"Πηγή Έμπνευσης".Μια συνέντευξη-κατάθεση ψυχής της Ελένης Γκίκα στην Πασκουαλίτα Κότσιφα.Β΄μέρος






"Πηγή Έμπνευσης"
Μια συνέντευξη-κατάθεση ψυχής της Ελένης Γκίκα στην Πασκουαλίτα Κότσιφα

Β΄ ΜΕΡΟΣ

"Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ", ένα ιδιαίτερο μυθιστόρημα που από πολλούς αναγνώστες ακούστηκε ότι ήταν πολύ δύσκολη η γραφή του, με την έννοια ότι χρειάστηκαν να γίνουν πολλαπλές αναγνώσεις προκειμένου να κατανοηθούν τα νοήματά του και η "Λίλιθ" που είχε συσσώρευση πληροφοριών και ίσως κάποιους να τους κούρασε γιατί ενδεχομένως να μην μπόρεσαν να τη συγκρατήσουν. Είστε άνθρωπος που σας επηρεάζει η κριτική των έργων σας και μάλιστα η αρνητική;
Εξαρτάται από πού προέρχεται η κριτική. Από τους φίλους μου ή από ανθρώπους ή κριτικούς που εκτιμώ, ναι, με επηρεάζει η κριτική. Μου έχει τύχει να βάλω ή να μη βάλω τίτλο σε βιβλίο από ένα βλέμμα φίλου.Να πετάξω κεφάλαια ολόκληρα επειδή έτσι μου είπε η επιμελήτρια που εκτιμώ.Αλλά από ανθρώπους που δεν γνωρίζω και μπορεί να γράψουν κάτι που δείχνει ότι δεν το έχουν "διαβάσει ", δε θα μ’ αγγίξει καν. Όχι, δεν μπορώ να πω ότι με αφορά ιδιαίτερα η κριτική, διότι πια ξέρω και πώς γίνεται σήμερα η κριτική. Μ’ ενδιαφέρει πιο πολύ το πώς θα το αισθανθώ εγώ αυτό που έχω γράψει. Κακά τα ψέματα, όλοι μας ξέρουμε τί έχουμε κάνει και τί δεν έχουμε κάνει. Τα ξέρω τα τρωτά μου απλώς από τότε που ξεκίνησα να γράφω μέχρι τώρα υπάρχει ένα σχέδιο και το ακολουθώ. Είναι σα να γράφεται όλα αυτά τα χρόνια ένα βιβλίο, το ίδιο βιβλίο.  Γνωρίζω από πού ξεκίνησε, μακάρι να βγω εκεί όπου θέλω να βγω. Όπως και με τα ποιήματα που, ουσιαστικά είναι ένας ποιητικός τίτλος, έτσι και με τα πεζά. 
Στο «Μπολερό»  για επτά χρόνια είχα την ιστορία, είχα τον τίτλο. Απλώς δεν ήμουν έτοιμη για όλη αυτή τη δουλειά. Έπρεπε να το κάνω σε μια εποχή που δεν ήθελα να πω κάτι προσωπικό και που είχα διάθεση να παίξω, να το κάνω σα σκάκι. Για το «Μπολερό» κρατούσα πέντε τετράδια. Ένα για τους αρχαιολογικούς χώρους των φόνων, ένα για τα ονόματα και το γενεαλογικό δέντρο των δύο οικογενειών που ουσιαστικά συγκλίνει, το τρίτο για τις παρτιτούρες και τους μουσικούς. Το τέταρτο, με τα αποσπάσματα από τον Μπόρχες με τα οποία έπρεπε εκείνοι ως Άλεφ και ως Μπεθ να εξιλεωθούν. Το πέμπτο, αφορούσε τις μάσκες και τις μαριονέτες της. Μου κάνει εντύπωση, το θεωρώ εύκολο βιβλίο, αυτό που ήθελα να κάνω είναι να γράψω αστυνομικό που αγαπώ. 
Και για να επιστρέψω στην κριτική και να κλείσω, υπάρχουν άνθρωποι που έχουν γράψει για τα βιβλία μου και μου έχουν υποδείξει κάτι που δεν το΄ χω καν φανταστεί, που αγνοώ. Το χαίρομαι απίστευτα όποτε μου συμβαίνει, το αποζητώ. Τα σφάλματά μου τα ξέρω, έχω διαβάσει πολύ καλύτερους από μένα. Ο στόχος μου πάντοτε είναι υψηλότερος απ’ εκείνον που κατορθώνω.  Ξέρω ότι η βιασύνη μου είναι σε βάρος μου, και χαίρομαι απίστευτα όποτε την νικώ. Μετά το «Μπολερό» δεν ήθελα να κυκλοφορήσει τόσο σύντομα η «Λίλιθ», υπήρχαν λόγοι όμως που έπρεπε να γίνει κι αυτό. Ξέρετε, για κάποια πράγματα είναι ή δεν είναι τώρα ο σωστός χρόνος. Και για την «Λίλιθ» ήταν αυτός ο σωστός.
"Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης", τρία δωμάτια που συνθέτουν την ιστορία μιας ζωής «και τώρα; Εκείνη κι η ιστορία της έξω και μέσα ταυτοχρόνως απ’ το ποίημα» (δωμάτιο- τέλος), «πότε γεννήθηκε, πότε γονάτισε, πότε αγάπησε για πότε θρήνησε σε ποιο δωμάτιο ποια μέρα μήνα ποια χρονιά» (Ύπνος στο μπλε δωμάτιο). Δωμάτιο λευκό, γαλάζιο, δωμάτιο αύριο. Τι συμβολίζουν για σας;
Τη Ζωή και τη ζωή μου. Η ευχή και η κατάρα των ανθρώπων που δεν κάνουν παιδιά, είναι αφενός μεν να έχουν όλα τα παιδιά παιδιά τους, να μη βλέπουν τα παιδιά τους με εγωιστικό τρόπο ως την συνέχειά τους, αλλά τα παιδιά γενικώς ως συνέχεια της ζωής. Όμως ταυτοχρόνως δίχως δικά τους παιδιά, μετρούν λάθος ή μάλλον δεν μετρούν καθόλου τον χρόνο. Όταν έχεις δικό σου παιδί, ξέρεις «τώρα μεγάλωσα», «γέρασα τώρα». Με μένα, λοιπόν, δεν συνέβη αυτό. Εγώ κατευθείαν γέρασα ή θα γεράσω. Το ένιωσα αυτό και με το Γιάννη Κοντό. Δίχως παιδιά δεν τον καταλαβαίνεις τον χρόνο. Κι έχω αυτήν την αίσθηση ότι ναι, πέρασε μια ζωή χωρίς να την πάρω, τελικά, είδηση. Τώρα ειδικά αυτόν τον ποιητικό κύκλο τον ξεκίνησα σαν «Άδεια δωμάτια» και όταν  ο πατέρας μου δεν ήταν καλά. Ήταν εποχή που είχα έρθει σε μετωπική με την απώλεια, αποχαιρετούσα ανθρώπους αγαπημένους, ανθρώπους που με έκαναν να είμαι αυτό που λέμε «εγώ». Ήταν άδεια δωμάτια, επειδή πίστευα ότι ήμουνα άδεια. Έτσι το είχαμε ανακοινώσει, είχαν γίνει προδημοσιεύσεις, ήμουν σχεδόν σίγουρη πως είναι ένα βιβλίο πικρό. Μέχρι εκείνη την ημέρα που η εκδότριά μου η Κέλλυ Καλέντη μου τηλεφώνησε πως βγήκε ήδη βιβλίο μ’ αυτό τον τίτλο. Στην αρχή επέμεινα, μετά μου ζήτησε έναν υπότιτλο, κι όταν μου έστειλε το βιβλίο επιμελημένο,  αφέθηκε στα χέρια της, γιατί ο τίτλος του ήταν αυτός! «Αρχιτεκτονική της ύπαρξης» και στην Κέλλυ Καλέντη και στην Βασιλική Τζόκα, τελικά, τον χρωστώ και τις ευγνωμονώ! Είναι η πρώτη φορά που ο τίτλος ήρθε στο τέλος, ξέρετε, πάντοτε από τον τίτλο ξεκινώ…
Χρόνος. «Κάτι γινόταν με τους χρόνους κανείς μας δεν τα πήγαινε καλά ο ένας ερχόταν όταν πήγαινε ο άλλος» (Γαλάζιος χρόνος). Σας τρομάζει ο χρόνος, ο χρόνος που περνά που έρχεται;
Καθόλου, έχω καλή σχέση με το χρόνο, όσο κι αν φαίνεται με τα όσα είπα προηγουμένως αυτό αντιφατικό. Απλώς είναι ένα αίνιγμα ο σωστός χρόνος. Αλλά όσο μεγαλώνω και γίνομαι όλο και πιο υπομονετική, παύει να μου φαίνεται και τόσο πολύ αινιγματικός. Έχω υπάρξει πολύ ανυπόμονη και έχω χαλάσει πολλά πράγματα στη ζωή μου, επειδή τα έχω κάνει νωρίτερα. Δεν είμαι απ’ εκείνους που φτάνουν αργότερα, αλλά και το να φτάνεις νωρίς είναι το ίδιο κακό. Κάπως έτσι χάνεις και την συνάντηση. Την συνάντηση όχι μόνο με έναν άνθρωπο, αλλά και με ένα περιστατικό. Θα πρέπει να είσαι ανοιχτός και να περιμένεις εκείνο που σου ανήκει στην ώρα του. Αλλά, είπαμε, ο κακός μας εαυτός!
Επίσης, γράφοντας ξεφοβάσαι τον χρόνο. Διότι όταν γράφεις είναι όλα χρόνος παρών. Και το παρελθόν, και το μέλλον, ειδικά το παρελθόν. Με ό,τι ζήσαμε γράφουμε και το ξαναζούμε τώρα ακριβώς. Αφήστε που η ποίηση πολλές φορές είναι σχεδόν χρησμική, σου χαρίζει κομμάτια απ’ το μέλλον. Το υποσυνείδητό μας, ξέρετε, είναι πιο γρήγορο, πιο… βιαστικό. Αλλά όχι, δεν τον φοβάμαι τον χρόνο. Πιστεύω, όπως υπέροχα έγραψε ο Σκαμπαρδώνης, ότι γερνάω επιτυχώς.

Φόβος. «Φοβάμαι κι εγώ κι ας μη στο’ χω πει» (Ροζ- γκρι αλλά στα μάτια γαλάζιο). Δυο σχόλια.
Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι ο φόβος του φόβου. Είναι αποτρόπαιο και δευτερότριτο συναίσθημα, και στο κάτω- κάτω δεν είναι κι αληθινό. Ο μόνος φόβος που είναι ανίκητος στη ζωή μου είναι ο φόβος κι ο πόνος όσων, τελικά, αγαπώ. Είναι ο φόβος που μπορεί να με γονατίσει. Δηλαδή, πώς ακριβώς να σας το πω,  δεν φοβάμαι μήπως πεθάνει η μαμά μου, φοβάμαι μήπως πονέσει η μαμά μου. Δεν ξέρω τι ακριβώς να κάνω, πώς να τους ξεπονέσω και πώς να τους ξεφοβίσω, ναι με τρομοκρατεί σχεδόν αυτό.

Έρωτας. Σας έχει επηρεάσει στον τρόπο γραφής και στη θεματολογία των βιβλίων σας;
Στα πολύ νιάτα μου και για πολλά χρόνια και στα περισσότερα βιβλία, πάρα πολύ. Διότι είναι ο αντίποδας του θανάτου. Επειδή είμαι και θανατολάγνα, όλο αυτό ήταν στον υπέρτατο βαθμό, φλέρταρα συνέχεια και με τα δυο. Αλλά έχω αλλάξει πολλές φορές από τότε. Μεγαλώνοντας πιστεύω ότι τον εαυτό μας ερωτευόμαστε στον άλλον και ερωτευόμαστε με ό,τι είμαστε, αυτό που είμαστε. Και στον έρωτα μόνοι βαδίζουμε εκτός από τους ελάχιστους τυχερούς. Τα έχω ζήσει χορταστικά και τα δυο. Και την ψευδαίσθηση και το αληθινό. Και τα έχω πληρώσει, φυσικά, και τα δυο. Επίσης κατανοώ και γιατί τα πολύ ερωτικά άτομα ανακαλύπτουν στο τέλος και τον Θεό. Αντικαθίσταται ο ανθρώπινος έρωτας με τον Θείο έρωτα. Κι έχουμε ανάγκη ν’ αγαπάμε κάτι πολύ, κάποιον, για να γίνουμε καλύτεροι εμείς. Είναι η νοσταλγία ενός παράδεισου που γύρευε αν βρίσκουμε… 
Διαβάζοντας τα ποιήματά σας, στα περισσότερα ένιωσα μια διάχυτη θλίψη να αιωρείται. Πολλές φορές η γραφή όταν βασίζεται στο συναίσθημα μπορεί να αποκαλύψει πτυχές του εαυτού μας, που ενδεχομένως να θέλαμε να διαφυλάξουμε, αλλά τότε καταφέρνουμε να είμαστε κι αυθεντικοί.  Σας τρομάζει αυτό; 
Δεν με τρομάζει τίποτα πια. Παλιά ήμουνα πιο δειλή, πιο… οχυρωμένη. Τώρα όχι, δεν αισθάνομαι ότι θέλω να προστατευτώ από τους άλλους. Αισθάνομαι ότι κι οι άλλοι με αγαπούν ίσως επειδή αγαπώ. Την εποχή που ξεκίνησα να τα γράφω είχα διπλό πρόβλημα και με το χρόνο και την απώλεια, και με τη μνήμη. Ήμουν μ’ έναν άνθρωπο που ήταν τα πάντα και ήμουν τα πάντα γι’ αυτόν, ο οποίος σιγά σιγά χανότανε και δε μ’ αναγνώριζε, γινόμουν μια άγνωστη πια γι’ αυτόν. Κι έπρεπε κάπως να το περιγράψω όλ’ αυτό. Αλλά «φεύγοντας» ξεφοβήθηκε και με ξεφόβισε. Δεν έχω άμυνες, δεν μου χρειάζονται, δεν έχω να κρύψω τίποτα πια. 
Ο Γιάννης Ευσταθιάδης, όπως αναφέρετε και στο βιβλίο σας, γράφει ότι «η ποίηση είναι σχέση ανάμεσα σε δύο μοναξιές: αυτή του ποιητή και εκείνη του αναγνώστη». Έχετε νιώσει αυτή τη σχέση είτε ως ποιήτρια είτε ως αναγνώστρια;
Ως αναγνώστρια, πολλές φορές. Κι ως αναγνώστρια του Ευσταθιάδη. Αλλά και ως εκείνη που γράφει, το έχω ζήσει πολλές φορές αυτό. Η ποίηση ανήκει σε εκείνον που την έχει ανάγκη. Έχω συναντήσει νέα παιδιά που τους ανήκει ό,τι έγραψα κι αυτό μου δίνει μεγάλη χαρά.  Θα σας φανεί αλλόκοτο, αλλά οι αναγνώστες που έχουν συγκινηθεί ή που έχουν ταυτιστεί μαζί μου όσον αφορά τα ποιήματα είναι συνήθως νέα παιδιά και αυτό μου έχει δώσει πολύ μεγάλη χαρά. Ίσως επειδή υπάρχει μία απολυτότητα εκεί που μεγαλώνοντας όλο την χάνω. Φαίνεται ότι ειδικά όταν γράφω ποίηση δεν τη χάνω και χαίρομαι τόσο γι’ αυτό. Τουλάχιστον δεν γράφω… γερασμένη ποίηση. 
Είστε μοναχικός άνθρωπος;
Είμαι μοναχική επειδή ακριβώς αγαπώ τόσο τους άλλους. Δυο πράγματα δεν έχω νοιώσει ποτέ στη ζωή μου, πλήξη και μοναξιά. Την μοναξιά, να σας πω την αλήθεια ναι την αποζητώ. Χρειάζομαι χρόνο μόνη μου ακριβώς για να καταλάβω πόσο πολύ αγαπώ τους άλλους. 
Τι ρόλο έχει παίξει στη ζωή σας η θρησκεία;
Ως παιδάκι, σχεδόν παραμυθένιο. Δεν με είχε υποχρεώσει κανείς ποτέ να νηστέψω, να μεταλάβω, να πάω κατηχητικό. Η Παναγία ήταν κάτι σαν συγγενής, μπορούσα να την ονειρεύομαι και να μου λέει όταν ήμουν τεσσάρων χρονών μετά από εγχείρηση στις αμυγδαλές μου ότι θα φάω… παγωτό! Μεγαλώνοντας και επειδή έβλεπα πολλούς χριστιανούς να βλογάνε τα γένια τους, πέρασα απέναντι. Κι άρχισα πάλι να πιστεύω με έναν τρόπο που δεν εξηγείται και δε θέλω και να το συζητώ. Είναι σαν τον έρωτα η σχέση μας με τον Θεό, δεν εξηγείται. Σίγουρα εμπιστεύομαι λιγότερο εκείνους που ισχυρίζονται ότι πιστεύουν Όπως εμπιστεύομαι λιγότερο εκείνους που επιμένουν πως είναι δημοκράτες,φιλάνθρωποι ή ειλικρινείς.Όσο περνούν τα χρόνια αισθάνομαι πως είμαστε μέρος ενός όλου. Δηλαδή, όλοι μας είμαστε κάτι, κάτι μεγάλο, αλλά όλοι μαζί.
Ένα βιβλίο που διαβάζετε αυτόν τον καιρό κι ένας συγγραφέας ξένος ή Έλληνας που θαυμάζετε;
Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τον «Θησαυρό του χρόνου» του Μένη Κουμανταρέα και με πονά απίστευτα η μοναξιά του, η απελπισία του κι αυτή η διάθεση του να- τελειώνει- μ’- αυτή –τη- ζωή. Συγγραφείς που αγαπώ είναι ο Αντώνης Σουρούνης, γράφει με αυτό που είναι, εκείνο που ζει και η Μαρία Μήτσορα, για τους ίδιους ακριβώς λόγους, η ίδια είναι ποίηση.  Όσο για τον Ντοστογιέφσκι και τον Μπόρχες, το έχω ξαναπεί, μου έχουν σώσει κυριολεκτικά τη ζωή.
"Λίλιθ", το καινούριο σας μυθιστόρημα, τι διαπραγματεύεται;
Υποτίθεται ότι είναι οι 46 επιστολές μιας γυναίκας που ανακαλύπτει μια άλλη γυναίκα, η αφηγήτρια, σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο και προσπαθεί μέσα από αυτές να καταλάβει παραλήπτη και αποστολέα, τον ίδιο τον εαυτό της και τη ζωή. Είναι μια παγίδα που της στήνει ο εκδότης της καθοδηγώντας την να γράψει επιτέλους ερωτικό μυθιστόρημα. Και φυσικά γράφει. Για τα βιβλία και μέσα από τα βιβλία διότι αυτό ακριβώς είναι ο έρωτας γι’ αυτήν. Δεν ξέρω αν είναι ή δεν είναι ερωτικό ή βιβλιογραφικό μυθιστόρημα αλλά μπορώ να πω πώς ήταν ένα δώρο για μένα που ξεκίνησε απ’ αυτές ακριβώς τις επιστολές. Υπάρχουν πολλοί έρωτες μέσα σ’ αυτό το βιβλίο, ο έρωτας για έναν άντρα, για την λογοτεχνία, για το ανέφικτο και για την αρχαιολογία, δηλαδή για εκείνο που υπήρξε για όλους μας η ιστορία, το δικό μας παρελθόν. 
Ολοκληρώνοντας τη συνέντευξή μας, πώς θα χαρακτηρίζατε τον εαυτό σας;
Κανονικό άνθρωπο; Ξέρω κι εγώ! Καλή κόρη; Διψασμένη ακόμα γι’ ανάγνωση; Νονά της Νεφέλης; Αυτό, ναι, αυτό! 



Σχόλια

  1. Ανώνυμος30/1/15 20:19

    πολύ καλή δουλειά, εύστοχες ερωτήσεις, αποκαλυπτικές απαντήσεις.
    κατάφερες να μας γνωρίσεις μια αξιόλογη γυναίκα που ΄τουλάχιστον εγώ δεν ήξερα
    σ' ευχαριστώ
    Τατιάνα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τατιάνα,σ΄ευχαριστώ πολύ.Τα εύσημα ανήκουν στην αγαπημένη μου Πασκουαλίτα Κότσυφα που έκανε την θαυμάσια αυτή δουλειά.
      Όσο για μένα, μη νομίζεις, έχω κι εγώ το μερτικό μου.Πώς;Λοιπόν,δεν ξέρω που θα τα βρει τα λεφτά η νέα κυβέρνηση αλλά όμορφα σχόλια σαν και το δικό σου είναι, από το ξεκίνημα του ιστολογίου, η "α μ ο ι β ή "μου,ξέρεις τι πλούσια είμαι;
      Για την Ελένη δε τι να σου πω,κι εγώ κι όσοι την γνωρίσαμε στις λέσχες και τα βιβλιοστέκια την έχουμε αγαπήσει πάρα πολύ,είναι από τους πιο δοτικούς ανθρώπους των ελληνικών γραμμάτων.

      Διαγραφή
    2. Ανώνυμος3/2/15 18:34

      Βιβή ελπίζω να γνωριστούμε κάποια στιγμή από κοντά με εσένα και την Ελένη.
      Όσο για την Πασκουαλίτα πρέπει να ξέρεις ότι φαινόταν τι θα κάνει από την πρώτη ημέρα που γεννήθηκε ...
      Με όλη την εκτίμηση μου
      Τατιάνα

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου