάτησαν απ' τον κρότο της μεγάλης πόρτας που άνοιξε.
Μια σούστα βγήκε μ' ένα βόδι σφαγμένο. Τα πόδια του τα πισινά ήταν απ' έξω κρεμασμένα.
- Μα σφάζουν εδώ μέσα;
- Πώς δε σφάζουν!
- Και ποιος;
- Ο βοηθός του.
- Και τώρα που 'ναι άρρωστος!
Ο γερο-Γάλιας κούνησε το χέρι στρέφοντας το κεφάλι:
- Αυτούς λογαριάζεις...
- Για πες μας λοιπόν, πώς...
- Ναι, ναι! Εγώ, που λέτε, πολλές φορές με το θάρρος σα συγγενής του και γέρος τού έλεγα: Βρε Κωστούλα, δε μ' αρέσει διόλου η δουλειά σου, δε μ' αρέσει! Συ έχεις παραδάκια, δεν κάνεις καμιά άλλη δουλειά και να πάψεις να σφάζεις βόδια; Κι έχουνε ψυχή τα βόδια! Κι έχουνε ψυχή, μωρέ παιδιά, έχουνε ψυχή! Τι να σας πω;
Όλα τα καταλαβαίνουν, όλα! Τα βλέπεις και κλαίνε, πέφτουν κάτω και φωνάζουνε, δέρνονται! Ποιος, όμως, να τα βοηθήσει, που δεν έχουν μιλιά, ε; Ποιος; Για βάλτε με το νου σας, να ήσαστε σεις βόδια και να νιώθατε, όπως τώρα, τι θα κάνατε; Το ίδιο κι αυτά! Μη γελάτε! Τώρα θα σας πω. Αυτός πού ν' ακούσει τα λόγια μου! Απ' το ένα αυτί τού έμπαιναν κι τ' άλλο τού έβγαιναν. Μάλιστα με κορόιδευε:
Δε μ' αφήνεις ήσυχο και συ με τις ψυχές σου! Θαλασσινός ήσουνα, ή ασκητής και μου ήρθες εδώ;
Τι να του πεις. Αλλά σα να ήμουνα προφήτης! Ενα βράδυ κει που καθόμαστε και κουβεντιάζαμε, ακούμε το σκυλί να ουρλιάζει! Να, αυτό εκεί! Αυτός το σκότωσε! Τ' ακούμε που λέτε, να ουρλιάζει! ε! ε! Η τρίχα μου, να, έτσι σηκώθηκε! Αρπάζει αυτός το τουφέκι και βγαίνει έξω. Μπαμ μια, πάει το σκυλί! στον τόπο!
Περάσανε μέρες πολλές, μήνας. Ενα πρωί που πήγε να σφάξει, του φεύγει ένα μοσχάρι! Απ' εδώ το έχει, απ' εκεί, και με τη βοήθεια κάτι περαστικών το πιάνει! Ε, ρε, τι του έκανε τότε! Του κόβει τη μουτσούνα του... να τούτα τα χείλια του, τη μύτη! Του βγάζει το ένα μάτι, του κόβει τ' αυτιά! Ε, ε, και ν' ακούγατε πώς έκλαιγε το καημένο! Ράγιζε την καρδιά του ανθρώπου... Αυτουνού γιατί δε ράγιζε; Μα μη νομίζεις πως απ' τα μούτρα φαίνονται οι άνθρωποι; Είσαι γελασμένος πολύ! Αν φαίνονταν απ' τα μούτρα, ε, ε, λιγοστοί θα είχανε μούτρο ανθρώπινο! Ναι, ναι, γελάτε όσο θέλετε! Μα το ξέρω ότι λέω σωστά! Για βάλτε προσοχή! Την άλλη μέρα το πρωί έσφαξε κάτι γουρούνια. Ενα απ' αυτά τού ξεφεύγει και το βάζει στα πόδια.
Αυτός αρπάζει μια ξυλάρα γεμάτη από κάτι καρφάρες να, και το παίρνει από κοντά. Είχε πόδι πρώτης! Και σου το φτάνει και σηκώνει την ξυλάρα, παφ! απάνω του! Αλλά δω να δείτε! Σπάζει το ξύλο και πετιέται και του χύνει το ένα μάτι και του σχίζει εδώ έτσι και το φρύδι! Ακούτε;
Αυτή, που λέτε, ήταν η αφορμή! 
Αέρας φύσηξε υγρός, σα να βγήκε απ' την κοιλιά τη φουσκωμένη των μαύρων συννέφων.
- Οπου να είναι θα βρέξει!
- Α, μπα! τους είπε ο γερο-Γάλιας, κοιτάζοντας τα σύννεφα, έχει καιρό ακόμα!
- Να και τα βόδια!
Τα βόδια με το αργό τους βήμα φανήκανε να προβάλουν απ' την κατηφοριά και να έρχονται. Πέρασαν απ' το μέρος που στέκονταν οι τρεις φίλοι του γερο-Γάλια και αρχίσανε να μπαίνουνε στη μάντρα, που η πόρτα της είχε μείνει ανοικτή απ' την ώρα που βγήκε η σούστα με το βόδι.
Οι φίλοι του γερο-Γάλια σηκώθηκαν, γιατί είχαν μισοκαθίσει.
- Καιρός για φευγιό!
- Τα παράπαμε! Και να μη μας πιάσει η βροχή!
- Καθίστε λίγο, δε θα βρέξει ακόμα! Ξέρω γω! τους έκανε ο γερο-Γάλιας έχοντας όρεξη για ομιλία.
Ξαφνικά όμως, πριν ακόμα χαθούν τα βόδια μες στη μάντρα, μια φωνή, ένα ξεφωνητό γυναίκας ακούστηκε να έρχεται από μέσα και, μετά, άλλες φωνές!
- Ω, ω! είπε ο γερο-Γάλιας και πετάχτηκε ορθός, θα τελείωσε!
Και όρμησε να πάει μέσα. Δεν είχε κάνει και πολλά βήματα, κι ένας άνθρωπος βγήκε περνώντας βιαστικά απ' τα τελευταία βόδια.
- Τ' είναι; τον ρώτησε ο γερο-Γάλιας.
- Πάει, συχωρέθηκε! του απάντησε κείνος.
Οι τρεις φίλοι κινήθηκαν να φύγουν, αλλά κείνη τη στιγμή ένας θρήνος μεγάλος, ένα κλάψιμο βραχνό, όμοιο με θρήνο πολλών βραχνών αντρών, ακούστηκε. Κι όλο το μέρος σα να γέμισε απ' αυτόν τον παράξενο θρήνο, απ' αυτό το κλάμα το βαθύ και βραχνό, που έκανε τις γυναικείες φωνές να χαθούν και τους τρεις συντρόφους να σταθούν παγωμένοι.
- Μα τ' είναι! είπαν.
Ενας απ' αυτούς πήδησε στο χαντάκι, ανέβηκε έπειτα απ' την άλλη μεριά και κοίταξε μες στη μάντρα απ' την πορτούλα τη φραγμένη με τις αραιές σανίδες.
- Για ελάτε, για ελάτε! φώναξε στους συντρόφους του.
Ολα τα βόδια στεκόντανε, σχηματίζοντας έναν κύκλο, γύρω απ' το μέρος που κάτω ήτανε κόκκινο απ' το αίμα του σφαγμένου βοδιού, και θρηνούσαν βραχνά! Πάψανε για λίγο. Και τότε ακούστηκαν οι ανθρώπινες φωνές, τα ξεφωνητά των γυναικών. Αλλά πάλι, να, ο θρήνος των βοδιών για το χαμό του συντρόφου τους υψώθηκε μεγάλος, τρομερός κι έπνιξε τις ανθρώπινες φωνές, τα ξεφωνητά για το χαμό ενός ανθρώπου!...

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου