"Το Γαλάζιο Άλογο Ονειρεύεται",Μέλανι Γουάλας

"δεν θα ζήσω ανάμεσά σας"




Η Melanie Wallace μας δίνει γραμμένο με τον άψογο συγγραφικό της τρόπο -αναγνωρίσιμο σε όσους την έχουν ήδη διαβάσει ,με όποια σειρά κι αν το έκαναν,και αγαπήσει -ένα υπέροχο μυθιστόρημα που έχει τον τίτλο "Blue Horse Dreaming", είναι το πρώτο της και είναι εκείνο που ημερολογιακά (2003) προηγήθηκε του επίσης υπέροχου "The Housekeeper" (2007) το οποίο (με τίτλο "Χειμώνας") την έκανε γνωστή στην Ελλάδα δυο χρόνια μετά.

Η Wallace αφηγείται με έναν ολότελα δικό της και καθ΄όλα αξιοπρόσεκτο τρόπο τη συναισθηματική και εφ΄όλης (κυριολεκτικά) της ύλης σφοδρή σύγκρουση δυο κόσμων,αυτού που εκπροσωπεί αναχωρητικά και με αυξανόμενη ευαισθησία ο εμβληματικός και φορτωμένος δονκιχωτική τρέλα αποκτημένη από την  εξοικείωση με τον θάνατο ταγματάρχης Κάτερ κι εκείνου που συγκερασμένα,ιδεαλιστικά,ηθικά (με την αντίληψη περί ηθικής του Καντ,έτσι μου φάνηκε,ding an sich)συμβολίζει η νεαρή έποικος  Άμπιγκεϊλ Μπιούελ από την στιγμή που αρνείται- με κάθε κόστος-να επανενταχθεί στην πρότερη μειωτική για εκείνη κατάσταση, βολική για τα κοινωνικά δεδομένα των άλλων,από την οποία την είχε λυτρώσει μια αιχμαλωσία,όσο παράλογο και αντιφατικό κι αν μοιάζει αυτό αρχικά.
Η ραχιαία ιστορία υποβαστάζει καλά κι αρκετές άλλες,είναι λεπτεπίλεπτη και μαζί σκληρή, βίαιη και για μένα,σχεδόν μακαρθική -κάποιοι*μιλούν για επιρροή από τον μέγιστο Φώκνερ, άλλοι εντοπίζουν αφηγηματική συγγένεια με την Άνι Πρου, δεν είμαι πολύ βέβαιη γι αυτά μα δεν είναι κι αμελητέες τέτοιες περγαμηνές-σκοτεινή και μελαγχολική είναι πάντως σε κάθε περίπτωση,πλημμυρισμένη ιστορικές αλήθειες,που αφορούν πρωτίστως τις ΗΠΑ και την πολιτική τους απέναντι στους Ινδιάνους και σε επίπεδο αλληγορίας,ολόκληρη την ανθρωπότητα και το πώς αντιλαμβάνεται αποτελούμενη από οργανωμένες κοινωνίες την επιβίωση και την συνέχισή της σ΄ αυτόν τον πλανήτη.

Όπως,με όποιον και με ό,τι κι αν την συνδέσει κάποιος-επειδή,είπαμε,τα βιβλία επικοινωνούν μεταξύ τους και φυσικά με την ζωή μας όλη κι αυτό είναι μόνο ένα συστατικό από την μαγεία τους-η Μέλανι Γουάλας εξιστορεί με το δικό της ύφος τελικά,έχοντας αψεγάδιαστη τεχνική αφήγησης και λεκτική διατύπωση που κινείται στις παρυφές ενός καλά αφομοιωμένου στοχαστικού και μαζί και λυρικού λόγου που παραπέμπει -μια και πιάσαμε το κουβάρι των επιρροών-και στον μαγικό ρεαλισμό των μεγάλων Νοτιοαμερικάνων συγγραφέων και στον ρομαντισμό των Ευρωπαίων λογοτεχνών του 19ου αιώνα,καθώς στην τελική εκφορά του από την Αμερικανίδα συγγραφέα,που τυχαίνει να ζει στην Ελλάδα-κάπου στην Εύβοια**-φλερτάρει και γιατί όχι,επίσης οριακά,όμως έκδηλα,και με το γκόθικ μα και το υπερφυσικό στοιχείο,αυτό που βρίσκουμε πιο έντονο στα ρομαντικά, αγγλόφωνα κυρίως,κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Νομίζω εν τούτοις ότι την Μέλανι Γουάλας,με μόλις τρία απ΄όσο ξέρω λαμπρά πονήματα ως τώρα στο ενεργητικό της,δεν υπάρχει βιάση να την ταξινομήσουμε οπωσδήποτε κάπου,διότι ούτε μ΄ αυτές, τις ταιριαστές στο ύφος της,τις πολύ γοητευτικές λογοτεχνικές ετικέτες φαίνεται να καλύπτεται προς το παρόν η ιδιαιτερότητά της .Θα δούμε,ας περιμένουμε την συνέχεια.


Οι ψυχές των ηρώων που εμπνέουν την Γουάλας στοιβάζονται σε έναν άθλιο και περίκλειστο τόπο,το συνοριακό οχυρό 2881, που βρίσκεται κοντά σ΄ένα σταυροδρόμι εσωτερικής μετανάστευσης που επιχειρούν έποικοι,στο τέλος τού πουθενά,σε αναζήτηση καλύτερης μοίρας,λίγο μετά τον εμφύλιο στις ΗΠΑ. Εκεί θα υπογραφούν οι καταδίκες τους και όταν και αυτό γίνει, το τέλος της τραγωδίας τους θα παιχτεί ακόμα πιο μοναχικά σε άσυλα και τιποτένιες τρώγλες.
Ο στρατός, που κάποια δουλειά πρέπει να κάνει μετά το τέλος του πολέμου,αναλαμβάνει να τους προστατέψει από τους Ινδιάνους των οποίων τον τόπο δίνει σ΄αυτούς η κυβέρνηση υποδυόμενη ότι τους νοιάζεται.Οι "άγριοι" παραμονεύουν παντού και μετακινούνται διαρκώς αναζητώντας κι εκείνοι τροφή και ασφάλεια και τις ολοένα και λιγότερο ιδανικές συνθήκες για την επιβίωσή τους που επιθυμούν όμως να είναι συνακόλουθη των πανάρχαιων εθίμων τους,της γνώσης και της σοφίας κι όλα εκείνα που σαν αντίληψη αποτελούν την κουλτούρα τους.
Τα αιματοκυλίσματα δεν είναι σπάνια ούτε αναίτια και το οχυρό πρέπει να προσφέρει καταφύγιο και να επιβάλει παράλληλα τις διαταγές της κυβέρνησης,που μια εξ αυτών είναι και η εξόντωση των "αγρίων",εφόσον δεν εκπολιτίζονται σύμφωνα με την περί πολιτισμού λογική των λευκών.
Το συγκεκριμένο όμως οχυρό υπό τον Κάτερ που καταρρέει όπως κι ο ίδιος δεν μπορεί να δώσει τίποτα, αντιθέτως χρειάζεται να πάρει εφόδια και υλικά,μισθούς,τρόφιμα και νέες εντολές ή καλύτερα σκοπούς και άλλους ανθρώπους να το στελεχώσουν για να θεωρηθεί ότι έχει λόγους ύπαρξης και κυρίως ότι τους υπηρετεί .




Μελαγχολία και θάνατος,πηχτό σκοτάδι και θαμπές μέρες,υπόκωφα αναφυλλητά νεκροζώντανων σκιών, πόνος,τρέλα,αποκλεισμός,κραυγές φόβου,ουρλιαχτά αγωνίας,πένθος,οδύνη,πείνα,οπτασίες και οραματικές παρακρούσεις σ΄ένα τοπίο εφιαλτικό, σε ξερές,άγονες,γυμνές όσο πιάνει το μάτι εκτάσεις και εκβολές ρευμάτων άγριων ποταμιών που ξεπηδάνε από βαθιά φαράγγια και κρύο, ατελείωτο κρύο είναι διαρκώς το σκηνικό της μυθοπλασίας.
Ασυντήρητα απομεινάρια ετοιμόρροπων καταλυμάτων στο οχυρό 2881 το οποίο  η Γουάλας ευφυώς επιλέγει σαν σκηνικό της αφήγησής της γίνονται καταφύγια της ύστατης ανάγκης αποκαμωμένων στρατιωτών -ρεμάλια στρατολογημένα από ΄δω κι από ΄κει που περιμένουν έτοιμα για ανταρσία και λιποταξία τους  χρωστούμενους επί μήνες μισθούς τους εκεί στην ερημιά-και πολιτών που δεν είναι λιγότερο βάναυσοι από τους αποκαλούμενους "άγριους" ή λιγότερο τυχοδιώκτες από τους κονκισταδόρες και τους πρώτους λευκούς αποίκους και σε όλες τις περιπτώσεις φτωχοί,φτωχοί διάβολοι,απελπισμένοι που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.
Κοντά στο οχυρό-που η κατάσταση και η ατμόσφαιρά του στις πρώτες σελίδες σε παραπέμπει στην "Έρημο των Ταρτάρων" αλλά κατόπιν απομακρύνεται από την αντιπολεμική οπτική του Μπουτζάτι και εδώ γίνεται ενοχική κραυγή αγωνίας για το πως ακριβώς και με πόσο αίμα στήθηκε ένα ολόκληρο και ακμάζον παρά τις αδυναμίες του έθνος-σαπίζει από την υγρή παγωνιά ένας έρημος καταυλισμός εποίκων που για λίγο  σταμάτησαν εκεί για να πάρουν μιαν ανάσα από την οδύσσεια μετακίνησής τους προς μία γονιμότερη γη-την γη ως τότε των "αγρίων",ας το κρατήσουμε αυτό γιατί δεν είναι μια απλή πληροφορία-για να στήσουν τα καινούργια σπιτικά που ονειρεύτηκαν,ακριβώς όπως κάποιοι τους τα έταξαν.
Κουρελιασμένα ρούχα,σωροί σκουπίδια,αχρηστευμένα και σπασμένα κομμάτια από κάρα,ρόδες, βαρέλια,σκηνές,εργαλεία,οστά από άρρωστα ζώα που σφάχτηκαν και αφέθηκαν βορά στα όρνεα και πρόχειροι τάφοι σε σειρές,μια ζοφερή εικόνα φτιαγμένων όπως όπως σταυρών μπηγμένων σε χωμάτινους σωρούς που τους σκορπίζει ο αέρας και δηλώνουν πως κάποτε έζησαν και πέθαναν και άνθρωποι εκεί .
Άνθρωποι απλοί και πάμφτωχοι-κι αυτό το ξαναλέω- που είχαν κάπως αλλιώς ξεκινήσει τις ζωές τους στην αχανή χώρα, την οποία προσπαθούν κατά το δικό τους χορτάτο και ασφαλές δοκούν οι ταγοί της να ξαναβάλουν σε ρυθμούς ειρήνης και βηματισμού προς ένα συμπαγές αύριο. Ίσως να μπορούσαν κι αυτοί οι ταπεινοί και αναλώσιμοι να σωθούν χωρίς να νιώσουν προηγουμένως τέτοιον πόνο.Η μοίρα (ή μήπως η εξουσία;) δεν θέλησε να σταθεί γενναιόδωρη απέναντί τους κι εκείνοι δεν της πήγαν ποτέ ενάντια.

Η Wallace ψάχνει με προσοχή,επιμένοντας στις λεπτομέρειες,για το σημείο εκείνο που μπαίνει το λιγοστό φως και φωτίζει τις άνισα συγκρουόμενες κουλτούρες.Κατεβαίνει ως τα κατάβαθα των ψυχών και φτάνει στα άκρα των ορατών τους κόσμων, σε επίπεδα που η ίδια έχει παράλληλα με την ανηφόρα στα τυφλά φροντίσει να θεμελιώσει-με υλικό που αντλεί αβίαστα από το ξέχειλο συγγραφικό της θησαυροφυλάκιο-στέρεες γέφυρες λέξεων για να προχωρήσουν προς το φως,αυτό που εναγωνίως αναζητείται από εκείνους αλλά κι εμάς που παρακολουθούμε τις ιστορίες τους σοκαρισμένοι,δεκτικοί τόσο όσο μας επιτρέπουν οι αδιάγνωστες και γελοίες αναγνωστικές μας αλλοτριώσεις και αγκυλώσεις.
Οι επιμέρους ιστορίες δεν εγκιβωτίζονται με τους δομικούς τρόπους που ξέρουμε ως τώρα,σχεδόν δεν αφηγούνται,σίγουρα δεν αφηγούνται γραμμικά,οι ήρωες που πλάθει η Γουάλας τις κουβαλάνε από την αρχή μαζί τους ,είναι οι ίσκιοι τους,απλώς κάποια στιγμή -πάντα σε έναν εντυπωσιακό Ενεστώτα χρόνο,πλην ελάχιστων κομματιών που ο Παρατατικός και κάπου ένας στιγμιαίος Μέλλων χρωματίζουν την ροή του χρόνου σαν αυτός ουσιαστικά να μην υπάρχει αλλά να υπονοείται για να αρχίζει και να συνεχίζεται αενάως κάτι πέρα απ΄αυτόν, τουλάχιστον όπως τον μετρούν οι άνθρωποι- θολά αλλά μαζί και πεντακάθαρα τις μαθαίνουμε κι εμείς.Πώς γίνεται αυτό; Γίνεται.Η Wallace τουλάχιστον το κάνει.Το... know how πολλοί το λέμε ακόμα χάρισμα.


Το μεθοριακό οχυρό 2881 χαμένο στην μετεμφυλιακή απεραντοσύνη των ΗΠΑ,αποκομμένο από Θεό και Πολιτεία διοικείται-τρόπος του λέγειν-από τον ταγματάρχη Κάτερ,παλαίμαχο του εμφυλίου, άνδρα εξοικειωμένο με το αίμα που ρέει δικαίως και αδίκως στα πεδία των μαχών,ο οποίος καταφέρνει να διακρίνει το παράλογο του θανάτου,γιατί έχει παραμείνει (και) άνθρωπος.Πώς;Ίσως γράφοντας εκείνα τα υπέροχα γράμματα (που φυσικά η Γουάλας δημιουργεί) προς την σύζυγό του Λαβίνια, μιλώντας της για τα ανθρώπινα και τα απλά,τα όμορφα του κόσμου, σε επιστολές αγάπης που ξέρει καλά ότι δεν θα της στείλει ποτέ.Ίσως ακόμα και διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τα κουρελιασμένα βιβλία του Σαίξπηρ που κουβαλάει πάντα μαζί του,κρατώντας φράσεις του σαν φυλαχτά στην αδιαπέραστη ψυχική ερημιά του.
Ο Κάτερ είναι πια έτοιμος να αναγνωρίσει ένα κομμάτι του φωτισμένου και γι αυτό απελπισμένου εαυτού του στην μορφή της Άμπιγκέιλ Μπιούελ με την οποία θα μοιραστεί,μ΄έναν υπόγειο,μυστικό, κωδικοποιημένο τρόπο επικοινωνίας,την μοναξιά και την απέχθειά του για τους ομόγλωσσούς τους ανθρώπους και τα θλιβερά έργα τους τα βαφτισμένα, μαζί με ό,τι πράγματι καλό έχουν καταφέρει, πολιτισμό.



Τα πρόσωπα πλην ενός είναι από την αρχή στην έκθετη στο κοινό σκηνή.Ο ταγματάρχης Ρόμπερτ Κάτερ,ο υπολοχαγός Χέιστινγκς,ο διαισθητικός μαύρος σιδεράς του οχυρού,ο Κόουλ,η πλύστρα του στρατοπέδου η Μαρία,ο ελεεινός παντοπώλης Πέις που πουλάει την σάπια πραμάτεια του με πίστωση και τόκο,ο καλόγνωμος στρατιωτικός γιατρός Μάθιους και η μονίμως άρρωστη γυναίκα του,ο Ριντ Γκάμπριελ ο δημοσιογράφος που έρχεται στο οχυρό όταν οσμίζεται κερδοφόρες ιστορίες που θα πουληθούν καλά, αλλά γίνεται ο έτερος πυλώνας μαζί με τον Κάτερ στην ενίσχυση της απόφασης της  Άμπιγκεϊλ Μπιούελ,απελεύθερης γυναίκας,να αρνηθεί τον παλιό της κόσμο,οι έποικοι Τζέιμς (και ο νεκρός Γιουτζήν) Μπιούελ και Τζόνας Σμιθ.
Οι αιχμαλωτισμένες νεαρές γυναίκες Κόνστανς Σμιθ και Άμπιγκεϊλ Μπιούελ που ανταλλάσσονται με τρεις Ινδιάνους κι έτσι γυρίζουν πίσω,η μεν Κόνστανς ευτυχής γι αυτό και στιγματισμένη για πάντα απ΄αυτό,η δε Άμπιγκεϊλ αντιδρώντας βίαια και αυτοκαταστροφικά,αρνούμενη με κάθε τρόπο να αποκηρύξει τα τέσσερα χρόνια ζωής με τους "αγρίους".  
Οι "άγριοι".
Το μοναδικό ζωντανό παιδί του Κάτερ και της Λαβίνια,ο νεαρός Χένρι,που εμφανίζεται όταν ο Κάτερ οδεύει στο τέλος.

Και βέβαια η  Άμπιγκεϊλ Μπιούελ. Η κακότυχη κόρη μιας πόρνης,η τύποις σύζυγος ενός καλού ανθρώπου (του Γιοτζήν) που δεν έγινε ποτέ συζυγός της,η κοπέλα που πουλήθηκε σαν ζώο σε πανηγύρια και άλλαξε ιδιοκτήτες, αφέντες και...χρήση ,λευκή στο χρώμα μα απόκληρη σε μια χώρα που έκανε πόλεμο για καταργήσει τις διακρίσεις και την δουλεία.Η  Άμπιγκεϊλ Μπιούελ  και το παιδί του Ινδιάνου που έχει στην κοιλιά της και δεν είναι καρπός βιασμού αλλά αγάπης και το οποίο δεν υπάρχει πια κανένας λόγος για εκείνην  να γεννηθεί ζωντανό στην μόνη πραγματική αιχμαλωσία που βιώνει :τον υποκριτικό και προσηλυτιστικό πολιτισμό της ράτσας της.
Η  Άμπιγκεϊλ Μπιούελ και το απρόκλητο από την ίδια παρελθόν της που την έχει τσακίσει και η απώλεια της ελευθερίας της βούλησής της την οποία βρήκε ανέλπιστα στα τέσσερα χρόνια τής, κατά τους λευκούς τρομερής,κοινής της ζωής με τους Ινδιάνους.
Η  Άμπιγκεϊλ Μπιούελ και το γαλάζιο,στικτό άλογό της που την ακολουθεί παντού.Και ο λόγος που συμβαίνει αυτό.
Η φράση-κλειδί της  Άμπιγκεϊλ Μπιούελ στον Κάτερ "δεν θα ζήσω ανάμεσά σας".
Κι όλα όσα του λέει αργότερα, και μόνον σ΄αυτόν,ειδικά όταν εκείνος γίνεται- περνώντας από μια δίκη περίπου παρωδία- ένας άνδρας ταπεινωμένος,που του έχουν ξηλώσει τα κερδισμένα με θάνατο γαλόνια,πεταγμένος στην λήθη όμως ελεύθερος.Όταν κι εκείνη, εν γνώσει της ότι  θα χαθεί για πάντα αν δεν υποταχθεί ξανά,σύρεται στο άσυλο,έρμαιο ον,άβουλο,με ένα τέλος που δεν συνεπάγεται καμία καινούργια αρχή επειδή δεν της την επέτρεψε ο πολιτισμός-τους.

Τέλος θα ήθελα να αναφερθώ ξεχωριστά στην Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, μια μεταφράστρια που έχω εντοπίσει χρόνια τώρα και μου αρέσουν πολύ οι χαμηλών τόνων μεταφράσεις της από τα νορβηγικά ή αγγλικά η οποία και στο ιδιαίτερο αυτό βιβλίο της Γουάλας "Το Γαλάζιο Άλογο Ονειρεύεται", κάνει μια ακόμα θαυμάσια μετάφραση για τις εκδόσεις Πόλις.

Melanie Wallace

*Κριτικές και προσεγγίσεις που φωτίζουν το μυθιστόρημα της Μέλανι Γουάλας και γίνονται σημαντικές αναφορές στις επιρροές της και λέγονται και πολλά άλλα ενδιαφέροντα  εδώ και εδώ .

**Η υποβλητική ατμόσφαιρα του βιβλίου και ίσως το γεγονός ότι η Wallace κατοικεί σ΄ένα χωριό της Εύβοιας με έκαναν να σκέφτομαι τον... Αλέξη Δαμιανό (που έζησε και εμπνεύστηκε  εκεί) και ειδικά την ταινία του "Μέχρι το Πλοίο".Γιατί;Γιατί έτσι,δεν ξέρω.
Χωνευτήρι ο νους του αναγνώστη και θαυμαστά συγκοινωνούντα δοχεία όλα,τα βιβλία,οι ταινίες, οι μουσικές,οι τόποι, οι άνθρωποι,η ζωή....

Σχόλια

  1. Ανώνυμος23/2/15 18:29

    Μπράβο Βιβή εξαιρετική η άποψή σου για το βίβλίο την ασπάζομαι. Μου άρεσε πολύ η φράση που γράφεις ότι τα βιβλία επικοινωνούν μεταξύ τους. Είναι όντως έτσι διότι πρόσφατα διάβασα το βιβλίο του J.M. Coetzee "Περιμένοντας τους Βαρβάρους" που είναι κι αυτό μια αλληγορία στον πολιτισμό μας.
    Simone.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου