"Πηγή Έμπνευσης".Μια συνέντευξη-κατάθεση ψυχής της Ελένης Γκίκα στην Πασκουαλίτα Κότσιφα.Α΄μέρος

Τι πιο ωραίο να ξεκινάς τη μέρα σου συναντώντας αξιόλογους ανθρώπους, κάνοντας ένα μικρό διάλειμμα στην καθημερινότητα, αλλά και στο γενικότερο κλίμα έντασης που επικρατεί παραμονές εκλογών. Αν μη τι άλλο κάτι θα «πάρεις», κάτι θα «δώσεις», πόσο μάλλον όταν το άτομο με το οποίο θα συναντηθείς αποτελεί και πηγή έμπνευσης. 

Απλότητα, ευγένεια, αυθεντικότητα τρία χαρακτηριστικά όπως τρία και τα δωμάτια στην ποιητική της συλλογή «Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης» με τα οποία συνθέτει μία ιστορία, μία ζωή- τη δική της. Ο λόγος για τη δημοσιογράφο, βιβλιοκριτικό και συγγραφέα Ελένη Γκίκα που δέχτηκε να μου αφιερώσει τον πολύτιμο χρόνο της, Παρασκευή μεσημέρι. Μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης και μια κατάθεση ψυχής, της δικής της. Την ευχαριστώ από καρδιάς.




«κάποτε αντίκρισα το γαλάζιο τ’ ουρανού και δάκρυσα

κάποτε αισθάνθηκα έναν λευκό άγγελο και σκίρτησα

και κάποτε είδα το αύριο και χάθηκα»


της Ειρήνης- Πασκουαλίτα Κότσιφα


   Α΄ ΜΕΡΟΣ

Ελένη Γκίκα

Ξεκινώντας τη συνέντευξή μας, θα ήθελα να μας πείτε λίγα λόγια για σας και για το ξεκίνημά σας στη συγγραφή βιβλίων και στο χώρο της δημοσιογραφίας.
Παρ’ ότι όλα μοιάζουν με επιλογή, εκ των υστέρων συνειδητοποιώ ότι μπορεί και να ήταν όλα τυχαία, όσο τυχαίο μπορεί να είναι το τυχαίο στη ζωή. Σίγουρα εκείνο που προηγήθηκε στη ζωή μου είναι η αναγνώστρια. Το έχω πει κι άλλες φορές βέβαια, αλλά έτσι συνέβη. Ως παιδί ήμουν φιλάσθενο, χωρίς αδέλφια, δίχως άλλα παιδιά στη γειτονιά, κι έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος να… απασχοληθώ. Με έμαθαν, λοιπόν, να διαβάζω πριν πάω σχολείο. Οι παρέες μου εκ των πραγμάτων ήταν τα μεγαλύτερα ξαδέρφια μου κι έτσι άρχισα να διαβάζω τα δικά τους βιβλία. Κατά συνέπεια, όταν πια μου επιτρεπόταν να βγω, είχα ήδη μάθει να ζω με τα βιβλία, να θεωρώ τους συγγραφείς συγγενείς μου και να περνάω πάρα πολύ καλά διαβάζοντας. Στη συνέχεια, παρ’ ότι μου άρεσαν τα μαθηματικά, το θεώρησαν όλοι ότι η φιλολογική κατεύθυνση ήταν μονόδρομος. Δημοσιογραφώντας κατόρθωσα να κάνω δουλειά εκείνο που θα έκανα ούτως ή άλλως. Να διαβάζω ήθελα και να γράφω και πληρωνόμουν κιόλας γι’ αυτό.
Η πρώτη δουλειά μου ήρθε με αλλόκοτο τρόπο σχεδόν παράλληλα με την πρώτη ποιητική συλλογή. Δημοσιογραφία και γράψιμο ήρθαν στη ζωή μου μαζί. Σε ένα φεστιβάλ νεολαίας ο Μανώλης Παπουτσάκης ζητούσε μια φοιτήτρια να γράφει για «το γυναικείο ζήτημα» στο «Αντί». Κι έτσι ξεκίνησα να δημοσιογραφώ!
Να γράφω άρχισα όταν ήμουν επτά χρονών. Μια αστυνομική ιστορία «Στα ίχνη του θανάτου» ο τίτλος της. Είχε αρρωστήσει η μαμά μου κι εγώ φοβήθηκα τόσο πολύ. Τα βράδια ξενυχτούσα, γιατί ο πατέρας μου δεν ήταν στο σπίτι. Για να ξεφοβηθώ, έγραψα. Από τότε, όποτε φοβόμουν, έγραφα. Αλλά έγραφα κι όποτε δεν καταλάβαινα κάτι, φτάνοντας πια στο σημείο να πρέπει τελικά να το γράψω για να το καταλάβω αυτό που ζω. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να πω ακριβώς αν είναι επιλογή ή απλώς συνέβη, μού έτυχε κι αυτό. Συνήθως λέω «επιλογή», αλλά ήταν και οι συνθήκες τέτοιες.

Προσωπικά η απλότητα στους ανθρώπους με γοητεύει πολύ, όταν λοιπόν σας πρωτογνώρισα στην παρουσίαση του καινούριου σας βιβλίου "Λίλιθ", με κέρδισε αυτή σας η ταπεινότητα, η απλότητα και η σεμνότητά σας. Είστε μια καταξιωμένη δημοσιογράφος, βιβλιοκριτικός και συγγραφέας με πολλές γνώσεις, με βαθιά κριτική σκέψη και ταυτόχρονα εκπέμπετε έναν άνθρωπο της «διπλανής πόρτας» με πολλές ευαισθησίες και που φαντάζομαι δε θα σας νοιάζει κι αν τσαλακωθεί η εικόνα σας. Εσείς πως νιώθετε; Αυτή η επιτυχημένη πορεία σας στο λογοτεχνικό χώρο κι όχι μόνο, σας έχει επηρεάσει ως άνθρωπο;
Γεννήθηκα τσαλακωμένη. Δηλαδή μέχρι τα 10 μου φοβόμουνα να μη πεθάνει η μαμά μου. Είχα έρθει αντιμέτωπη με τον θάνατο από πολύ μικρή, οπότε πράγματα που άλλοι μαθαίνουν στα 60, 70, 80 τους ήδη τα ήξερα. Το μάταιο των πραγμάτων το ήξερα. Το ότι η τέχνη είναι αντιπερισπασμός, κατά κάποιο τρόπο κι αυτό το ήξερα. Κι ύστερα είχα τη σπάνια τύχη να κάνω αυτή τη δουλειά. Στη δημοσιογραφία γνώρισα πολύ σημαντικούς συγγραφείς. Σαν αναγνώστρια διάβασα πολύ σπουδαία βιβλία. Ε, δεν είναι κωμικό να θεωρώ τον εαυτό μου σπουδαίο; Ζω κάπως απομονωμένα, κατεβαίνω σπανίως στην Αθήνα και σε παρουσιάσεις βιβλίων δεν πάω παρά ελάχιστα. Είχα αρκετούς καημούς σε προσωπική βάση. Το ότι ο θάνατος ξεκινά με τη γέννησή μας το εμπέδωσα από πολύ τρυφερή ηλικία. Το ότι η λογοτεχνία είναι κάτι πολύ σπουδαίο επίσης, καθώς και το ότι όλα είναι σε σχέση. Κατά συνέπεια, εξαρτάται και με τι και ποιους συγκρίνεις τον εαυτό σου. Ε δεν αντέχω στη σύγκριση μ’ αυτούς που με συγκινούν. Αλλά ως μοναχοπαίδι και σαν ιδιοσυγκρασία έχω ανάγκη να γράφω. Όμως, ταυτοχρόνως καταλαβαίνω ότι σε αυτό που κάνω, υπάρχουν απείρως σπουδαιότεροι που το έχουν κάνει και εξακολουθούν να το κάνουν απείρως σπουδαιότερα. Αλλά είναι και η δική μου ανάγκη. Ο δικός μου τρόπος να σπρώχνω τον χρόνο μου.


Σας άκουσα να λέτε σε μια παρουσίαση ενός βιβλίου εγώ είμαι «ο κανένας» με αφορμή το γεγονός ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που έχουν το ίδιο ονοματεπώνυμο με το δικό σας. «Δεν υπάρχω, είπα και έγινα αιώνια επιστροφή στον κήπο του παντός και στο δωμάτιο που επιτέλους ξύπνησα ο Κανένας» γράφετε στο ποίημά σας με τίτλο "πρίμα μπαλαρίνα". Πώς τελικά επέδρασε μέσα σας αυτός ο Κανένας;

Πάνω σε μια αστεία ιστορία για το κοινό όνομά μου το οποίο μου δίνει το άλλοθι να λέω «δεν είμαι εγώ». Ξέρετε, όσο μεγαλώνει κανείς παύει να γίνεται αυτοαναφορικός και συνειδητοποιεί ότι το ενδιαφέρον, τελικά, είναι εκεί έξω. Είναι η συνειδητοποίηση ότι ο καθένας, κατά βάση, μπορεί να είναι ο κανένας. Και μετά έχει πει ο Ντοστογιέφσκι ότι η τέχνη προσεγγίζεται μόνο με ταπείνωση. Εγώ θα έλεγα και η ζωή. Για να χαρείς τη ζωή πρέπει να μην είσαι τόσο αυτοαναφορικός, διότι υπάρχουν χίλια δυο πράγματα έξω που τα χάνεις όταν τα βλέπεις σε σχέση όλα με σένα. Ενώ είναι δικά σου, αν τα βλέπεις σε σχέση με την ίδια τη ζωή. Το θαύμα είναι καθημερινό και η ποίηση υπάρχει ή δεν υπάρχει κι αν υπάρχει, υπάρχει σε όλα ή δεν υπάρχει πουθενά.

Σε ένα άλλο σας ποίημα με τίτλο «Το φάσμα του φωτός και του θανάτου» γράφετε και τους εξής στίχους: «Φορώντας πότε το ένα σώμα πότε το άλλο υποδυόμενη ρόλους επώδυνους και καθαρτήριους Πέτρα και βράχος μια ολόκληρη ζωή πολλές ζωές ατελεύτητα». Αποκτήσατε ρόλους που ποτέ δε θελήσατε ζώντας τη ζωή κάποιου άλλου κι όχι τη δική σας;
Για πολύ μικρό χρονικό διάστημα ναι, και χωρίς να το θέλω. Έγινε στην πορεία κι απ’ το φιλότιμό μου κατάφερα έστω για λίγο να βγω από τον «χοντροκομμένο μου εαυτό». Ξέρετε, δεν είμαι καθόλου διπλωματική φύση, δεν μπορώ να προσποιηθώ, όλα μου φαίνονται. Χωρίς, βέβαια, και αυτό να σημαίνει πως δεν αλλάζω θέση ίσα-ίσα είμαι ανοιχτός άνθρωπος, μπορεί εύκολα να μετακινηθώ. Αλλά ναι, έχουν υπάρξει και ρόλοι. Δυο ρόλοι πολύ συγκεκριμένοι. Ας πούμε παντρεύτηκα χωρίς να θελήσω να παίξω ρόλους. Μου άρεσε αυτή η αίσθηση του «κάνω παιδιά, έχω κήπο, μοιράζομαι», μου αρέσει η συντροφικότητα. Στην πορεία, όμως, δεν ήταν έτσι διότι ήταν δυο κόσμοι κι έπρεπε εγώ να κάνω ό,τι υπαγόρευαν αυτοί οι κόσμοι. Προσπάθησα με φιλότιμο να το κάνω, δεν μπόρεσα να το κάνω. Επίσης, κάπως «ρόλος» ήταν για κάποια χρόνια και η δημοσιογραφία όσον αφορά το στήσιμο, την εμφάνιση. Ίσως γι’ αυτό και τώρα έχω αφεθεί. Για πολλά χρόνια τα ρούχα που φορούσα, η τσάντα που κρατούσα- όλο αυτό ήταν λίγο κάτι σαν… στολή. Μου είχε επιβληθεί ανοήτως. Όταν πρωτοξεκίνησα και για πολλά χρόνια ήμουν μ’ ένα τζιν, με κάτι μποτάκια και με ριγέ μάλλινες κάλτσες. Κάποια στιγμή, θυμάμαι και το θέμα, είχε έρθει η Καρολάιν από την ‘Τόλμη και γοητεία’, που δεν είχα δει ποτέ ως σίριαλ γιατί δεν είχα τηλεόραση καν. Με έβαλαν λοιπόν, να το δω και μου ζήτησαν να είμαι εκείνη που θα την υποδεχτώ εκ μέρους των ‘Εικόνων’ στο αεροδρόμιο. Κι όταν είπα εντάξει, μου λέει ο τότε διευθυντής μου – τον οποίο αγαπώ πάρα πολύ και συναντώ ακόμη και χαίρομαι να τον αγαπώ- «θα είμαι μαζί σου, θα σου δώσω τα λουλούδια, θα στη δείξω, όμως βάλε κι εσύ κάτι της προκοπής». Κι έτσι αγόρασα το πρώτο μου κουστούμι και φόρεσα τα πρώτα μου παπούτσια- τακούνι. Εννοείται ότι υπέφερα απίστευτα, με στένευαν οι γόβες και δεν θα το ξανακάνω ποτέ.



Έχετε γράψει βιβλία για ενήλικες, για εφήβους αλλά και για παιδιά, έχετε ξεχωρίσει κάποιο έργο σας; Κι αν ναι για ποιο λόγο;

Πάντοτε μου άρεσαν τα παραμύθια και μου άρεσαν τα παραμύθια που ήταν για μικρά παιδιά, δηλαδή ως 7-8 χρόνων. Είναι εκείνες οι ηλικίες που έχεις την εντύπωση ότι τα παιδιά ξέρουν τα πάντα κι έτσι και τ’ ακολουθήσεις θα ξαναθυμηθείς ή θα ξαναμάθεις εκείνα που τα συνήθισες και τα ‘χασες ή εκείνα που ξέχασες εσύ. Είναι το πιο δύσκολο είδος. Τα παιδιά είναι ανελέητοι αναγνώστες. Δεν σου χαρίζονται εύκολα, για την ακρίβεια δεν σου «χαρίζονται» αδίκως ποτέ.


Το να γράφει κανείς για μικρά παιδιά, προσωπικά το βρίσκω ιδιαίτερα δύσκολο. Οι μικροί αναγνώστες είναι πάντοτε πιο απαιτητικοί και φυσικά κι αυθόρμητοι στο να αναφέρουν αν κάτι τους άρεσε ή όχι. Εσείς πως ασχοληθήκατε και με την παιδική λογοτεχνία;

Ένα παιδί ήταν η αρχή. Και δεν ήμουν εκείνη που το έκανα γι’ αυτό το παιδάκι, άφησα να μου το κάνει αυτό το παιδί. Ναι, με μένα έγινε αντίστροφα, ένα παιδί ήρθε και μ’ έβαλε στον κόσμο των παραμυθιών. Είχα γράψει παραμύθια από όταν ήμουν 18-19 χρονών, είχαν δημοσιευθεί κάνα δυο και σε λογοτεχνικά περιοδικά. Είχα πάντα ένα πρόβλημα, όμως, για το πώς μιλάς στα παιδιά για τον θάνατο, μέχρι που η Ξένια Καλογεροπούλου σε μια συνέντευξή μας για το παιδικό θέατρο που είχαμε κάνει, μου είχε πει πως τα παιδιά δεν έχουν την ίδια εντύπωση για το θάνατο που έχουμε εμείς. Και μάλιστα μου είχε αναφέρει το παράδειγμα ενός παιδιού γνωστών της που ήξερε ότι η γιαγιά του δεν ήταν καλά. Και ο μικρός της ζήτησε να κανονίσει να πεθάνει στο σπίτι τους! Αυτό αυτομάτως σε απενοχοποιεί από δύο πράγματα. Το πρώτο είναι σε σχέση με τα παιδιά. Για τα παιδιά ο θάνατος δεν είναι κάτι αμετάκλητο και τόσο τρομακτικό. Και το δεύτερο, όσον αφορά στον ίδιο τον θάνατο. Μπορεί ο θάνατος και να μην είναι κάτι τόσο πολύ τρομερό. Για να μην τον αισθάνονται τα παιδιά σαν τόσο τρομερό, δε θα είναι τόσο τρομερός.
Βέβαια, δε θα έγραφα παραμύθια αν δεν πάθαινα τέτοια αγάπη για παιδί σε σχετικά μεγάλη ηλικία. Πριν από 8 χρόνια γνώρισα ένα παιδάκι που ήταν τότε 13 μηνών, έπαιζε πιάνο κι έκανε ακροβατικά. Έτσι μου είχε πει ο μπαμπάς του. Κι έγινε η βαφτιστήρα μου, μαζί της ξαναείδα τον κόσμο. Ακόμη και τώρα με τη Νεφέλη συνεννοούμαστε με νοήματα και με βλέμματα. Είναι το παιδάκι που μ’ έκανε να χορέψω σε πλατείες και το παιδάκι που μου υπαγόρευσε και τα παραμύθια, ουσιαστικά.


"Το μυστικό της τσαγιέρας", ένα παιδικό βιβλίο, που όπως αναγράφεται και στο οπισθόφυλλό του πρόκειται για ένα παραμύθι για το θαύμα της τέχνης και το μυστήριο του χρόνου. Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης αυτού του παραμυθιού;
Οι τσαγιέρες που ανταλλάσσουμε όλα αυτά τα χρόνια με την Νεφέλη. Οι τσαγιέρες που μου χαρίζει, οι τσαγιέρες που έχουμε οι δυο μας, διπλές. Τα παραμύθια, παρ’ ότι είναι αλλόκοτα, στη δική μου περίπτωση είναι τα πιο αυτοαναφορικά, σχεδόν αυτοβιογραφικά. Δηλαδή εκεί που είμαι αυτοαναφορική είναι στα παραμύθια, σε όλα τα παραμύθια. Ακόμη και στο πρώτο, στο «κοριτσάκι που πίστευε στα θαύματα». Έχει ένα κοριτσάκι που κάνει καλά τη μαμά του ζωγραφίζοντας. Και γράφτηκε γιατί κι εγώ είχα φοβηθεί και θέλησα να κάνω καλά γράφοντας τη δική μου μαμά.

Ποια είναι η σχέση σας με τα παιδιά;
Η καλύτερη σχέση που έχω με ανθρώπους είναι με τα παιδιά και με τους ηλικιωμένους. Είναι οι… ηλικίες μου. Γενικώς μου πάνε όσοι έχουν άλλη αίσθηση χρόνου. Οι βιαστικοί, εκείνοι που προσπαθούν κάτι να πετύχουν, αυτοί που ισχυρίζονται ή και να μην το ισχυρίζονται το υπονοούν ότι «ο χρόνος είναι χρήμα», μακριά από τη ζωή μου! Θέλω τους ανθρώπους που έχουν το χρόνο του Θεού και τα παιδιά τον έχουν όπως κι οι παππούδες. Περνάω καλά μαζί τους.
Τσαγιέρες και ταξίδια κυριαρχούν στο μυστικό της τσαγιέρας. Σας αρέσουν τα ταξίδια;
Κι εκεί υπήρξα πολύ τυχερή. Για χρόνια στις «Εικόνες» ο κύριος Μπόμης, ο παλιός μου διευθυντής, ως «η καλή σπασίκλα» που ήμουν, μου έδινε σπανίως άδεια. Υποσχόταν, όμως, ότι θα με έστελνε επαγγελματικά ταξίδια μακρινά. Κι έτσι ταξίδεψα πολύ και με εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες. Με διευθυντές τουριστικών γραφείων για 15 μέρες στην Κεϋλάνη. Με τους σπουδαιότερους σκιέρ του κόσμου στο Τιρόλο και στην Αυστρία. Με τη μεγαλύτερη τζαζ μπάντα στο Παρίσι, με τη λυρική σκηνή και το Ζορμπά του Θεοδωράκη στην Αττάλεια. Για Μπιενάλε στην Ισπανία… Μπορώ και να μην ταξιδέψω πια. Έχω χορτάσει. Με φίλους στο Μαρόκο, με γκρουπ που κάναμε εμείς και για να πηγαίνουμε όπου ακριβώς θέλουμε.
Με την Πέρσα (Κουμούτση) την φίλη μου σ’ ένα συνέδριο… αραβολογίας στην Αγία Πετρούπολη όπου ακολουθήσαμε τα χνάρια συγγραφέων που αγαπάμε. Πήγαμε στο σπίτι του Πούσκιν, εκεί όπου ήπιε τον τελευταίο καφέ του, στο σπίτι του Ντοστογιέφσκι, προσκύνημα στον τάφο του, στην εκκλησία όπου πήγαινε κι άναβε κεράκι. Η εμμονή μου στα ταξίδια είναι οι πόλεις όπου έχουν ζήσει συγγραφείς που αγαπώ. Είναι μια άλλου είδους συνάντηση, ξέρετε, κι αυτό. Επίσης, ένα ταξίδι που δεν θα ξεχάσω ποτέ, είναι εκείνο στην Καππαδοκία. Είναι εξωτικό το μέρος εκεί κι έχω και ένα παραμύθι που θα βγει προσεχώς. «Η Νεφέλη στις χώρες με τις νεραιδοκαμινάδες», με ένα κοριτσάκι που μπαινοβγαίνει στις καρτ ποστάλ κι έχει να κάνει και με τη γλυπτική. Εκεί βλέπεις όλη τη φύση και τη χώρα να είναι σαν ένα φυσικό γλυπτό. Διότι ξέρεις ότι αυτά τα βράχια που είναι θηρία, είναι άνθρωποι, είναι νεράιδες, είναι πύργοι αναλόγως με τη βροχή και τον αέρα σε λίγα χρόνια θα έχουν άλλο σχήμα. Είναι μια χώρα που μετασχηματίζεται, τελικά. Ο παππούς μου, ξέρετε, ήταν βαφέας και χρησιμοποιούσε ένα μπλε που δεν το είχα συναντήσει πουθενά. Το βρήκα, όμως, αυτό όταν πήγα στην Καππαδοκία! Μέσα στα βράχια και σε παλιές αγιογραφίες. Εκείνο το μπλε που αναζητούσα από παιδάκι, το βρήκα εκεί!

Ελλάδα του 2015, τι σας πληγώνει και τι όχι;
Με πληγώνει η ενοχή μας κι ο φόβος μας, δηλαδή το ότι φορτωθήκαμε περισσότερα πράγματα από όσα φταίξαμε. Αυτό από τη μια και με συγκινεί, γιατί ως λαός το να είσαι ενοχικός σημαίνει ότι είσαι καλός λαός. Από την άλλη, όμως, είναι ψευδές, δε φταίξαμε. Και όσο για τον φόβο μας, με φόβο ούτε τη νύχτα δε βγάζεις! Μ’ αρέσει, δηλαδή, το ότι είμαστε άξιοι να νιώσουμε ενοχές, που σημαίνει ότι είμαστε υποκείμενα και όχι αντικείμενα και μ’ αρέσει πολύ αυτό που βλέπω στα νέα παιδιά. Πιστεύω ότι η χαμένη γενιά ήταν, τελικά, η δική μου γενιά. Η γενιά που δεν ήταν ακριβώς η γενιά του Πολυτεχνείου, αλλά εκείνη που ακολούθησε μετά. Εμάς, που τελικά δεν μας χρειάστηκε η εποχή και η ιστορία. Και μας χρειάζεται τώρα πια κουρασμένους και λανθασμένους. Όμως εσείς τα νέα παιδιά ξεκινάτε με άλλη καθαρότητα κι αυτό μου δίνει χαρά. Το αυριοδωμάτιο είναι δικό σας και θέλω πολύ να το ζήσω και να το δω. Δηλαδή, δε φοβάμαι επειδή ακριβώς μ’ έχουν ξεφοβίσει οι νέοι. Το αύριο εσείς θα το χτίσετε, ας μη σας εμποδίσουμε τουλάχιστον σ’ αυτό.


Ενόψει εκλογών πιστεύετε ότι μπορεί να υπάρξουν αλλαγές και να «χτυπηθεί» ως ένα βαθμό η οικονομική ανέχεια, η «ανύπαρκτη» περίθαλψη στο κομμάτι της υγείας, η εκπαίδευση της απαξίωσης, αλλά και η τρομοκρατία που έχει πάρει απίστευτες διαστάσεις πολιτική και μη;

Ελπίζω ότι τα ελάχιστα θα γίνουν. Με το κράτος πρόνοιας και την περίθαλψη κάτι θα πρέπει να γίνει, δεν μπορεί άνθρωποι να πεθαίνουν ανασφάλιστοι. Με την εκπαίδευση επειγόντως πρέπει κάτι να γίνει. Με την ανεργία των νέων και των ανθρώπων που ξαφνικά βρέθηκαν να είναι 50 χρονών και «άχρηστοι» μέχρι τα 67… Δεν μπορούμε να τους «πετάξουμε» στον Καιάδα - είμαι μία από αυτούς. Και κάτι θα πρέπει να γίνει και στο ότι σ’ αυτήν την κρίση «δεν πήγαμε όλοι μαζί», μερικοί έγιναν πλούσιοι από αυτήν την κρίση! Ακούω που λένε άνθρωποι ότι δεν μπορεί το ενάμιση εκατομμύριο των Ελλήνων να πληρώνει φόρους για να συντηρεί τα οκτώμιση εκατομμύρια συνταξιούχων και ανέργων και γίνομαι έξω φρενών! Διότι οι άνεργοι δεν είναι άνεργοι επειδή το θέλουν! Είναι άνεργοι επειδή δεν έχουν δουλειά, οι συνταξιούχοι, δηλαδή, τι θα πρέπει να κάνουν; Να τους «πεθάνουμε»; Έχουν πληρώσει τόσα χρόνια εισφορές, τι φταίνε αν τα έπαιξαν και τα έχασαν στα ταμεία τους; Αν, δηλαδή, δεν είναι λιγότερο ανάλγητο το πρόσωπο της εξουσίας στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, αύριο δεν έχει μέλλον ούτε η Ελλάδα ούτε η Ευρώπη. Και μέχρι τώρα ήταν ανάλγητο, μέχρι τώρα χτύπησε τους ευάλωτους.

Προσωπικά έχετε αισθανθεί την οικονομική κρίση; Αν ναι έχετε οδηγηθεί να γράψετε κάποιο βιβλίο μόνο για βιοποριστικούς λόγους;
Είχα την… σπάνια τύχη να υποστώ όλες τις κρίσεις μαζί. Το 2011 ήταν η συντέλεια του δικού μου κόσμου. Κάποιος άλλος με λιγότερο ευάλωτη προσωπικότητα, με λιγότερους ανθρώπους να φροντίζει μπορεί να ‘χε πηδήσει από το μπαλκόνι. Δηλαδή, έζησα την αρρώστια και τον θάνατο του πατέρα μου, την αρρώστια της μάνας μου, και το χάος στο Έθνος την ίδια χρονιά. Είδα να γκρεμίζεται το προσωπικό μου σύμπαν σε μια χρονιά. Ακόμα και αυτό που έκανα επί 30 χρόνια μου είπαν ότι «ήταν περιττή πολυτέλεια» πια. Και για τρία χρόνια το άντεξα. Δηλαδή, άντεξα για τρία χρόνια το απόλυτο μηδέν. Με το φάσμα του θανάτου από πάνω, με τα παιδιά που είχα ξεκινήσει στο Έθνος να χάνονται ένα-ένα και να βρίσκομαι μόνη και έρημη εκεί, κατάλαβα τι σημαίνει να ζεις με μηδέν ευρώ το μήνα. Ε, αφού δε με γονάτισε όλο αυτό πια βγήκα απίστευτα δυνατή. Τώρα δε φοβάμαι ούτε καν αυτό που φοβόμουν, τώρα είναι να με φοβούνται οι άλλοι έτσι ατρόμητη που έγινα. Όμως οφείλω να αναγνωρίσω ότι αν δεν είχανε συμβεί αυτά δε θα είχαν βγει τα παιδικά, δε θα είχαν βγει όλ’ αυτά τα βιβλία. Δε θα είχε γίνει το Fractal, τελικά. Το Fractal έγινε ως παραδοχή κάποιων ανθρώπων ότι για μας αυτά που κάνουμε δεν είναι «περιττή πολυτέλεια» αλλά είναι η δική μας η ζωή, τελικά. Οπότε εκ των υστέρων και αποτιμώντας την κρίση, της χρωστώ πολλά. Όμως την έζησα και κόντεψε και να με σκοτώσει. Τώρα, και να ήθελα να γράψω για βιοποριστικούς λόγους δε γινόταν. Ήταν πια περιττό. Η δημοσιογραφία ήταν ο χώρος που χτυπήθηκε όσο και η οικοδομή. Δεν έμεινε τίποτα από την κλασική μορφή στον τύπο και στην καινούρια μορφή ψαχνόμαστε, δεν την έχουμε ακόμη καλοβρεί. Αλλά αυτό που ήξερα για 30 χρόνια κι αυτό που έκανα, ξαφνικά δεν υπήρχε. Απόμειναν οι ύαινες και τα πρόβατα σε έναν χώρο που δεν ήμουν ούτε ύαινα, αλλά ούτε μπορούσα να κάνω το πρόβατο, διότι και δεν μου ταίριαζε και θα δημιουργούσα κακό δεδικασμένο για τα νέα παιδιά. Δεν μπορούσα να καταπιώ με τίποτα εκείνο που δεν καταπινόταν. Όφειλα να το πω, τα χάσαμε όλα. Αλλά αφού αντέξαμε, τα βρήκαμε ή θα τα βρούμε παρακάτω τελικά.

Πότε νιώθετε την ανάγκη να πάρετε ένα μολύβι κι ένα χαρτί και να γράψετε;


Πάντα. Έχω μάθει ό,τι ζω να το γράφω αλλιώς δεν το καταλαβαίνω. Πάντα υπάρχει ένα αγκάθι και το αίνιγμα που πρέπει ν’ απαντηθεί θα είναι πάντα κάπου εκεί στη γωνιά.

Ποια η άποψή σας για το ηλεκτρονικό βιβλίο;
Αγαπώ τόσο τις ιστορίες που δεν με πειράζει το πού θα τις διαβάσω. Ιστορίες θα γράφονται πάντα και όμορφες ιστορίες, και όπου και να τις διαβάζω, τις απολαμβάνω το ίδιο.

Ποια η σχέση σας με τη φύση;
Στην αρχή ως φύση- καρτ ποστάλ, παρ’ ότι ζω μέσα στη φύση. Αλλά με είχαν μάθει να τη βλέπω από το παράθυρο. Τώρα πια όχι, τώρα μου αρέσει που έχουμε κήπο, που έχουμε βουνό. Αλλά μ’ αρέσει εξίσου και η πόλη. Είμαι ευτυχισμένη που ζω στην εξοχή αλλά θα ήμουν το ίδιο ευτυχισμένη και να ζω στα Εξάρχεια που αγαπώ ή στην Πιπίνου, στην παλιά μου γειτονιά. Την αγαπώ την Αθήνα, την αγαπώ πολύ. Είμαι κατά βάση άνθρωπος του δωματίου, έχω ήδη πολλά σε ένα δωμάτιο. Αυτό το δωμάτιο, λοιπόν, μπορεί και να είναι παντού.

Σχόλια

  1. Γιόλα Πετρίτση29/1/15 15:28

    Συγχαρητήρια στην Πασκουαλίτα που κατάφερε να πάρει μια τόσο ωραία συνέντευξη από την Ελένη Γκίκα, τη σεμνή και αξιόλογη δημοσιογράφο, ποιήτρια και συγγραφέα, πραγματικά "κατάθεση ψυχής"!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου