"Το Άλλο Μισό μου Πορτοκάλι",Λευτέρης Μαυρόπουλος


Το μυθιστόρημα "Το Άλλο Μισό μου Πορτοκάλι"του Λευτέρη Μαυρόπουλου κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις Ίνδικτος,εντοπίστηκε από ορισμένους βιβλιοκριτικούς και συγγραφείς*, μπράβο τους και αρκετούς συστηματικούς αναγνώστες σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας,ειπώθηκαν και γράφτηκαν θετικά κυρίως λόγια και για την πολύ ευρηματική τεχνική του και για το πως αυτή κατάφερε καλά και έντιμα να αναδείξει ένα εξαιρετικά δύσκολο θέμα χωρίς πολιτικά και ιστορικά να το διαστρεβλώσει κατά το (όποιο)δοκούν και μετά δεν ακούστηκαν άλλα γι αυτό.

Το βρήκα κι εγώ(η ταπεινή,μέση αναγνώστρια της κρίσης που δυσκολεύεται όλο και πιο πολύ να αγοράζει βιβλία)πάρα πολύ ενδιαφέρον κι ελπίζω να μη με (ξανα)αρχίσουν στις επιπλήξεις που εκφράζω γνώμη και ειδικά αν πω ότι μου φάνηκε μαζί και άνισο κι εξηγούμαι ευθύς (βεβαίως  κατά την δική μου και μόνο και πάντα υποκειμενική πρόσληψη):το μπάσιμο στην κυρίως ιστορία γίνεται άχαρα στις πρώτες εννέα σελίδες και σε βάρος της.Όλη η φάση με την αδαή-έτσι μοιάζει στην αρχή-γυναίκα που μοιράζεται έστω με έναν συγκεκριμένο,νοήμονα και συντρεχτικό παπά-μεγάλες αρετές που του τις αναγνωρίζουμε όμως αρκετά αργότερα-το ζήτημα της διακοπής ή όχι μιας... εγκυμοσύνης της, που καλά καλά κι η ίδια δεν ξέρει αν υφίσταται,εμένα με ξενέρωσε.Στην εικοστή τρίτη σελίδα ευτυχώς γίνεται φανερό ότι ο συγγραφέας χρειαζόταν μια εύληπτη και καλή μαγιά και την μάζευε έτσι,μ΄αυτήν την φαινομενικά απλοϊκή εισαγωγή,ένα καλό νήμα για το κουβάρι του το οποίο γίνεται ολοένα πιο πυκνό,γερό ,περιεκτικό, και πια άψογο όταν μετά το πρώτο θανατικό που χτυπάει την οικογένεια και είναι ένα από τα πολλά σ΄έναν κύκλο αίματος που σημάδεψε και καθόρισε την μετέπειτα πολιτική ιστορία αυτής της χώρας,ξετυλίγεται με ευρηματικό τρόπο σε όλα στα κατοπινά εξιστορούμενα.
Το φινάλε πάλι,μετά από ένα αμείωτου ενδιαφέροντος κρεσέντο αριστοτεχνικής και πρωτότυπης πλοκής που σε αιφνιδιάζει συνεχώς έχοντας σοφία στο μέτρο της ,πολλές δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις γιατί σου βάζει καταιγιστικά ερωτήματα, μοιάζει αντιστοίχως αδύναμο με την αρχή μόνο που η αδυναμία του δεν είναι η φλυαρία αλλά ο απρόσμενος λακωνισμός του.Μου φάνηκε λιγάκι βιαστικό,σαν να δίνεται με λιγότερη ένταση από ό,τι περίμενα και με άφησε με την γνωστή αίσθηση που συχνά μας αφήνουν πολλά εν γένει καλά μυθιστορήματα,εκείνη του απότομου κλεισίματος επειδή έπρεπε να τελειώνει πια μ΄αυτά ο δημιουργός τους,γιατί είχαν γίνει ασήκωτα σακιά τα φορτία των ηρώων του και για κείνον.
Δεν αλλάζει φυσικά σε τίποτα την συνολική μου  εντύπωση,την βεβαιότητα ότι πρόκειται για πολύ καλό μυθιστόρημα,από εκείνα που αποκαλώ βραδείας καύσεως,που έχει την δική του θέση στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι και θα περνάει από αναγνώστη σε αναγνώστη,χωρίς φανφάρες και μεγάλα λόγια συνεχίζοντας να ξεχωρίζει.
Μου το πρότειναν κι εμένα προ ημερών,το διάβασα ένα απόγευμα σερί και δεν μετάνιωσα γι αυτό και τώρα με την σειρά μου το προτείνω σε όσους ενδιαφέρονται όχι μόνον για μιαν ιστορικοπολιτική πεζογραφία αξιώσεων αλλά γενικότερα για την καλή ελληνική λογοτεχνία των ημερών μας,αυτήν που δεν είναι ένα εμπορικό προϊόν που έχει περιορισμούς με ημερομηνίες λήξης κατανάλωσης πάνω του.

Η ιστορία εκτείνεται σε τρία μεγάλα χρονικά κομμάτια ή αν θέλετε είναι στην ουσία τρεις, ενωμένες με γερή αφηγηματική κλωστή, ιστορίες των μελών μιας οικογένειας και αρκετών κοντινών σ΄αυτήν φιλικών και εχθρικών προσώπων που συγχρονίζονται ή βάζουν τρικλοποδιά στον βηματισμό της από το 1936 ως το σήμερα,περίπου ως το 2000.Η ιστορία εικονοποιείται πειστικά καθώς την διαβάζουμε μέσα από μια συγκροτημένη γραμμική αφήγηση που είναι αιφνιδιαστικά αλλά ελκυστικά πότε τριτοπρόσωπη πότε πρωτοπρόσωπη εμπλουτιζόμενη με λίγες,επιδέξια εγκιβωτισμένες ιστορίες.
Το κυρίως κουβάρι της μυθοπλασίας αρχίζει να ξετυλίγεται με αιτία και αφορμή τα συγκλονιστικά αληθινά ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν το 1936 στην Θεσσαλονίκη έχοντας- για να δημιουργηθεί σιγά σιγά η αφηγηματική μαγιά που έγραφα πιο πάνω- σαν αρχή σκηνές και περιστατικά από την ζωή της πρωταγωνιστικής οικογένειας σ΄ ένα καπνοπαραγωγικό χωριό της Μακεδονίας.
Οι εργάτες και οι αγρότες του καπνού έχουν αρχίσει,αυτοί κυρίως,αψηφώντας όσο τους είναι μπορετό την τρομοκρατία του μεταξικού καθεστώτος,άλλοι να οργανώνονται κρυφά και φανερά σε σωματεία ,άλλοι να στηρίζουν ηθικά ό ένας τον άλλο χωρίς να αποκτούν κομματικές ταυτότητες και όλοι μαζί να αντιδρούν μαζικά και αυθόρμητα στην χρόνια εκμετάλλευσή τους .Το καζάνι βράζει και οι εξελίξεις δεν θα αργήσουν.
Ο 36χρονος καπναγρότης Μιχάλης Τσακίρης κι η πολυμελής οικογένειά του,η γυναίκα του Κατερίνα και τα έντεκα παιδιά τους βρίσκονται από την μια στιγμή στην άλλη στο μάτι του κυκλώνα.
Ο Τσακίρης είναι δημοκρατικός εν γένει,αντιλαμβάνεται πολύ καλά τι γίνεται σε βάρος των φτωχών μα χωρίς να εμπλέκεται με κόμματα,το κομμουνιστικό της εποχής για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους,δεν λιγοψυχά να παίρνει μέρος στις δεκάδες κινητοποιήσεις που επί μήνες συνταράζουν την Θεσσαλονίκη με κυριότερη την αυθόρμητη,σαρωτική και τελικά αιματοβαμμένη εν ψυχρώ εκείνη της 9ης Μαΐου του 1936 που επισφραγίζει δραματικά την απεργία των εργατών του καπνεργοστασίου "Κομέρσιας", τερματίζοντας κι αυτός την ζωή του και την λαχτάρα του για μια δικαιότερη κοινωνία, λίγες μέρες μετά σ΄ένα μπουντρούμι της αστυνομίας .




Η αφήγηση με μια ξαφνική αλλαγή ρηματικού χρόνου-ο συγγραφέας περνάει σ΄έναν αφυπνιστικό, επιθετικό Ενεστώτα που σε  τσακίζει γιατί σε σέρνει θες δεν θες στην Τσιμιτσκή της οργισμένης, ξεσηκωμένης Θεσσαλονίκης του΄36-γίνεται πλέον με υποδειγματικό τρόπο.Στην περιγραφή της δολοφονίας του Τάσου Τούση και την μετατροπή μιας πόρτας που το πλήθος την κάνει φορείο και το κουβαλάει στην κεφαλή της πορείας πριν το θερίσουν ξανά και ξανά,ο Μαυρόπουλος είναι δωρικά ακριβής και τίποτα λιγότερο από συγκλονιστικός(κι εγώ τώρα αισθάνομαι μεγάλη αμηχανία που τόλμησα να βρω άνισο το πόνημά του)....
Η δυνατότητα μιας φτωχικής μα από μια κάποια σκοπιά έστω ειρηνικής ζωής για την οικογένεια τού Τσακίρη έχει χαθεί οριστικά,αν θεωρήσουμε βέβαια ότι μπορεί μια ζωή μέσα σε τόση φτώχεια και εκμετάλλευση να λογίζεται ως ειρηνική  ζωή μόνο και μόνο επειδή οι άνθρωποι σκύβουν το κεφάλι, μαθημένοι βολικά να τα θεωρούν όλα μπόρα που θα περάσει.**
Ο μεγάλος γιος του ο Κυριάκος, που σηκώνει πάνω στους εφηβικούς και νεανικούς ώμους του το βάρος της επιβίωσής τους,δεν ανακατεύεται μετά,επί χρόνια,στα πολιτικά πράγματα- που δεν γίνονται έτσι κι αλλιώς καλύτερα- και κυρίως στον εμφύλιο,όμως δολοφονείται κι αυτός αφού βγαίνει, σχεδόν μη μπορώντας να κάνει αλλιώς τελικά,στο βουνό.Τα μικρότερα παιδιά και η μάνα τους αρχίζουν την ανάβαση στην τραχιά ανηφόρα του Γολγοθά που τους περιμένει, όπως χιλιάδες άλλες ελληνικές οικογένειες που μέλη της τόλμησαν να υψώσουν ανάστημα χωρίς να είναι ντε και καλά κουκουέδες , όπως τονίζεται κάμποσες φορές στο μυθιστόρημα.
Το στερνοπαίδι της οικογένειας,Μιχάλης κι αυτός γιατί έχει πάρει τιμητικά το όνομα του πατέρα,είναι ίσως πιο τυχερός στη ατυχία του. Το έχει βαφτίσει ο παπάς του χωριού*** στον οποίο καταφεύγει η γυναίκα σε αρκετές περιπτώσεις από την αρχή της αφήγησης επειδή είναι ένας συνετός και ψημένος στην ζωή άνθρωπος,πρώην ναυτικός,και θα τον δούμε και στην συνέχεια πως στέργει τους συγχωριανούς του χωρίς να υποδουλώνεται στο καθεστώς των παρακρατικών κέντρων που ρημάζουν την χώρα,ούτε να παριστάνει τον ήρωα.Με την βοήθεια του νονού του λοιπόν, του παπά Γρηγόρη,που ήταν και ο πρώτος του δάσκαλος,αυτό το παιδί αποκόπτεται από την στιγματισμένη φαμίλια,χάνεται ακόμα και από την μάνα του και αρχίζει μιαν άλλη ζωή,σκληρή κι αυτή και μοναχική, χωρίς όμως τουλάχιστον να υφίσταται το ανελέητο κυνήγι.
Η εκδίκηση για τα δεινά της οικογένειάς του είναι η σκέψη που μ΄αυτήν ξυπνάει, μ΄αυτήν κοιμάται, που δεν μοιράζεται με κανέναν και η οργάνωση της ζωής του περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω απ΄αυτήν.Δεν μπλέκεται σαν φοιτητής ούτε εκείνος με κόμματα και νεολαίες.Αρνείται ακόμα και την γυναίκα που ερωτεύεται.Επιλέγει την ατομική εκδίκηση,την ανώνυμη πολιτική βεντέτα,το κρυφτούλι και το αίμα που συνεπάγεται το προφίλ του αυτόκλητου τιμωρού που παίρνει επειδή κανείς άλλος,για να λέμε την μαύρη αλήθεια,δεν έχει την πολιτική βούληση να επουλώσει τέτοιες πληγές αποδίδοντας στην δικαιοσύνη το πραγματικό της νόημα .
Την βάζει την εκδίκησή του σε πρώτο πλάνο, σε άμεση εφαρμογή.Ένας ένας σκοτώνονται από το χέρι του φταίχτες,υπαίτιοι για την προσωπική του τραγωδία και εν δυνάμει φταίχτες για την τραγωδία και την παθητικότητα, αν θέλετε να πούμε τα σύκα σύκα και την σκάφη σκάφη,της πλειοψηφίας ενός άπειρες φορές εξαπατημένου λαού,που πάντως φτάνοντας στην χούντα το ΄67 και στα πρώτα χρόνια του΄70 αλλά και ΄80 δεν φαίνεται να αναζητά μασκοφόρους και κουμπουροφόρους εκδικητές για να πράξουν για λογαριασμό του.
Αυτός εν τούτοις έτσι πορεύεται,το κενό του είναι αφόρητο και χάνεται στο μίσος που τον έφτασε μέχρις εκεί.Και αφήνει πίσω του κάθε φορά το μισό ενός πορτοκαλιού, κάτι συμβολικό πια που έχει αποτυπωθεί βαθιά στο υποσυνείδητό του ως η κίνηση αγάπης και καθημερινής έγνοιας της μάνας του να μοιράζει έξι πορτοκάλια ανάμεσα στα έντεκα παιδιά της και να κρατάει πάντα,πάντα όμως, μισό και για τον άντρα της,που γυρίζει κατάκοπος από τα καπνοχώραφα και τις περιστασιακές δουλειές,αλλά έχει αποθέματα δύναμης για αγάπη με την γυναίκα του και παιχνίδια και κουβέντα με τα παιδιά του.

Η ιστορία συνεχίζεται εξελισσόμενη σε πολιτικό θρίλερ με πρωταγωνιστές κάποια άλλα πρόσωπα που ενεργούν σαν τρομοκράτες των πιο πρόσφατων δεκαετιών(με κουκούλες ,απαγάγοντας,βάζοντας εκρηκτικούς μηχανισμούς και άλλα που δεν θα σας πω,γιατί σιχαίνομαι την μανία που έχουν μερικοί και μαρτυράνε τα βιβλία),βγαλμένοι όμως από το ίδιο κουβάρι που εντός του τα έχει έξυπνα αφήσει ο αφηγητής να περιμένουν,χωρίς εμείς στο μεταξύ να έχουμε μάθει παρά ελάχιστα πράγματα γι αυτά, ετοιμοπόλεμα στην πλούσια καβάντζα της μυθοπλασίας του.
Ο Μιχάλης διασώζεται από αυτά τα πρόσωπα που σαν από μηχανής Θεός έρχονται στο αφηγηματικό προσκήνιο και τον βγάζουν από τα αδιέξοδά του,ξεχρεώνοντας με την σειρά τους τους ίδιους παλιούς λογαριασμούς αλλά στο πρόσωπο ενός νέου,ακουσίως εμπλεκομένου για τον οποίο ο συγγραφέας αφήνει να αιωρείται σαν καίριο-και σωστά- το ερώτημα της ευθύνης που μπορεί να τον βαρύνει για πράξεις που έκανε ο πατέρας κι ο παππούς του κι εδώ καλείται, ίσως,ο αναγνώστης- μόλις φυσικά ξεπεράσει τον αιφνιδιασμό της αφηγηματικής ανατροπής και αλλαγής ρότας-να αποκωδικοποιήσει τις πράξεις όλων,ειδικά όσο πλησιάζουμε στον σημερινό ιστορικό χρόνο και να σκεφτεί γιατί και πως έχουν φτάσει, ειδικά αυτοί οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν χωρίς οι κοινωνίες να τους το έχουν ρητά ζητήσει τον ρόλο του τιμωρού, στο αδιέξοδο που έχουν φτάσει,δηλαδή (προσωπικά εκεί θεωρώ) κυρίως σ΄ένα ακόμη βαθύ ιδεολογικό σκοτάδι. 



*ενδιαφέρουσα η προσέγγιση του συγγραφέα Βαγγέλη Ραπτόπουλου.

**σαν τον ΕΝΦΙΑ ένα πράμα καθώς μας βγαίνει αφόρητα διαχρονικό το "σφάξε με αγά μου ν΄αγιάσω";

***πόσο καζαντζακικός μου φάνηκε, συχνά καθώς διάβαζα, αυτός ο παπάς...πόσο, κρατώντας όμως την δική του προσωπικότητα, κοντά σε παλιούς συγγραφείς γενικότερα το κείμενο στο πρώτο του μισό τουλάχιστον...

Σχόλια

  1. Διάβασα με προσοχή το κείμενο που αναφέρεται στο βιβλίο μου και θέλω αρχικά να σε ευχαριστήσω για τα καλά σου λόγια. Όσο αφορά στις αντιρρήσεις σου για τις πρώτες εννέα σελίδες, σεβαστή η γνώμη σου, αλλά εγώ επιμένω πως ήταν μια καλή εισαγωγή στο θέμα μου. Τέλος για το ότι το τέλος του βιβλίου σου φάνηκε ότι δόθηκε με τρόπο λακωνικό και κάπως βεβιασμένο θέλω να επισημάνω το γεγονός ότι ένα τέτοιο μυθιστόρημα, αν επιχειρούσε στο τέλος να γίνει αναλυτικό, δε θα απέφευγε το μέλο. Το τέλος με απασχόλησε πολύ και προκειμένου να αποφύγω το μελό συνειδητά επέλεξα το συγκεκριμένο τρόπο. Και πάλι ευχαριστώ Λευτέρης Μαυρόπουλος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ πρέπει να σε ευχαριστήσω,θερμά,για το βιβλίο σου.
      Δεν είχα αντιρρήσεις,αυτό μου έλειπε, και σίγουρα όσο προχωρούσε η ανάγνωση και το κείμενο με σφυροκοπούσε συναισθηματικά έβλεπα πως ναι,ήταν μια καλή εισαγωγή,το καταλαβαίνω και τώρα που έχει περάσει καιρός και δεν έχω αφήσει πίσω μου το μυθιστόρημα ,το έχω δανείσει, προτείνει, συζητήσει .
      Γιατί τότε,θα αναρωτήθηκες, ξεφούρνισες κυρά μου πχ αυτό το "ξενέρωσα", γιατί δεν περίμενες λιγάκι να καταλαγιάσει το κείμενο και να μας πεις μετά την γνώμη σου;E,το ξεφούρνισα όσο είχα εντελώς φρέσκο το βιβλίο αλλά μην το παίρνεις τοις μετρητοίς ούτε στραβά,δεν σημαίνει παρά ένα πράγμα,το ίδιο που μ΄έκανε να αναφερθώ και στο τέλος που δίνεις,όπως αναφέρθηκα, απαιτητικά.
      Σημαίνει ταύτιση.Και η ταύτιση είναι η βασίλισσα της αντίφασης.Ταυτίστηκα για τα καλά, έτσι κι αλλιώς δεν διαβάζω ποτέ συλλεκτικά, ξέρεις στο στυλ,α,τι καλά,άλλο ένα μυθιστόρημα,για να δούμε τι γράφει κτλ και μετά πάμε στο δια ταύτα νηφάλια και μπλα μπλα,μα έχω αρχίσει να υποψιάζομαι και να φοβάμαι τις νηφαλιότητές μας.
      Μπήκα στις σελίδες σου,ήθελα,έπρεπε,μπορούσα να προσθέσω,να αφαιρέσω,να πω.Και με ποια κείμενα ταυτίζεται κάποιος και τα νιώθει τόσο δικά του που λέει ανάκατα και εν θερμώ όσα σκέφτεται; Με τα αληθινά βιβλία που τολμάνε,μιλάνε,που δίνουν ελευθερία στον απλό αναγνώστη,φτου και μακριά από μένα τα αμειβόμενα δοξαστικά βιβλιοκριτιλίκια.

      Διαγραφή
    2. Πρώτα απ’ όλα θέλω να σου πω ότι δεν είχα την πρόθεση να σε ψέξω για τις όποιες αντιρρήσεις διατύπωσες ούτε με ενόχλησε το «ξενέρωσα» που χρησιμοποίησες. Απλώς ήθελα να επισημάνω ότι οι αποφάσεις που παίρνει ένας συγγραφέας υπαγορεύονται από κάποια προβλήματα που έχει να λύσει. Για μένα το θετικό είναι ότι το βιβλίο μου διαβάστηκε και συνεχίζει να διαβάζεται και να προκαλεί συζητήσεις. Επιπλέον η κριτική από τους βιβλιοκριτικούς και τους αναγνώστες είναι πάντα πολύτιμη. Ο συγγραφέας πρέπει να στέκεται και στις θετικές κρίσεις που διατυπώνονται αλλά και στις αρνητικές. Έχει πολλά να μάθει από τους αναγνώστες του. Χωρίς να θέλω να πω ότι θα κανονίζει τη συγγραφή του έτσι ώστε να «ικανοποιεί» τις όποιες απαιτήσεις. Πρέπει να είναι σίγουρος για τις επιλογές του αλλά να έχει τις κεραίες του ανοιχτές, για να λαμβάνει τα μηνύματα∙ η αλαζονεία είναι κακός σύμβουλος. Ας μην ξεχνάμε ότι ναι μεν βιβλία δεν υπάρχουν χωρίς συγγραφείς αλλά απ’ την άλλη τα βιβλία δεν έχουν λόγο ύπαρξης χωρίς αναγνώστες. Αυτά για το βιβλίο που διάβασες. Πριν κλείσω, σου λέω ότι την πρώτη εβδομάδα του Απριλίου είναι προγραμματισμένο να κυκλοφορήσει από τις «Εκδόσεις των συναδέλφων» το καινούργιο μου μυθιστόρημα. Πρόκειται για πολιτικό μυθιστόρημα. Αν τύχει να το διαβάσεις, με πολύ ενδιαφέρον θα διαβάσω τη γνώμη σου. Σε χαιρετώ, να είσαι καλά και σου εύχομαι να βρίσκεις πάντα ενδιαφέροντα βιβλία να διαβάζεις. Λευτέρης Μαυρόπουλος

      Διαγραφή
    3. Δεν θα τύχει,θα το διαβάσω.Καλή συνέχεια και καλή δύναμη.

      Διαγραφή
  2. Ενημερωτικό: Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων το καινούργιο μου μυθιστόρημα με τίτλο "Χωρίς αποτύπωμα". Λευτέρης Μαυρόπουλος

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου