"Οι Αδερφοφάδες",Νίκος Καζαντζάκης





Σκεφτόμουν να μην σταθώ στην ποιότητα της έκδοσης του Έθνους,αλλά ένα καλοπρόθετο σχόλιο μπορεί να πιάσει τόπο ˙είχα την κλασική έκδοση δεξιά, όμως το πήρα και με την εφημερίδα και διάβασα την δική της.Επαινώντας κατ΄αρχάς την πρωτοβουλία και την προσπάθεια των ανθρώπων που δούλεψαν για να βγαίνουν βιβλία με το κυριακάτικο φύλλο θα πω ότι είχε προβλήματα η έκδοση, κακό χαρτί και πολλά τυπογραφικά,κατανοώ τις δυσκολίες και λέω πάλι καλά αλλά ίσως μπορούσε-μπορούσε;-να΄ταν πιο προσεγμένη εντός,γιατί ως προς το εξώφυλλο καλή μου φάνηκε.

Σημασία βεβαίως έχουν άλλα πιο ουσιαστικά.Αυτά όλα που επιβάλλεται να σκεφτούμε διαβάζοντας στα 2014 Καζαντζάκη,ο οποίος συνεχίζει να ενοχλεί ή να γοητεύει τον αναγνώστη με τα βιβλία του και να έχει φίλους και εχθρούς πέρα από το σύνηθες.Δεν ανήκω φανατικά ούτε στους μεν ούτε στους δε,δεν θέλω να ανήκω σε φανατικούς γενικώς και για κανέναν λόγο.
Αναγνωρίζω όμως την διαχρονική μεγαλοσύνη του Καζαντζάκη ˙δεν έχει αλλάξει η συνολική άποψή μου γι αυτόν τον εκπληκτικό συγγραφέα που πρωτοδιάβασα μαθήτρια στο γυμνάσιο τον ανατρεπτικό του "Καπετάν Μιχάλη" κι έκανα μήνες να συνέλθω και να καταλάβω κάτι περισσότερο απ΄αυτά που διάβαζα σαν κείμενο- ήμουν παιδί κι άνοιγαν άλλοι κόσμοι μπροστά μου-τον πολύσημο "Ζορμπά", που -κατά την γνώμη μου πάντα- η γνωστή ταινία τον αλλοίωσε μη αναστρέψιμα ,το βαθιά ανθρώπινο και σπαρακτικό "Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται",αργότερα την "Ασκητική",την "Αναφορά στον Ελ Γκρέκο" και τελικά όλα του τα βιβλία. Υποκλίνομαι στην πένα του.
Κι ας μην αγαπώ όλα του τα έργα.Μερικά που τα ξαναδιάβασα μεγαλώνοντας με προβλημάτισαν πολύ κυρίως για τον λόγο που τα συνέθεσε έτσι όπως τα συνέθεσε και την χρονική συγκυρία που το έκανε.Δεν άφησε να κοπάσει η θύελλα,κάποιες θύελλες δεν κοπάζουν ποτέ και ίσως ξέροντάς το κι επειδή ένιωθε ότι ο χρόνος του τελείωνε κι ήθελε να πει κι εκείνος πράγματα, καταπιάστηκε με τέτοιες μανιασμένες θύελλες .  
Ο Νίκος Καζαντζάκης όπως οι μεγάλοι συγγραφείς του κόσμου όλου είναι κι αυτός,έτσι νομίζω, άσπρο-μαύρο, μέρα-νύχτα.Τίποτα μέτριο και βολικό,μεσοβέζικο και νοικοκυρεμένο,ο Καζαντζάκης σε συνταράζει, δεν σε αφήνει στην ησυχία σου,διαβάζεις,διαβάζεις,διαβάζεις και ολοένα νιώθεις και μετά το κάθε κείμενό του σε στοιχειώνει,πολεμάς με όσα σε πρώτη ανάγνωση διάβασες και τα αμέτρητα όσα υποψιάζεσαι ή φοβάσαι ότι σε άφησε να τα ανακαλύψεις και μονάχος σου να βγάλεις άκρη.


Οι "Αδερφοφάδες" (η πρώτη τους έκδοση έγινε το1963)γράφτηκαν το 1949 και δουλεύτηκαν και στα 1952,΄54,΄55 από τον Καζαντζάκη που είχε στο μεταξύ αυτοεξοριστεί στην Γαλλία.Σ΄αυτό του το μυθιστόρημα ο συγγραφέας καταπιάνεται γεμάτος συναισθήματα,φορτισμένος με τον ελληνικό εμφύλιο με τρόπο  φαινομενικά παραληρηματικό,καταιγιστικό,ακράτητο από άποψη ύφους,γλώσσας και μυθοπλασίας,όπως τον συνηθίζει και ξέρουμε κι εμείς καλά από τα άλλα του βιβλία που επίσης έχουμε βεβαιωθεί ότι έτσι μελετημένα και μαζί ποιητικά κάνει, μα εδώ συμβαίνει και κάτι επιπλέον, μέσα στην απελπισία του για τον εμφύλιο ο 66χρονος πια συγγραφέας οδεύει με τον έμπειρο,πολύ πειθαρχημένο και συνειδητό ρυθμό του σε ανηφόρα προς ένα καινούργιο στο έργο του διδακτικό δια ταύτα, ένα αλλιώτικο πατριωτικό μήνυμα που θέλει να περάσει. 

Τόπος του μυθιστορήματος το οποίο πλέκεται σαν τρομακτικό,διδακτικό παραμύθι και αλληγορία παρά τα ρεαλιστικά στοιχεία που δένουν την ιστορική αλήθεια με την συγγραφική επινόηση,είναι ο Κάστελος,ένα τραχύ χωριό της Ηπείρου με σκληρόπετσους από τις κακουχίες και την φτώχεια κατοίκους.Στα κοντινά βουνά γίνονται δραματικές συμπλοκές ανάμεσα στους αντάρτες και τον τακτικό στρατό που μια μονάδα του έχει την βάση της στο χωριό .Οι περισσότεροι κάτοικοι είναι κατά των ανταρτών αλλά μερικοί μισοφανερά συμμερίζονται και τις ιδέες των κομμουνιστών στον βαθμό που τις καταλαβαίνουν αφού εκείνοι για Χριστό τους έχουν έναν κάποιον Λένιν.
Ο γιος του παπα Γιάνναρου είναι καπετάνιος των κόκκινων,καπετάν-Δράκος είναι το συνωμοτικό του όνομα. Παρουσιάζεται από τον Καζαντζάκη περίπου σαν κτήνος σε όλα τα επίπεδα και βάρος για τον πατέρα του πολύ πριν γίνει καπετάνιος στο βουνό γιατί από παιδί δεν έδειχνε καμία συμμόρφωση στην πατρική διαπαιδαγώγηση.Ο παπάς μεταθέτει την αιτία της σκληράδας και ανυπακοής του παιδιού του στις βουλές του Κυρίου.Ο ίδιος διαλαλεί αφοσιωμένος την αλήθεια του και δεν αφήνει κανέναν,ούτε κόκκινο ούτε μαύρο,να του την αμφισβητήσει.Πάνω απ΄όλα η Ελλάδα και ο Θεός,έτσι όπως κοντόθωρα αντιλαμβάνεται εκείνος.
Στο όνομα του Χριστού παίρνει αποφάσεις πολύ κρίσιμες για το χωριό ολόκληρο και θα προσπαθήσει να εκπονήσει ένα φιλόδοξο σχέδιο-να τους φέρει όλους στην εκκλησία,διαιρεμένους χωριανούς, μπερδεμένους ή φανατισμένους στρατιώτες και ρομαντικούς ή σκληρούς αντάρτες,για να τα βρουν και να βγει το χωριό τους πρώτο από τον ολέθριο αδερφοκτόνο πόλεμο ώστε να γίνει η αρχή και να ακολουθήσουν κι οι άλλοι το παράδειγμά τους- αλλά εκείνοι στους οποίους μπαίνει ανάμεσα και τους ζητά να προσπαθήσουν είναι καθένας φανατικά ,όσο κι ο ίδιος,ταγμένος στον δικό του σκοπό, Θεό,ιδέα,καθήκον και ό,τι άλλο και ο γιος του αλλά και ο λοχαγός του τακτικού στρατού,δυο άντρες που πολέμησαν μαζί στον ελληνοϊταλικό για την ίδια αγαπημένη πατρίδα και έσωσε ο ένας την ζωή του άλλου τώρα είναι ορκισμένοι εχθροί.
Ο παπα Γιάνναρος δεν υποχωρεί,οι χωριανοί και οι οπλισμένοι αντίπαλοι γρήγορα ξαναπιάνονται αναμεταξύ τους και ο καπετάν Δράκος, που στο μεταξύ μαθαίνουμε ότι έχει σηκώσει μπαϊράκι κατά της κομματικής του ηγεσίας, στριμωγμένος από τον υπαρχηγό του διατάζει την εκτέλεση του ίδιου του τού πατέρα.Όλη η  συμφωνία,προϊόν της απελπισίας, πάει στράφι,
Θα τολμήσω να πω,με την επιφύλαξη που οφείλω,ότι εμένα μου φάνηκε ότι ο μεγάλος συγγραφέας παίρνει θέση και διαλέγει ανάμεσα στους κόκκινους και τους μαύρους,όπως τους λέει εκφράζοντάς την πάντως αυτήν την θέση με πόνο ψυχής που αποτυπώνεται σε όλο το μυθιστόρημα,σαφώς το πιο πατριωτικό του, μέσα από τις τρομερές αντιφάσεις του κεντρικού ήρωά του,του παπα-Γιάνναρου,που είναι ένας άντρας εξίσου σκληραγωγημένος όσο κι αυτοί που τολμάει να αναμετρηθεί με τους φανατισμούς τους κι ας μην πειράζει ούτε μυρμήγκι εκείνος με τα χέρια του,αμετακίνητος στις θέσεις του και αποφασισμένος να επιβάλει την δική του, ασαφή εκ των πραγμάτων, αντίληψη για ειρήνη.

Η άκρως θεολογική αγωνία του Καζαντζάκη για τον Άνθρωπο ως έλλογο πλάσμα του Θεού όσο κι αν η εκκλησία τον αφόρισε δίχως να σκεφτεί πόσο υπερασπίστηκε- αμφισβητώντας τους τύπους και τους  κοντόφθαλμους ηγέτες της- την πίστη στον Θεό αυτή καθεαυτή και η βαθιά του ανθρωπιά,η αγάπη για τον τόπο του που τον νοσταλγεί πια πάρα πολύ όπως ξέρουμε από τις βιογραφίες του,η δεδομένη του απαράμιλλη τεχνική δεινότητα,η εμπειρία  και η γλωσσική ευχέρεια και αισθητική εκδηλωμένη σε μια δύσκολη δημοτική χωρίς φιλολογικά όρια,εν ολίγοις το μεγάλης κλάσης συγγραφικό χάρισμά του παντρεύεται εδώ με την πρωτοπόρα πολιτική πρόθεσή του να καταγγείλει τον ξενόφερτο εμφύλιο προβάλλοντας σαν υπεράνω όλων των ιδεολογιών και των ταξικών διαφορών των αντιμαχομένων ένα και μόνο άξιο να επιθυμούν οι Έλληνες ιδανικό:την ειρήνη.
Το ύψιστο ιδανικό,το μόνο που καθορίζει την ιστορία ενός τόπου και του λαού του-γιατί αυτό του εξασφαλίζει και τα υπόλοιπα -που αξίζει να το διεκδικήσει ο καθένας ατομικά και συλλογικά, με κάθε μέσο και κάθε θυσία, ακόμα και με μια διάτρητη επιλογή συνθηκών εξασφάλισής του.
Κι εκείνος που θα θελήσει να πάρει πάνω του την σωτηρία των άλλων κι ας παίζει την ζωή του κορώνα γράμματα κι ας μπαίνει μπροστάρης στους κινδύνους,αυτός θα΄ναι πάντα ο πιο μεγάλος ηττημένος, ο περισσότερο κατακριτέος -δίκαια ή όχι λίγοι θα το ψάξουν-αν δεν σταθεί χριστιανός σαν εκείνους στις πρώτες πρώτες κατακόμβες και ασκητής πιο ασκητικός από όλους στις σπηλιές και στις άγιες σκήτες...
Και τέτοιος, μας λέει ο μεγάλος Καζαντζάκης, ο καπετάν Δράκος δεν ήταν,τι να λέμε,δεν ήταν....

Σχόλια