"Η Λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και Άλλες Αφηγήσεις",Κάρολος Τσίζεκ





Α.Το βιβλίο


   Οι εκδόσεις Κίχλη, που μας έχουν καλομάθει με τα τόσο φροντισμένα τους βιβλία,τον Απρίλιο του 2013 κυκλοφόρησαν έξι αφηγήματα του Κάρολου Τσίζεκ και η συλλογή αυτή, με το έξοχο επίμετρο του Αλέξη Ζήρα εντός της, τιτλοφορήθηκε "Η Λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και Άλλες Αφηγήσεις".
   Ο Τσίζεκ,καταλαγιασμένος, ώριμος μάρτυρας και νηφάλιος μα όχι αποστασιοποιημένος εξιστορητής της δικής του κυρίως ζωής σε μια πόλη ομολογουμένως ξεχωριστή,(κατα)γράφει με πολύ προσωπικό τρόπο για καταστάσεις,πράγματα,πρόσωπα,τόπους,ιστορίες και λοιπά που θυμάται, έμαθε,κατάλαβε και πάνω απ΄όλα βίωσε και επεξεργάστηκε σαν Τσεχοϊταλοέλληνας που ήταν,ξένος και ταυτοχρόνως δικός και κουβαλώντας έτσι ένα τρομερά ενδιαφέρον κράμα πολιτισμών,στην διάρκεια εκτεταμένης χρονικής περιόδου ανάμεσα σε δυο παγκόσμιους πολέμους και μετά, εστιάζοντας στην Κατοχή,στον εμφύλιο, στην χούντα και φτάνοντας ως την μεταπολίτευση. 
   Στο κείμενό του ο Τσίζεκ χωρίς έπαρση και διάθεση επίδειξης του επιπέδου της συνολικής του παιδείας και της γνώσης των (άριστων) ελληνικών του καταθέτει μεγάλης ιστορικής αξίας μνήμες, κατ΄ουσίαν συλλογικές, εκείνος όμως ανακατεύοντας με γλυκύτητα, που ωστόσο δεν ξεφεύγει από το γενικότερο μινιμαλιστικό του ύφος, τα παιδικά με τα νεανικά και τα πιο ώριμα χρόνια,μιας ζωής άρρηκτα συνδεδεμένης με μια πόλη με ιδιαίτερη,όπως είπα,ατμόσφαιρα,σαφώς πολυπολιτισμική και πολυεθνοτική,την Θεσσαλονίκη,στην οποία δεν γεννήθηκε μεν (γεννήθηκε το 1922 στην Μπρέσια της Ιταλίας από Τσέχους γονείς) αλλά στην οποία διάλεξε συνειδητά(την έχω αυτήν την εντύπωση από τα γραφόμενά του) να παραμείνει αγαπώντας την και την οποία με τα χρόνια γνώρισε πολύ καλά, αποκωδικοποιώντας κατά κάποιο τρόπο τα όμορφα μα και τα άσχημά της.
   Στα πρώτα συνεισφέροντας θετικά με τον ευρύτατο πνευματικό του πλούτο (σαν γραφίστας, ζωγράφος, ποιητής, μεταφραστής και επίσης καθηγητής της ιταλικής γλώσσας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο ) και στα δεύτερα παρεμβαίνοντας πάλι θετικά με την έξοχη κριτική σκέψη για την πόλη και τον κόσμο γύρω του,που ανέπτυξε σύγχρονος όντας σε μια σπουδαία εποχή με λαμπρούς ανθρώπους, όπως ο ο Γιώργος Ιωάννου ,ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος με τον οποίο συνεργάστηκε πάρα πολλά χρόνια στην Διαγώνιο,τις εκδόσεις και το ομώνυμο λογοτεχνικό περιοδικό.



Τα όμορφα και τα άσχημα της Θεσσαλονίκης λοιπόν μέσα από και στις αφηγήσεις του Κάρολου Τσίζεκ....Μεγάλο το θέμα.Η αλλαγή ή μάλλον η εξαφάνιση τόπων και χώρων της πόλης της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης περιοχής που άλλαξε εντελώς και όχι απαραίτητα με λειτουργικά και φυσιολατρικά κριτήρια, μα για την άχαρη... χάρη μιας ανοικοδόμησης, που αν την αποκαλέσει κάποιος και άκριτη και άναρχη και απαράδεκτη και παλαβή τσιμεντοποίηση δεν θα πέσει διόλου έξω.
   Ο Τσίζεκ θυμάται με συγκρατημένη,χωρίς υπερβολές,γλυκόπικρη,θεμιτή νοσταλγία και περίσκεψη την παλιά Θεσσαλονίκη *με όλα της τα σημεία-κλειδιά,τα μαγικά και μυθικά για όσους αρέσκονται να ανατρέχουν στα παλιά. Θυμάται κυρίως και θυμίζει και στους άλλους,Θεσσαλονικείς και όχι μόνο, τον βάλτο και την λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής στην οποία ως παιδί δροσιζόταν στα νερά της και κυνηγούσε πουλιά μαζί με τον πατέρα του και που όταν ξαναπήγε μετακατοχικά, αυτή είχε αποξηρανθεί στο μεγαλύτερο μέρος της και όμως ακόμα μπορούσε να στήσει κανείς , έστω και στα απομεινάρια της ,μια πρόχειρη κατασκευή, τύπου σκηνή ή τέντα,όπως μας περιγράφει ότι έκανε ο ίδιος ο νεαρός τότε Κάρολος και να απολαύσει με ήσυχο και μοναχικό τρόπο την φύση εμφανώς στα τελευταία της.

ο Κάρολος Τσίζεκ
και ένα ζεστό άρθρο για εκείνον, εδώ 

   Εκτός από την μεταλλασσόμενη Θεσσαλονίκη του όμως ο Τσίζεκ δεν ξεχνά, σε όλη σχεδόν την αφήγηση,ούτε λεπτό και την Τσεχία,την χώρα της καταγωγής του,χαλαρά και μαζί επίμονα και με την ίδια λεπτότητα σμιλεύοντας με λέξεις την λαχτάρα της επιστροφής εκεί,επιθυμία που επί χρόνια την πυροδοτούσε με τις επισκέψεις του στη Θεσσαλονίκη ο «θείος» Τσάις ο πληθωρικός, βροντώδης ζυθοποιός,ο πολύ αγαπημένος οικογενειακός φίλος των Τσίζεκ, και την οποία αναθέρμαινε αργότερα η απασχόληση του ίδιου του Κάρολου στο τσεχοσλοβακικό περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση,άλλη δύσκολη εποχή ,η λεγόμενη ψυχροπολεμική, ιστορικώς πυκνότατη και αυτή, γεμάτη δυσκολίες και πολιτικά αγκάθια και κατά την οποία η επαφή με τους φοβισμένους συμπατριώτες του του άφησε κάποια πικρία και πάντως κατέληξε στην άρνηση από μέρους του της αρχικής ζέσης για επιστροφή, ύστερα από ανεπιτυχείς προσπάθειες για φιλικές διασυνδέσεις, αν και ευτυχώς,έστω χρόνια μετά, ήρθε η επίσημη τσέχικη αναγνώριση για τις μεταφράσεις του πολλών Τσέχων λογοτεχνών στα ελληνικά.

Β.Σκέψεις για το κοντινό μου περιβάλλον,που τις αναζωπύρωσε το βιβλίο. (Ακατέργαστες.Λαϊκές.Συναισθηματικές.Όπως ήρθαν στο μυαλό.)

Παραλία Μοσχάτου

    Σαν -κατά το ήμισυ τουλάχιστον- Νεοφαληριώτισα **που είμαι, θυμάμαι πολύ καλά πολλά από τα υπέροχα νεοκλασικά της γειτονιάς αυτής.Αχνοθυμάμαι κάτι ύστατα ερείπια της περίφημης Ταραντέλας-ένα περιπτεράκι ξύλινο,ένα θεατράκι ή κάτι τέτοιο- αλλά και κείνα του ξενοδοχείου Ακταίον, που το ΄70+ τα΄χαν κάνει κιτσάτη ντισκοτέκ.Οπωσδήποτε όμως θυμάμαι την ξέβαθη θάλασσα με την άμμο και πλείστες όσες ομορφιές γύρω-λιμανάκια με ψαροκάικα,παραλίες με τράτες,απλά καλοκαιρινά ταβερνάκια που πηγαίναμε με τους γονείς μας και τους φίλους τους κι ήταν κυριολεκτικά πάνω στην αμμουδιά μα τόσο ταιριαστά μ΄αυτήν , πανέμορφες δεντροφυτεμένες αυλές και κήπους, ωραιότατα λαϊκά και αρχοντικά σπίτια σε αρμονική συνύπαρξη,το θερινό σινεμά Γκρέκα,τις γεμάτες ευκαλύπτους και κατά πολύ καλύτερες και ανθρωπινότερες απ΄ ό,τι τώρα όχθες του Κηφισού μα και το μικρό Δέλτα πουλιών του Ιλισού στην άλλη πλευρά, τα πολύπαθα δηλαδή ποτάμια της Αττικής.

   Πολλά απ΄αυτά που αποτελούν την σημερινή αθλιότητα παρακολούθησα η ίδια,όταν ήμουν παιδί, πως μετατράπηκαν- πάντα με απερίγραπτες πολιτικές αρπαχτές-σε γιγαντιαίους λαβυρινθώδεις δρόμους καρμανιόλες πάνω από τα σπίτια ,σε κόμβους, γέφυρες και συναφείς τερατοσύνες, που ποτέ δεν κρίνονταν επαρκείς και οι τσιμεντοκράτορες έφτιαχναν κι άλλες κι άλλες κι άλλες,πως ανελέητα μπαζώθηκε και έγινε οικόπεδο 240 στρεμμάτων η... θάλασσα το οποίο παράτησαν μετά στο έλεος της εναλλασσόμενης πρασινομπλε εγκατάλειψης επίτηδες και τώρα χρησιμοποιούν σαν δικαιολογία την δική τους εκείνη σειρά παραλείψεων για να το ξεπαστρέψουν τελείως (και να πως φύτρωσε και το ασυντήρητο και πάνβρωμο από δεκαετίες ΣΕΦ και όλες οι νέες ολυμπιακές, γηπεδικές όπως αποδείχτηκαν αηδίες από το Νέο ως το Παλαιό Φάληρο που ευτυχώς αλλά όχι περιέργως σ΄αυτό καθαυτό δεν βάλανε χοντρό χέρι) κι όλα τα φαραωνικά έργα απ΄άκρη σ΄άκρη σε Νέο Φάληρο, Μοσχάτο και Καλλιθέα που αποτελούν ειδικά για τον πεζό έναν απροσπέλαστο αχταρμά που βαφτίστηκε πολύ υποκριτικά οικιστική ανάπτυξη και λοιπή πρόοδος στα νότια προάστια,οπότε καταλαβαίνω πως,γιατί και με τι σκεπτικό αλλά και πόση αγάπη αφηγείται τα της Θεσσαλονίκης του,ο στοχαστικός και χαμηλών τόνων Κάρολος Τσίζεκ.
    
   Εμένα πολλοί θα με θεωρήσουν "λαϊκίστρια" επειδή δεν θέλω άλλο τσιμέντο, άλλη... ψευτοανάπτυξη, δεν θέλω άλλα γήπεδα-φαντάσματα για το καλό μου και αραχνιασμένα συνεδριακά κέντρα κι αυτά για το καλό μου,ούτε νέους ναούς πολιτισμού με εισιτήριο και πάρκινγκ,ούτε όλα αυτά που τελικά καταλήγουν σκιάχτρα τίγκα στα σκουπίδια.Θα με "μαλώσουν" γιατί δεν συνάδει της ήπιας προσωπικότητάς μου,έτσι θα μου πουν, το ότι μου είναι πλέον ταξικά αντιπαθείς αυτοί που τα κάνουν τα σημεία και τα τέρατα και τα παρατάνε έτσι, που ζητάνε μετά και τα ρέστα και προχωρούν ακάθεκτοι σε νέες,διορθωτικές υποτίθεται, "αναπτυξιακές" μπίζνες κόντρα σε οποιαδήποτε, στοιχειώδη οικολογική συνείδηση μπορεί να υπάρξει.
    Τι να κάνουμε,ταξικά ξεταξικά σκεπτόμενη-σαν απλός άνθρωπος λέω εγώ και τίποτα παραπάνω- δεν θέλω η μπαζωμένη παραλία του Μοσχάτου να "αξιοποιηθεί" ,καλύτερα τώρα υποτίθεται, κι από κανέναν ευεργέτη που κόπτεται για τον πολιτισμό ,δεν εμπιστεύομαι κανέναν,μας τέλειωσαν οι ευεργέτες,ας κάνουν τους ναούς πολιτισμού που θα φέρουν τις πολυδιαφημισμένες χιλιάδες θέσεις εργασίας εκεί που κατοικούν εκείνοι και δεν πειράζει,θα πηγαίνω εγώ μέχρις εκεί να παρκάρω την σαρακάκα μου δίπλα στα σπίτια τους,ας φτιάξουν και μετρό και τραμ και καμιά εκατοστή λεωφορειόδρομους και εναέριες οδικές τσιμεντογέφυρες όσες τραβά η όρεξή τους,να μη σταματά ποτέ η φασαρία και η ρύπανση κοντά στα σχολεία πχ της δικής τους περιοχής την οποία δεν βλέπω γιατί να μην την αναπτύξουν παρομοίως και χωρίς να παραλείψουν και τα πέντε έξι τεράστια νοσοκομεία που θα πετάνε εκεί γύρω τα απορρίματά τους ...
     Σε τελική μπούχτισα με τα καθρεφτάκια του ιθαγενή, που μ΄αυτά με κοροϊδεύουν τόσα χρόνια τάζοντάς μου δουλειά (και δουλειά ,εννοείται,πουθενά).Θέλω να εξαφανιστεί το τείχος της χούντας, να καταβυθιστεί το τερατώδες,ελαττωματικό και κάκιστο οδικό σύμπλεγμα, να ολοκληρωθούν τα αντιπλημμυρικά έργα,να μείνουν λίγοι και καλοί,ωραίοι δρόμοι με λογική κυκλοφορία και πολύ πράσινο και τα 240 στρέμματα της δύσμοιρης μπαζωμένης θάλασσάς μας να γίνουν ένα πραγματικό ευρωπαϊκό πάρκο για όλους.Σκέτο πράσινο και θαλασσινό και ελάχιστης,χαμηλής δόμησης πάρκο.
    Έτσι το φαντάζομαι το κομμάτι που βλέπετε ακόμα άχτιστο στις φωτογραφίες,χωρίς φωνακλάδικες καφετέριες και τσιμεντομαρίνες κι ό,τι άλλο βαφτισμένο ανάπτυξη,ένα απλό, ανθρώπινο π ά ρ κ ο όπως έχουν όλες οι ευρωπαϊκές πόλεις που τις ζηλεύουμε και θέλουμε να τους μοιάσουμε τρομάρα μας,με παιδικές χαρές και καφενεδάκια, άντε και ένα υπαίθριο θέατρο και ένα σινεμά και βεβαίως βιβλιοθήκη ,αλλά όλα να είναι κτίρια απλά,χαμηλά στα οποία μόνο πεζός να πηγαίνεις,βαδίζοντας ανάμεσα σε δέντρα!Και αριστερά και δεξιά, σε Κηφισό και Ιλισό,να καταργηθούν οι απαίσιες γέφυρες και οι δήθεν σούπερ δρόμοι και να μετατραπούν σε δυο πράσινες εκτεταμένες όσο και το μήκος των ποταμών λουρίδες με δέντρα ως πολύ μέσα , ως τις άλλες τσιμεντένιες γειτονιές που τώρα τα κακόμοιρα αρχαία ποτάμια τις διασχίζουν θαμμένα κάτω από φριχτά τσιμέντα, μπας και ανασάνουμε λίγο!

Ζητάω φυσικότερη ζωή και πράσινη,ήσυχη καθημερινότητα στην πόλη μου! Δεν ζητάω τα ακατόρθωτα ή τα πολλά!

Φαληρικός όρμος
*Δείτε,παρακαλώ, το βίντεο στο οποίο σας παραπέμπω με τον σχετικό σύνδεσμο και στη συνέχεια επισκεφτείτε και τα υπόλοιπα,αξίζουν πραγματικά τον χρόνο σας.
** Στο Πειραιόραμα δείτε, τέλος,κι αυτά(όμως μην σας έρθει να πάτε βόλτα,εκτός κι αν είστε λάτρεις της φωτογραφίας οπότε ναι,θα βρείτε διάφορα στο μικράκι Νέο Φάληρο,στο οποίο από δέντρα πάμε καλούτσικα, -επειδή είμαστε δήμος Πειραιά και σαν φτωχό συγγενή μάς έχουν ευτυχώς ξεχασμένους κι έτσι ούτε κλαδεύουν ούτε ασχολούνται,επομένως δεν χαλάνε κιόλας μια κάποια ομορφιά που υπάρχει στα ενδότερα, λέμε τώρα- αλλά το τσιμέντο και το ψευτοαναπτυξιακό πήξιμο επίσης καλά κρατούν κι αυτά κι όσο για το Σινέ Γκρέκα και ό,τι παραλιακό,πρώην παραλιακό πρέπει να το λέμε και κυρίως για την καημένη την θάλασσα...άστα να πάνε... κάποτε περνούσαμε απλώς την λεωφόρο Ποσειδώνος και πατούσαμε στην άμμο, τώρα ούτε που τολμάμε να διαβούμε όλα αυτά τα τσιμέντα,ρώσικη ρουλέτα τ΄αυτοκίνητα και πες ότι πάμε στο μπάζωμα,πού να σταθούμε εκεί και γιατί ,ούτε χαρταετούς δεν μπορούμε πια τα Κούλουμα να πετάξουμε,το φέραν από δω,το φέραν από κει και είναι όντως τόσο χάλια που ως μόνη λύση μπορούν άνετα να προπαγανδίζουν και δη πειστικά με τα ζαχαρωμένα τους με υποσχέσεις για δουλειά επιχειρήματα και  με τον ζαβλακωμένο από την κρίση και την ανεργία κόσμο να συναινεί,την άλλη,νέα,την καλή "αξιοποίηση",την άλλη, νέα,την καλή "ανάπτυξη").

Σχόλια

  1. Κοιτάξτε τι συνέβη:
    Ανάμεσα στα βιβλία που δανείστηκα -και μόλις τελείωσα- είναι και "Η περιπέτεια ενός βιβλίου" του Νίκου Καχτίτση.

    Ο συγγραφέας αναφέρεται στον Κάρολο Τσίζεκ, στον οποίο είχε αναθέσει την καλλιτεχνική επιμέλεια του βιβλίου του "Ο εξώστης". Και δε λέει και τα καλύτερα. Αντιθέτως, φαίνεται ότι ο Καχτίτσης έχει πολλά παράπονα απέναντί του, αν κρίνω από τα επιχειρήματά του και την αλληλογραφία που αντάλλαξαν μεταξύ τους. Αναρωτιέμαι πόσο είχε αγανακτήσει, ώστε να αποφασίσει να κάνει βιβλίο την αγανάκτησή του.
    Δεν είμαι σε θέση να ξέρω περισσότερα από όσα διάβασα, όμως "μούδιασα" λιγάκι, γιατί ήταν μάλλον μια ατυχής σύμπτωση, από τη μια να θέλω τόσο πολύ να διαβάσω τη Λιμνοθάλασσα κι από την άλλη να έχω μόλις τελειώσει το συγκεκριμένο βιβλίο του Καχτίτση.

    O Θεόφιλος Τραμπούλης πάντως, το είδε -γιατί όχι;- κάπως έτσι:
    "Πρόκειται για ένα ιδιότυπο χρονικό, έναν λίβελο που, όπως συμβαίνει με τους λιβέλους, ανάγει την πραγματικότητα σε μυθοπλασία και την εμμονή σε προσωπική μαρτυρία. Βασικός του στόχος ήταν ο τυπογράφος Κάρολος Τσίζεκ. Αυτός ήταν, σύμφωνα με τον Καχτίτση, ο υπαίτιος για την απαράδεκτη καθυστέρηση στην έκδοση του Εξώστη, της πρώτης του νουβέλας, ένας χαρακτήρας διπρόσωπος που υπαναχωρούσε στα συμφωνηθέντα, αθετούσε τις υποσχέσεις του και εκμεταλλευόταν την ευπιστία του ξενιτεμένου συγγραφέα. Όποιος όμως διάβαζε την Περιπέτεια για αυτό που ήταν, δηλαδή ένας ύμνος στην αγωνία και την προσμονή του συγγραφέα, ένα εγκώμιο στην τυπογραφία, στον μηχανισμό κατασκευής του βιβλίου δηλαδή, και στη φιλία, καταλάβαινε πως ο Καχτίτσης είχε πλάσει στο πρόσωπο του Τσίζεκ έναν μυθιστορηματικό ήρωα. Δεν έχει σημασία ποιες ήταν οι πραγματικές σχέσεις των δύο αντρών· ο Τσίζεκ της Περιπέτειας ήταν ένας ακόμη αμφιλεγόμενος χαρακτήρας του μοντερνισμού που είχε επιβιώσει μέχρι τη δεκαετία του 60, ολοζώντανος στη Θεσσαλονίκη."

    Το θέμα λοιπόν είναι π ώ ς θα διαβάσεις κάτι. Πόσο ανοιχτός είσαι, εντέλει...
    Τσίζεκ στα προσεχώς. Και μόνο γι ' αυτό που ήταν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αγαπητή Rosa Mund μάλλον θα συμφωνήσω με την οπτική του Τραμπούλη για την σχέση Καχτίτση-Τσίζεκ και σίγουρα μαζί σας ότι όλη η ιστορία είναι το π ώ ς θα διαβάσεις,ακούσεις,δεις κάτι, ακριβώς μάλιστα στην εποχή που θα το κάνεις και σε σχέση με τις συγκυρίες στις οποίες εκείνο γεννήθηκε.

      Είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση στην λέσχη ανάγνωσης του Degas προχτές με αφορμή τα του Γούντυ Άλλεν και αν μας επηρεάζει και πόσο ,ως σύγχρονούς του, η -όποια-προσωπική του ζωή ώστε να απορρίψουμε ή να αποδεχτούμε το καλλιτεχνικό έργο του έχοντας κι ένα άλλο κριτήριο, μη καλλιτεχνικό οπωσδήποτε,την πληροφορία για τον ίδιο.
      Θυμηθήκαμε έναν ατελείωτο κατάλογο δημιουργών γενικότερα που οι βιογραφίες τους ή η καθημερινότητα ή και οι κινήσεις των ίδιων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παράδειγμα δείχνουν έναν εντελώς άλλο άνθρωπο από εκείνον της τέχνης του,διόλου "καλό" κι όμως εμείς διαβάζουμε τα βιβλία τους, βλέπουμε τις ταινίες τους κτλ και δεν στεκόμαστε,δεν γίνεται να σταθούμε πια σ΄αυτό.
      Νομίζω ότι η διάκριση από μέρους μας του έργου από τον βίο είναι πιο σωστή τακτική πρόσληψης της τέχνης αλλά μαζί είναι και κάτι πολύ δύσκολο.Περίεργο να ζεις ή να προλάβεις στην ίδια εποχή κάποιον και να βλέπεις ολοφάνερα την διάσταση ανάμεσα στο έργο και τον ίδιο ή να του την καταμαρτυρούν οι άλλοι που επίσης άφησαν ή ακόμα παράγουν αξιολογότατο έργο οι ίδιοι...

      Διαγραφή
    2. Κι εγώ συμφωνώ με τον Τραμπούλη. Γι αυτό και τον παράθεσα, άλλωστε. Κι έχω άπειρες φορές σκεφτεί το θέμα. Και συμφωνώ μαζί σας για τον ατέλειωτο κατάλογο δημιουργών, που η τέχνη τους είναι σε διάσταση με τον βίο και την πολιτεία τους. Το έχουμε κιόλας ξανασυζητήσει εδώ ή αλλού, δε θυμάμαι.
      Όμως τη στιγμή που είσαι με τα μούτρα σ' ένα βιβλίο που εκτιμάς το συγγραφέα του -εν προκειμένω τον Καχτίτση- και που γράφει όσα καταμαρτυρεί στον Τσίζεκ, σου φέρνει μια αμηχανία, πώς να το κάνουμε, καθότι άνθρωπος εσύ, άνθρωπος κι ο συγγραφέας. Μετά το σκέφτεσαι και ξέρεις ότι δε σε αφορά. Μα το συναίσθημα " τι τρέχει εδώ" το είχες. Κι αυτό ήθελα να εκφράσω ζεστό-ζεστό, όπως το ένιωσα. Δεν ξέρω βεβαια, αν ήμουν και πολύ σαφής.

      Διαγραφή
    3. Σαφέστατη ήσασταν και θίξατε ένα τεράστιο θέμα που νομίζω ότι δεν θα κλείσει ποτέ.Δεν ξέρω πως ακριβώς πετυχαίνεις το να μην σε απασχολεί ο μύθος ή το κουτσομπολιό ή η πολιτική σου διαφωνία με το περιεχόμενο ενός βιβλίου ή με τον δημιουργό αλλά όποτε το καταφέρνω προφανώς γίνομαι αντικειμενικότερη, σαν αναγνώστρια τουλάχιστον ,γιατί σαν πληττόμενος από την κρίση άνθρωπος,πολίτης μιας χώρας στην οποία οι αυτοκτονίες λόγω οικονομικής δυσπραγίας αυξάνονται δραματικά και τα πάντα είναι σε φάση ξεπουλήματος το οποίο βαφτίζεται ανάπτυξη- και σε λένε και λαϊκιστή ( ως βρισιά αυτό δηλαδή) αν πεις τίποτα- νευριάζω πολύ, όταν για παράδειγμα διαβάζω τις στρατευμένες,φιλομνημονιακές αρθρογραφίες συγγραφέων που τα μυθιστορήματά τους συμβαίνει να τα έχω εκτιμήσει.

      Διαγραφή
    4. Ανώνυμος7/9/14 18:48

      Αν διαβάσει κανείς τις επιστολές του Καχτίτση προς τον Παυλόπουλο, θα διαπιστώσει πως ο Καχτίτσης ήταν μια πολύ ιδιόμορφη περίπτωση, τόσο ως συγγραφέας όσο και ως άνθρωπος. Γι' αυτό ας απολαύσουμε το καταπληκτικό βιβλιαράκι του Τσίζεκ χωρίς καμία ενοχή για τα όσα του καταμαρτυρούσε ο Καχτίτσης. Παρομοίως αξίζει να διαβαστεί και «Η περιπέτεια ενός βιβλίου».

      Διαγραφή
    5. Θα συμφωνήσω μαζί σας και με την ευκαιρία θα παραθέσω έναν σύνδεσμο άρθρου που βρήκα επανερχόμενη στο όλο θέμα, γιατί τον θεώρησα ενδιαφέροντα,από την Κατερίνα Σχοινά http://www.avgi.gr/article/648618/nikos-kaxtitsis-mathimata-logotexnias-di%E2%80%99-allilografias

      Διαγραφή
  2. Μαίρη Ράπτη11/7/14 16:11

    Καλή η γραφή,στρωτός ο λόγος,ενδιαφέροντα τα περί παρελθόντος της Θεσσαλονίκης. Οι κριτικές που γράφτηκαν ως τώρα μου φαίνονται δίκαιη απότιση φόρου τιμής σε έναν πολύ αξιόλογο άνθρωπο όπως όντως ήταν ο Τσίζεκ .
    Συμμερίζομαι την αγανάκτησή σου για την καταστροφή της παραλίας στα νότια προάστια,πρόκειται πραγματικά για ένα οικολογικό έγκλημα,που όπως φαίνεται θα είναι διαρκείας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαίρη σ΄ευχαριστώ για το θετικό σχόλιο.Την κοινή μας- και άλλων πάρα πολλών ανθρώπων-αγανάκτηση, δυστυχώς, δεν την παίρνουν στα σοβαρά αυτοί που καταστρέφουν και εμείς που νοιαζόμαστε κάπως για το περιβάλλον δεν έχουμε πείσει τον πολύ κόσμο ότι η οικολογία δεν είναι απλώς μια ετικέτα. Αλλά παρόλο που είμαστε βουτηγμένοι σε χίλια δυο σοβαρά προβλήματα εξαιτίας της κρίσης δεν θα το βουλώσουμε κιόλας...

      Διαγραφή
  3. Παναγιώτης(Νέο Φάληρο)12/7/14 16:54

    Για την παραλία και τον νέο όλεθρο που μας περιμένει εδώ στα νότια καλά κάνεις και υψώνεις ανάστημα. Βιβλιόφιλος μπλόγκερ δε σημαίνει παθητική ψωνάρα στο κόσμο της αλλά σκεπτομενος πολίτης.Όσο για το βιβλίο δεν το γνώριζα αλλά μπορεί να το ψάξω για να το διαβάσω.
    Παναγιώτης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολιτικοποιείτε την ανάγνωση,πάτε δηλαδή γυρεύοντας.Εγώ πάντως γύρεψα εξαιτίας σας το βιβλίο.Όμορφο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου