Κουβεντιάζοντας με συγγραφείς.Κατερίνα Μαλακατέ


Είναι γνωστό ότι με την ταλαντούχα Κατερίνα Μαλακατέ (του "Διαβάζοντας" και του Booktalks) έχω πολλά διαπλεκόμενα(κανένα),κάμποσα συμφέροντα ολκής(το παραμικρό) και δυο κοινές,μεγάλες εξαρτήσεις(την ανάγνωση και το μπλογκ), τι να σας λέμε αμφότερες,είμαστε συνάφι σκέτο...Είπα λοιπόν να σας δώσω μια ιδέα από αυτά που συζητάμε στις ατελείωτες ώρες της φοβερής μας διαπλοκής μια και -με πληρώνει,δεν είπαμε;-θεωρώ την Κατερίνα, εκτός των άλλων, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πένες- ανάμεσα στις αρκετές ευτυχώς-μιας νεότατης ,σεμνής στις περισσότερες περιπτώσεις και τολμηρής, από άποψη επιλογής θεμάτων, χαρισματικής συγγραφικής φουρνιάς που έχει φανεί τελευταίως στον ορίζοντα και η οποία πιστεύω πως θα έχει καλή συνέχεια και ποιοτικό λογοτεχνικό μέλλον.

Κουβεντιάζοντας με την Κατερίνα Μαλακατέ

Κατερίνα, μπορώ να σε λέω Πολυκατερίνα και να σου κάνω μια πολυερώτηση αντί να κάθομαι να γράφω εισαγωγικό σημείωμα με ολίγην από βιογραφικό;

     Ναι, βεβαίως, τι το συζητάμε τώρα, μεταξύ μας; Ρώτα! (Το Πολυκατερίνα μου θυμίζει πολυμηχάνημα, ίσως και την Πολυάννα. Δεν είν’ κακό)

Λοιπόν έχουμε και πολυρωτάμε: είχες ήδη στο ενεργητικό σου μια απαιτητική επαγγελματική απασχόληση, ένα δημοφιλέστατο βιβλιοφιλικό μπλογκ με σχεδόν καθημερινή παρουσία, ένα σύζυγο, δυο παιδάκια κι ένα μυθιστόρημα που μόλις ξεκινούσε την πορεία του, όμως δημιούργησες επιπλέον και ένα βιβλιοπωλείο-καφέ  που εξελίσσεται σε λογοτεχνικό στέκι, εκεί κάνεις πάρα πολλές παρουσιάσεις και εκδηλώσεις, επίσης γράφεις συνεχώς και στο μπλογκ σου και αλλού –πες μας πού και τι και τα σχετικά - παράλληλα διακρίνεσαι ξανά και σαν διηγηματογράφος και τέλος πάντων είσαι σε μια πολύ παραγωγική φάση, πώς σου προέκυψαν αυτά όλα και πώς καταφέρνεις να τα συνδυάζεις;

     Δεν καταφέρνω να τα συνδυάζω, κάνω πότε τούτο και πότε κείνο, και πότε όλα μαζί. Μου προέκυψαν όπως γίνεται συνήθως, ή όλα, ή τίποτα και δεν κρύβω πως τα απολαμβάνω. Η ιδέα του βιβλιοπωλείου, του Booktalks, ήταν ξαφνική, μια απόφαση που δεν μετανιώνω κι ας ήταν τόσα άλλα δρομολογημένα- ήμουν έγκυος, έβγαινε το βιβλίο, είχα ήδη οικογένεια και παιδί. 

Τα βιβλία όσο κλισέ κι αν ακούγεται είναι από τις βασικές προτεραιότητές μου, τα αγαπώ, ζω και ανασαίνω μέσα από αυτά. Αυτό δεν το λες απολύτως φυσιολογικό, το καταλαβαίνω, καταντά κάποιες στιγμές εμμονή και πάθος και οδηγεί σε υπερκόπωση. Αλλά από την άλλη είναι και τύχη να έχεις κάτι στη ζωή σου που να σε παθιάζει τόσο.  
    Όλα τα χρωστώ στο blog. Και το «Διαβάζοντας» σε μια παρόρμηση το άνοιξα, κι αυτό με έβαλε σε ακόμα μεγαλύτερο αναγνωστικό ρυθμό κι έδωσε και στο γράψιμό μου την χαρά της καθημερινότητας. 

     Γράφω κατά καιρούς και σε άλλα μέσα, παλαιότερα στο Bookmarks και το Bookstand, τώρα στο Fractal. Όμως το blog παραμένει η βασική μου αγάπη και λατρεία. Όσο για το μυθιστόρημα έπρεπε κάποια στιγμή να το πάρω απόφαση να εκτεθώ. Γράφω, θα συνεχίσω να γράφω, αυτό δεν κόβεται και τώρα πια ούτε και κρύβεται. Δεν μου προέκυψε εσχάτως η γραφή, ήταν παιδική και εφηβική συνήθεια, δεν κόπηκε αργότερα και τώρα υποψιάζομαι πως είναι πια πολύ αργά. Το κακό πρέπει να το κόβεις από την ρίζα. 


Σου ταιριάζει περισσότερο η μικρή φόρμα ή το μυθιστόρημα; 

     Κατά κοινή ομολογία η μικρή φόρμα μου ταιριάζει περισσότερο. Εγώ νιώθω άνεση ως διηγηματογράφος, διηγήματα μου κερδίζουν από δω κι από κει θέσεις στα βραβεία διαγωνισμών, όμως αυτό που με κεντρίζει είναι η μεγάλη φόρμα. Ο πατέρας μου, που δεν πρόλαβε βεβαίως να δει τίποτα δικό μου να εκδίδεται, έλεγε «τις ευκολίες σου με την ποίηση και τα διηγήματα τις καταλαβαίνω, αλλά αν δεν στρώσεις τον κώλο σου κάτω να ψηθείς στο μυθιστόρημα γραφιάς δεν γίνεσαι ποτέ». Μου εντυπώθηκε αυτό φαίνεται. 
        Πάντως και στην «μεγάλη» φόρμα είμαι φειδωλή. Μου αρέσει περισσότερο να σβήνω παρά να γράφω, έχω ευκολία στο να πετσοκόψω χίλιες λέξεις και στην θέση τους να γράψω εκατό ή και καμία.

Το μυθιστόρημά σου «Κανείς δεν Θέλει να Πεθάνει» είναι  μια τολμηρή, ρεαλιστική, ελληνική εκδοχή  της γνωστής φαουστικής αγωνίας να ξαναποκτηθεί η νιότη με κάθε τίμημα, κάτω από οποιεσδήποτε ατομικές αλλά και γενικότερες κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες. Μια  ακούραστη γυναίκα, στα 30+ της ,τόσο δημιουργική όπως εσύ, μέσα στις χαρές και τα γεννοβολήματα ωραίων πραγμάτων, γιατί και από τι εμπνεύστηκε να γράψει για τον θάνατο και τα γηρατειά , ζητήματα βαθιά ανθρώπινα αλλά που λογικά μοιάζουν ακόμα τόσο μακρινά από την ίδια;

      Δεν είναι μακρινά, ο θάνατος δεν είναι μακρινός για κανέναν. Ομολογώ πως αυτό που μου κέντρισε αρχικά το ενδιαφέρον ήταν κάτι ακόμα πιο ζοφερό, το αίσθημα που έχει ο άτυχος που από κάποια συγκυρία –εγκεφαλικό, ατύχημα, εκφυλιστική ασθένεια- μένει σε ένα σώμα που δεν μπορεί να τον υπακούσει. Ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται τα πάντα αλλά δεν μπορεί να διατάξει το σώμα να κινήσει ούτε τα βλέφαρα. Αυτό το κορμί-φυλακή είναι ο εφιάλτης μου, για μένα λιγότερο διαχειρίσιμος κι από τον ίδιο τον θάνατο. Γι’ αυτό το να βάζω κάποιον να σπάει τα δεσμά μιας τέτοιας υποτέλειας και να μπαίνει σε ένα νέο, λειτουργικό, ακμαίο κορμί με ιντριγκάρισε ως ιδέα και οδήγησε στο «Κανείς δεν θέλει να πεθάνει».

Νιώθεις καμιά φορά ότι κοντράρεσαι -λόγω της καθαρά γυναικείας σου πλευράς που κάνει όλα τα παραπάνω -με έναν ενδεχομένως καλά συγκαλυμμένο ανδροκρατούμενο κύκλο στο χώρο του βιβλίου γενικότερα ,που κρυφά και φανερά τον ενοχλούν οι Πολυκατερίνες;

     Δεν ξέρω αν φταίει πως είμαι γυναίκα, αυτό είναι συζητήσιμο. Ξέρω πως είμαι στόχος, κάνω πολλά, κάποια καλά, κάποια λιγότερο, δεν προτιμώ τα βαρύγδουπα κείμενα του παρελθόντος όταν παρουσιάζω ένα βιβλίο κι αυτό ξενίζει εκείνους που μάθαν να αγαπάνε περισσότερο τις κριτικές τους από το βιβλίο που διάβασαν. Έχω ένα καλό, είμαι σκληρό καρύδι, κρυμμένο πίσω από χαμόγελα και νάζια. Με μπερδεύουν, μπερδεύονται, νομίζουν πως είναι εύκολο, επιτίθενται, και σπάνε τα μούτρα τους.


Η ελληνική λογοτεχνία στην κρίση ή αν προτιμάς η λογοτεχνία της κρίσης. Πες μου γι αυτό και αν εκτιμάς ότι κυοφορείται κάτι καλό και από ποιούς, από μια μάλλον νεότερη συγγραφική γενιά που όντως υπάρχει ή μήπως έχουν όλα ειπωθεί και γραφτεί ήδη δυο και τρεις και χίλιες πια φορές;

       Όλα έχουν ειπωθεί αλλά και τίποτα. Το θέμα είναι ο καινούργιος τρόπος; Όχι, είναι η γνώση και το ταλέντο μαζί. Τα προηγούμενα χρόνια οι συγγραφείς στην Ελλάδα αφέθηκαν στις ευκολίες τους- τα πηγαία ταλέντα στην αφήγηση, τα τσιράκια του συστήματος στην δυνατότητα να εκδοθούν- και η ελληνική λογοτεχνία λίμνασε. 
       Διακρίνω στην νέα γενιά, δηλαδή όχι τόσο νέα πια, στην γενιά την δικιά μου, των τριαντάρηδων και, χαρακτηριστικά που με ενθουσιάζουν. Οι νέοι πεζογράφοι διαβάζουν, παρακολουθούν την ξένη παραγωγή και την δική μας, συνδιαλέγονται, όμως κυρίως γράφουν. Καλά. Με έναν νέο τρόπο. Ναι, ακόμα κάποιοι γράφουν για τον Εμφύλιο και την Μικρασία. 
        Αν θες την γνώμη μου, αυτοί είναι τα απομεινάρια. Αυτή η παλλόμενη νέα φουρνιά, που γράφει για την ζωή εδώ και τώρα, ή για την ζωή πέρα και μακριά, που δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα για «ειδικά θέματα» γιατί αυτά πουλάνε, με γεμίζει αισιοδοξία. Η κρίση κάνει καλό στην λογοτεχνία. Τελικά.

Τι τρέχει με τον Όστερ;

      Έρωτας, απολύτως καρμικός, χωρίς τσιριμόνιες. Ο Όστερ μου ταιριάζει, η απλότητα της γραφής του, η εμμονή του με την αναζήτηση της ταυτότητας, τις συμπτώσεις, τους κατεστραμμένους. Τον αγαπώ. (Ελπίζω να μην μας ακούει η Σίρι)

Ποιες είναι οι μικρές και μεγάλες σου λογοτεχνικές εμμονές σαν συγγραφέας αλλά και οι τάσεις σου σαν αναγνώστρια, πόσο συγκρούονται και πόσο συγκλίνουν;

      Η μεγάλη μου εμμονή νομίζω πως είναι ο θάνατος. Αυτό δεν ξεπερνιέται, δεν ανταλλάσσεται. Επίσης σπανίως γράφω εντελώς ρεαλιστικά, πάντα θα βρεθεί ένα «μαγικό», υπερβατικό στοιχείο στα γραπτά μου, κάτι αναπάντεχο- ή ίσως όχι και τόσο- που τα κάνει εκτός του κόσμου τούτου. Αναγνωστικά οι εμμονές μου είναι πολλές και διαφορετικές, αγαπώ τους Λατινοαμερικάνους- Μπόρχες, Λιόσα, Κορτάσαρ, Μπολάνιο, Φουέντες (έτσι ανάκατα)- μου αρέσουν οι Αμερικάνοι –Όστερ, Ντελίλο, Γουάλας, Φόερ-, έχω εμμονή με κάποιους κεντροευρωπαίους – Κάφκα, Μαν, Μπερνχαρντ- διαβάζω πολύ, με ένταση, πάθος, συγκρούσεις, βιβλία για όλη την οικογένεια ή για κανέναν.
       Τα διαβάσματά μου φυσικά περνάνε στα γραπτά μου∙ ίσως όχι όσο θα ήθελα, αλλά τι να κάνουμε τώρα δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα σε αυτή την ζωή.

Και να κλείσουμε, παρακαλώ, με αποκαλύψεις, τι γράφεις και τι διαβάζεις τώρα ;

       Γράφω μια δυστοπία για την κρίση. Έτσι, απλά, λιτά κι απέριττα. Έχει και συγγραφείς η πλοκή. Και πείνα.
        Διαβάζω την "Ιδιοπάθεια" του Sam Byers. 

Σχόλια

  1. Mε όλο το σεβασμό σε "πατρικές συμβουλές" θα πω στη Κατερίνα:
    ΜΗΝ ΠΡΟΣΧΩΡΕΙΣ ΣΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ.
    Eίναι φόρμα του 19ου αιώνα,ξεπερασμένη.
    Θυμίζω τρεις ΚΟΡΥΦΑΙΟΥΣ που την απέφυγαν/αποκήρυξαν

    ΤΣΕΧΩΦ-ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ-ΜΠΟΡΧΕΣ

    Ο δεύτερος ειδικά είναι αυτό που είναι για το έργο του ΜΕΤΑ τον Χρήστο Μηλιώνη και όχι για τα πρίν 3 μυθ/τα.

    Ναι στη ΝΟΥΒΕΛΑ που είναι ένα ΕΚΤΕΝΕΣ ΔΙΗΓΗΜΑ

    Ακούγεται απόλυτο και αφοριστικό.Πιστεύω ότι δεν είναι.Ούτε σημαίνει απόρριψη των κλασσικών.Όμως ο χρόνος παίζει ρόλο στην επιλογή μορφής στη τέχνη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η δική μου γραφή με οδηγεί σε "λίγες" λέξεις. Όμως βρε Λύσιππε, θα διαφωνήσω. Για τους 3 διηγηματογράφους θα είχα να σου αντιτάξω 103 μυθιστοριογράφους. Η πολυπλοκότητα του μυθιστορήματος είναι μαθητεία για τον συγγραφέα. Και φυσικά δεν μιλάω για πίεση, "γράψε 800 σελίδες αλλιώς δεν φτουράει". Μην βιαζόμαστε πάντως να μιλήσουμε για τον θάνατο της μεγάλης φόρμας.

      Διαγραφή
  2. Ανώνυμος6/7/14 16:48

    Ναι στη ΝΟΥΒΕΛΑ γενικά σαν είδος για όσους ασχολούνται με τη συγγραφή.Το μυθιστόρημα σήμερα έχει εξοντωτικές απαιτήσεις και κατέληξε να αφορά πολύ λίγους,συγγραφείς και αναγνώστες.

    Εύα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εύα, εγώ την αγαπώ την νουβέλα γιατί είναι υβρίδιο, μπάσταρδη όπως η εποχή μας. Αλλά και το μυθιστόρημα...

      Διαγραφή
  3. γιατί πρέπει να διαλέξει κάποιος ένα από τα δύο? και τα δύο! και χαϊκού μη σου πω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαικού δεν γράφω. Για τα υπόλοιπα, κάτι γίνεται...

      Διαγραφή
  4. Ανώνυμος8/7/14 02:16

    Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης
    11 ώρες πριν · Τροποποιήθηκε
    "Κατά κοινή ομολογία η μικρή φόρμα μου ταιριάζει περισσότερο. Εγώ νιώθω άνεση ως διηγηματογράφος, διηγήματα μου κερδίζουν από δω κι από κει θέσεις στα βραβεία διαγωνισμών, όμως αυτό που με κεντρίζει είναι η μεγάλη φόρμα".

    Διαβάζω σε συνέντευξη μπλόγκερ σε μπλόγκερ. Και αναρωτιέμαι: ποια είναι αυτή η "κοινή ομολογία"; Τι θα πει "θέσεις στα βραβεία διαγωνισμών"; Το "από δω κι από κει", στο οποίο τα διηγήματα "κερδίζουν θέσεις στα βραβεία", πώς να το εκλάβουμε;

    Αυτά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. αυτός ο μπαμπασάκης εξελίσσεται σε μεγάλη κουτσομπόλα. και μάλιστα από αυτές που λένε ''ονόματα δεν λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε'' και κουνάνε το κεφάλι με νόημα. μα να μην βάζει ποτέ ένα λινκ, μια πηγή, κάτι τέλος πάντων. έτσι για να μπορεί ο άλλος που θα δει το σχόλιο να βρει το αρχικό κείμενο, να το διαβάσει μονάχος του και να μην έχει τις ίδιες απορίες.

      Διαγραφή
    2. Οταν σε χτυπάνε, σημαίνει ότι κάτι κάνεις καλά και αισθάνονται απειλητική την παρουσία σου...

      Διαγραφή
    3. να το εκλάβΟΥΤΕ όπως το Εκλάβηκε η Τατιάνω κύριε ΜπαμπΕσάκη

      Διαγραφή
    4. Νικολέτα9/7/14 00:43

      Κατερίνα και Βιβή μην ασχοληθείτε,δεν αξίζει το κόπο.

      Διαγραφή
    5. Σας ευχαριστώ που μπαίνετε στον κόπο να σχολιάσετε αυτή την μιζέρια και να πείτε δυο καλά λόγια για μένα και την Κατερίνα,να είστε καλά. Δεν περίμενα τέτοιες αναίτιες επιθέσεις κάθε τρεις και λίγο και δεν θέλω,προς το παρόν ,να πω τίποτα .

      Διαγραφή
    6. Η απορία του Μπαμπασάκη είναι εύλογη, άλλο αν θέλετε να μην το βλέπετε. Θέλει να τονίσει, προφανώς, την κενότητα των όσων αναφέρει η συμπαθέστατη Μαλακατέ (της οποίας έχω διαβάσει αρκετά διηγήματα και την εκτιμώ). Δεν στέκει έτσι όπως το λέει. Δεν υφίσταται "κοινή ομολογία", διότι δεν μπορεί να ληφθεί ως τέτοια ένα βραβείο λογοτεχνικού διαγωνισμού - που, βέβαια, έχει κι αυτό την αξία του, χωρίς να το αμφισβητώ. Θα πρέπει να είμαστε λιγότερο κυνικοί με τη λογοτεχνία, να την αντιμετωπίζουμε ως κάτι αυτόφωτο, κι όχι με την απλότητα του "αποδω κι αποκεί" και τις "κοινές ομολογίες". Γνώμη μου. Αχιλλέας.

      Διαγραφή
    7. Εκείνο που βλέπω εγώ φίλτατε είναι ο τρόπος του (και τρόπος πολλών)να την θέσει και τον βρίσκω κακό και τον απορρίπτω αυτόν τον τρόπο.Δεν μου κάνει,δεν τον θέλω, πως το λένε.Ξεκατίνιασμα στα μκδ,σιγά τον τρόπο.

      Όποιος θεωρεί εαυτόν εις θέσιν να κάνει κριτική και κατήχηση στους υπόλοιπους ας κοιταχτεί πρώτα στον καθρέφτη του και το ξανασυζητάμε.Θα περίμενα οι θεωρούμενοι έμπειροι,παλιοί,οι της πιάτσας τέλος πάντων να μην έχουν ξεχάσει τα δικά τους και να΄ναι περισσότερο σεμνοί οι ίδιοι. Να κάνουν παρατηρήσεις στους νέους αλλά επί της ουσίας,όχι για να βγάλουν το κατιτίς τους από τον ψωραλέο σαματά που κάθε φορά θα γίνει για λίγο ανάμεσα στους τρεις και πολλούς λέω και τον κούκο που αποτελούν τον εγχώριο βιβλιομικρόκοσμο,έλεος...

      Ειλικρινά όλα αυτά,δεν με αφορούν.Τι γυρεύουμε εμείς μέσα στην νύχτα των άλλων που λέει και το τραγουδάκι,ε,λοιπόν εγώ δεν γυρεύω.Δεν πουλάω άρθρα,γράφω πέντε αράδες από την τρελάρα μου και μόνον,ούτε αμείβομαι ούτε παριστάνω το καραταλέντο σε τίποτα,αναγνώστρια είμαι,διαβάζω,γουστάρω να πω την γνώμη που δικαιούμαι και για την διατύπωση της οποίας ρίχνω δουλειά μυρμηγκιού πριν ξεστομίσω το παραμικρό και την κακία γενικώς ως στυλάκι δεν την καταλαβαίνω.Κι αυτό ήταν κακία κυρίως και μικρότητα.

      Διαγραφή
  5. Μαίρη Ράπτη9/7/14 01:04

    Σας ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά και τις δύο για όλα αυτά τα βιβλία που με παροτρύνατε να διαβάσω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βαλσαμάκι το σχόλιό σου Μαίρη,να΄σαι καλά.

      Διαγραφή
    2. Το καλύτερο από όλα είναι αυτό :)

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου